Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνα Ζάβαρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνα Ζάβαρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

Απροσδόκητος θρήνος | Κωνσταντίνα Ζάβαρη

Σημάδια που τους άφησε φυλαχτό η αγάπη
Κεντημένα αραιά, σαν ιστός αράχνης
Όνειρα φυλακισμένα σε ένα μικρό συρτάρι
Ψηλαφούσαν πως δεν θέλουν να πεθάνουν ακόμα

Ανάμεσά τους σύρθηκε ο θάνατος, με τόλμη
Σαν έτοιμος να πάρει ότι πιο δικό τους
Έσβησαν, έτσι, τα λαμπρά τους μάτια
Το δέρμα τους ράγισε πριν απ’ τον αιώνα

Δεν νιώθει πια την ζεστασιά που είχαν τα κορμιά τους
Σαν έγερναν σε πανί, της γης αγνά στρωμένο

Όμως καθώς τραγουδάς χορεύουνε ακόμα
Τραγούδι ειρηνικό σε όνειρο κρυμμένο

Τα βήματα τους ρυθμός, απλός και αγαπημένος
Που πάντα θα σημάνει το τέλος του πολέμου








Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

Ερωτικό | Κωνσταντίνα Ζάβαρη



 Έτσι όπως συχνά ο ήλιος με την εντυπωσιακή του λάμψη
Θαμπώνει το χλωμό φεγγάρι, λίγο πριν νυστάξει
Και αυτό ηττημένο κρύβεται, στην μοναχική σπηλιά  του
Περιμένοντας να έρθει και πάλι η σειρά του

Έτσι τα χείλη σου σφραγίζουν την μιλιά μου
Και πληγωμένος σκύβω στο μυστικό σου επάνω
Σαν έτοιμος από καιρό, το σπαθί μου κρύβω
Σε εσένα αφήνομαι, ας είναι και για λίγο

Και όπως την αυγή ο άνεμος δαμάζει
Το φως, να μην δει ποιον αγκαλιάζει
Και ορμητικά δίνει τα κλεφτά φιλιά του
Στο άστρο που κυριεύει την καρδιά του

Έτσι ,γυμνός θα αναστηθώ στην θύμησή σου
Και την αυγή δεν θα κρυφτώ πίσω απ’ το κορμί σου
Αφού θα λυτρωθώ απ’ τα σείστρα του ανέμου
Πριν με πάρουν μακριά, μνήμες ξεχασμένου

Όμως τα μάτια σου έδειξαν εμένα
Μέσα στα βάθη τους λησμονιά, κρυμμένα
Γύρισες πίσω γνώριμος και ξένος…

Η αυγή θα μας βρει αγκαλιασμένους





Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Η θλιμμένη πεταλούδα | Κωνσταντίνα Ζάβαρη

Ο Χρόνος καθώς κυλάει, είναι μια βάναυση τιμωρία για την ψυχή εκείνων που δεν τόλμησαν γιατί φοβήθηκαν ή τόλμησαν και απέτυχαν να αποκτήσουν την πεταλούδα που ζήλευαν από μικρά παιδιά γιατί μπορούσε και πετούσε μακριά, σε μέρη που η φαντασία τους είχε πολύ ταξιδέψει.

Εκεί που οι άνθρωποι είχαν φτερά και χρώματα. Ζωγράφιζαν ήλιους φανερά και καθόντουσαν όλοι αγκαλιά. Παιδιά ψηλά, παιδιά κοντά, με χρώμα σκούρο ή μαντίλι στα μαλλιά,
όλοι μαζί μια αγκαλιά…

Όσοι κατάφεραν να πλησιάσουν την πεταλούδα, έστω και για λίγα λεπτά, ζουν τώρα αρμονικά χωρίς κρυψώνα η σπηλιά, δεν κλαίνε στα βουβά και χαίρονται με πράγματα μικρά.

Όσοι πάλι φοβήθηκαν και έφυγαν μακριά, πίστεψέ με ήταν πολλά παιδιά, ψάχνουν την ελπίδα σε πράγματα ακριβά, για κρυψώνα έχουν τα λεφτά και στον λαιμό τους μια θηλιά που τους πνίγει καθημερινά.


Και έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία μας χρόνια :

Περιμένοντας κάτι που έφυγε να γυρίσει

Ένα όνειρο που δεν υλοποιήθηκε

Μια νεράιδα που μας ξεγέλασε

Ένας λύκος που μας πλησίασε

Ένα φεγγάρι που δεν έλαμψε

Ένας ήλιος που δεν φάνηκε

Ένα χάδι που ξεθώριασε

Ένας έρωτας που δεν κράτησε

Υ.Γ
Η πεταλούδα πέταξε μακριά, μια για πάντα, χωρίς τα παιδιά
Και εμείς την ψάχνουμε ύστερα από χρόνια, πολλά
Στην φαντασία μας έμεινε η δική της σκιά
Αιώνια
Ελπίδα

Πως θα την δούμε ξανά…



Η ζωή μου μια σβούρα | Μέρος Γ' | Κωνσταντίνα Ζάβαρη


Το πρωί, πίνοντας τον καφέ του και συνοδεύοντας τον με την πικρή γεύση του τσιγάρου άνοιξε το μπλε τετράδιο. Παρατήρησε ότι στις τελευταίες σελίδες ο γραφικός χαρακτήρας άλλαζε. Του έκανε εντύπωση και άρχισε αμέσως να διαβάζει…

Σάββατο 6/7/1988

Δεν ήθελα να το κάνω... είχα πιει πολύ εκείνο το βράδυ. Ξέρω ότι αυτό δεν είναι δικαιολογία και ότι δεν έπρεπε να σε είχα ακουμπήσει ποτέ! Το έκανα συχνά όμως…έχανα τον έλεγχο...

Με περίμενες ξύπνια όλο το βράδυ, όπως κάθε φορά. Πριν προλάβω να ανέβω την σκάλα, με ρώτησες που ήμουν. Δεν σου απάντησα και τότε άρχισες να μου λες ότι αυτήν την φορά θα πάρεις το παιδί και δεν θα σας ξανά δω. θόλωσαν όλα γύρω μου, άκουγα την φράση αυτή να γυρνάει στο μυαλό μου και να με τρελαίνει. Σε έσπρωξα, έχασες την ισορροπία σου. Έβλεπα το σώμα σου να κυλάει στις σκάλες. Όταν σε είδα στο τέλος της σκάλας με αίμα στο κεφάλι, έτρεξα να σε βοηθήσω, αλλά δεν πρόλαβα… Ο Άγγελος είχε ακούσει τον θόρυβο και ψιθύριζε το όνομά σου. Τρόμαξα! Πριν προλάβω να σκεφτώ είχα ήδη φύγει από το σπίτι. Κρύφτηκα πίσω από τις τριανταφυλλιές του κήπου μας μέχρι που ήρθε το ασθενοφόρο και σε πήρε. Έμεινα εκεί για μια ώρα… αφού ο Άγγελος είχε πάει στο σπίτι του γείτονα για να τον ηρεμήσουν, γύρισα σπίτι. Προσποιήθηκα ότι δεν ήξερα τι είχε γίνει. Όταν ο γείτονας μου είπε για το συμβάν, έκανα πως ταράχτηκα και ήρθα στο νοσοκομείο να σε βρω. Δεν είχα φανταστεί όμως το τραγικό αποτέλεσμα της πράξης μου.

Θα αλλάξω, στο υπόσχομαι… για το παιδί μας… μόνο έτσι θα με συγχωρέσεις…

Ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε και ύστερα μια κραυγή γεμάτη μίσος και παράπονο . Ο Άγγελος, είχε πετάξει στο πάτωμα το τραπέζι της κουζίνας και έξαλλος πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και έφυγε. Χωρίς να πει που πάει, η σύζυγο του βρήκε το τετράδιο στο πάτωμα και αμέσως κατάλαβε τι συνέβη και έτρεξε πίσω του. Δεν πρόλαβε να τον σταματήσει. Είχε ήδη φύγει…
Έξω από το πατρικό του ο Άγγελος, ασυγκράτητος άρχισε να κόβει τις τριανταφυλλιές με τα χέρια του και να φωνάζει. Είχε χάσει τον έλεγχο. Ο Νίκος βγήκε να δει τι γίνεται. Μόλις τον είδε να πλησιάζει προς το μέρος του, έτρεξε και τον χτύπησε με όλη την δύναμη του μέχρι που έπεσε στο πάτωμα. Τότε είδε την γυναίκα του να κατεβαίνει από ένα ταξί. Γονάτισε, κοίταξε τον ουρανό και ξέσπασε σε κλάματα.

Αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδε τον πατέρα του. Δεν ξανά πήγε στο πατρικό του από τότε. Δεν τον συγχώρησε ποτέ. Συνέχισε την ζωή του με την φωνή της μητέρας του να του λέει την ίδια φράση: «Οι άνθρωποι συχνά κάνουν λάθη. Να μάθεις να συγχωρείς γιατί άνθρωπος είσαι και εσύ» αλλά χωρίς να το τηρήσει.


Αρκετά χρόνια μετά και αφού δεν είχε επικοινωνήσει με τον πατέρα του, έμαθε πως ήταν βαριά άρρωστος. Κάτι μέσα του, του έλεγε πως είναι καιρός να τον συγχωρήσει αλλά ο ίδιος δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Αποφάσισε να πάει να τον βρει στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν. Ήθελε να τον δει για τελευταία φορά.

Όταν έφτασε έξω από τον θάλαμό του δίσταζε να μπει μέσα αλλά τελικά το έκανε.. όταν τον είδε καλωδιωμένο και τόσο γερασμένο κατάλαβε το λάθος του που τον άφησε μόνο και το νόημα που έκρυβε η φράση της μητέρας του, δηλαδή ότι όλοι κάνουμε λάθη αλλά αν οι πράξεις μας δείχνουν μετάνοια πρέπει να συγχωρούμε...

Τον πλησίασε, έκατσε δίπλα του, άπλωσε το χέρι του και τον ακούμπησε. Τότε, ο πατέρας του, άνοιξε τα μάτια, τον κοίταξε και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Πριν προλάβει να μιλήσει ο Άγγελος και να του πει ότι τον συγχωρεί η καρδιά του σταμάτησε. Ήταν πολύ αργά!

Ο Άγγελος γύρισε σπίτι, άνοιξε το μπλε τετράδιο και άρχισε να γράφει…


Τρίτη 8/3 2008


Ίσως έπρεπε να σε είχα συγχωρήσει νωρίτερα αλλά δεν μπορούσα να παραδεχτώ ότι έσφαλες, το μετάνιωσες και διόρθωσες το λάθος σου με το να με μεγαλώσεις σωστά.. σε εσένα χρωστάω αυτό που είμαι σήμερα…

Έκλεισε το τετράδιο, έβγαλε την ετικέτα που έλεγε τον τίτλο και συμπλήρωσε την λέξη ‘σβούρα’, γιατί η ζωή είναι ένα παιχνίδι που το καθορίζουμε εμείς και ας γυρνάει από όποια μεριά θέλει.


Τέλος..



Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018

Η ζωή μου μια σβούρα | Μέρος Β' | Κωνσταντίνα Ζάβαρη


Διαβάστε εδώ όσα έχουν προηγηθεί στην ιστορία του Άγγελου: Η ζωή μου μια σβούρα | Μέρος Α' | Κωνσταντίνα Ζάβαρη

Κυριακή, 18/5/1982
Πάλι δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Το πρόσωπό μου έκαιγε και τα πόδια μου ήταν τόσο αδύναμα. Ένας πόνος στο στομάχι και στα πλευρά μου δεν μου επέτρεπε να σηκωθώ.  Δεν τον είχα ξανά δει τόσο βίαιο. Γύρισε σπίτι χαράματα. Τα ρούχα του, τα μαλλιά του και το στόμα του είχαν την οσμή από τσιγάρα και αλκοόλ. Τρόμαξα! Πλησίασα και τον ρώτησα που ήταν μέχρι τέτοια ώρα. Το χέρι του σηκώθηκε και προσγειώθηκε στο μάγουλο μου. Έμεινα ακίνητη με τα μάτια στραμμένα στο πάτωμα. Δεν ήξερα πως να αντιδράσω. Ύστερα ένιωσα μια γροθιά στο στομάχι. Ακολούθησαν κλωτσιές, μπουνιές, χαστούκια... Σκέφτηκα το παιδί μας που κοιμόταν στο δίπλα δωμάτιο και γι’ αυτό έκανα υπομονή μέχρι να τελειώσει αυτό το μαρτύριο. Δεν ήθελα να καταλάβει την αποτρόπαιη συμπεριφορά του πατέρα του, δεν θα του κάνει καλό, είναι σε ευαίσθητη ηλικία!
 Μάλλον λιποθύμησα από τα απανωτά χτυπήματα και ξύπνησα στο πάτωμα, μέσα στα αίματα και με αβάσταχτους πόνους σε όλο μου το σώμα. Έμεινα εκεί, ακίνητη για αρκετή ώρα μέχρι που συνειδητοποίησα πως είχε φύγει από το σπίτι. Τότε σηκώθηκα, καθάρισα το πάτωμα από το αίμα που έτρεξε από  τις πληγές μου και μπήκα στο ντους για να ξεπλυθώ... Το σώμα μου έτσουζε από το καυτό νερό που έπεφτε απαλά πάνω μου και πάνω στις ουλές  μου. Με έπιασαν τα κλάματα. Συγκρατούσα τις κραυγές μου όμως...
Όλο το υπόλοιπο βραδύ κάθισα στην κρεβατοκάμαρα και περίμενα να γυρίσει. Το άγχος με κυρίευε. Φοβόμουν μήπως είχε πάθει κάτι κακό γιατί δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει και δεν ήξερα που πήγαινε. Χειροδικεί συχνά αλλά ξέρω πως με αγαπάει... Όπως τον αγαπάω και εγώ! Ύστερα από 20 χρόνια γάμου η αγάπη είναι αμοιβαίο συναίσθημα... Μ’ αγαπάει απλά όταν πίνει χάνει τον έλεγχο.
Μ’ αγαπάει όμως...

Σηκώθηκε ταραγμένος από την πολυθρόνα. Δεν πίστευα σε αυτά που διάβασε. Ήξερε ότι ο πατέρας του ήταν οξύθυμος αλλά δεν περίμενε τέτοια συμπεριφορά. Καυγάδιζαν  συχνά με την μητέρα του αλλά πίστευε πως την αγαπούσε και δεν χειροδικούσε, όπως επίσης πίστευε ότι τα βράδια που αργούσε να γυρίσει σπίτι ήταν ακόμα στην δουλειά.        
Έκλεισε το ντουλάπι παίρνοντας μαζί του το τετράδιο και βγήκε από το γραφείο γεμάτος οργή. Τότε πέρασε από το μυαλό του μια φράση που έλεγε η μητέρα του: «Οι άνθρωποι συχνά κάνουν λάθη. Να μάθεις να συγχωρείς γιατί άνθρωπος είσαι και εσύ».  Γύρισε στο γραφείο και συνέχισε να ψάχνει για το παραμύθι που ήθελε να βρει εξαρχής. Αφού το βρήκε χαιρέτησε τον πατέρα του και επέστρεψε στο σπίτι του μαζί με την οικογένεια του. 
Εκείνο το βράδυ έμεινε ξύπνιος διαβάζοντας το τετράδιο της μητέρας του. Του είχαν μείνει άλλες 2 σελίδες όταν ξύπνησε η σύζυγος του και τον διέκοψε. Αποφάσισε να πάει να ξαπλώσει μαζί της και να συνεχίσει την ανάγνωση το πρωί.  

Συνεχίζεται..


Ταξίδι πάνω από τα σύννεφα | Κωνσταντίνα Ζάβαρη


Σε έναν κόσμο που ο έρως έχει χαθεί
Και όλοι κοιτάζονται με πλάνα μάτια συμφερόντων

Εσύ να μείνεις ανέγγιχτος

Να συνεχίσεις να ονειρεύεσαι
Πάνω στο πεζούλι που καθόσουν χθες
Πως ο γαλάζιος αγέρας θα φυσήξει
Και θα πετάξεις για κόσμους αλλοτινούς

Τα εύρωστα νεύρα του ύψους
Θα σε ταξιδέψουν σε κόσμους
Που η κλωστή στα φύλλα της καρδιάς
Θα φέρνει ανατρίχιασμα στη ρίζα

Να συνεχίζεις να ονειρεύεσαι
Πως το πέταγμα των φτερών
Θα σε φτάσει στα βάθη του ουρανού

Και τα απαλά χέρια του θεού
Θα σε ωθήσουν στο μαξιλάρι του παιδιού
Που θα ήθελες να ήσουν

Και στο διάβα του πηγαιμού
Ξοπίσω μην κοιτάξεις
Είναι αγνή η ψυχή αυτουνού
Που τον δρόμο του έρωτα θέλει να χαράξει




Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

Η ζωή μου μια σβούρα | Μέρος Α' | Κωνσταντίνα Ζάβαρη


Είναι μια από τις κλασικές αυτές μέρες που ο Άγγελος επισκέπτεται το πατρικό του για να περάσει λίγο χρόνο με τον πατέρα του. Έμεινε μόνος από τότε που η σύζυγος του και μητέρα του Άγγελου έφυγε από την ζωή. Από τότε έμειναν οι δυο τους μέχρι που ο Άγγελος έκανε την δική του οικογένεια.
Το πατρικό του είναι αρκετά μεγάλο και φωτεινό. Με καταπράσινο κήπο, πολλά δέντρα και τριανταφυλλιές.. απ’ ότι θυμάται ο Άγγελος, άρεσαν πολύ στην μητέρα του τα λουλούδια. Τα φρόντιζε πολύ και συχνά τους μιλούσε. Αυτό που τον τρόμαζε όμως, από μικρό παιδί, ήταν τα τεράστια παράθυρα και τα μαρμάρινα μπαλκόνια του σπιτιού. Όταν έβρεχε ο άνεμος έσπρωχνε τα κλαδιά του δέντρου γρατζουνώντας το παράθυρο του δωματίου του, δημιουργώντας του φοβίες.
Στο εσωτερικό του σπιτιού τα χρώματα παραμένουν φωτεινά. Τα έπιπλα παλιά αλλά προσεγμένα και οι τοίχοι με σπουδαία έργα τέχνης στολισμένοι. Δίπλα από το καθιστικό υπάρχει μια μαρμάρινη σκάλα που ενώνει το ισόγειο με τον δεύτερο όροφο όπου βρίσκονται τα υπνοδωμάτια. Στο ενδιάμεσο υπάρχει ένας διάδρομος και στο βάθος το παιδικό του δωμάτιο αρκετά μακριά από την κρεβατοκάμαρα των γονιών του.
Η μητέρα του ήταν ήσυχος άνθρωπος, γεμάτη αγάπη για όλους. Φρόντιζε το σπίτι και την οικογένειά της. Δεν εργαζόταν γιατί ο Νίκος, ο πατέρας του Άγγελου, της το είχε απαγορεύσει. Στον ελεύθερο χρόνο, της άρεσε να γράφει. Αρκετά από τα παραμύθια που έλεγε στον Άγγελο για να τον αποκοιμίσει ήταν δικά της δημιουργήματα.
Σε αντίθεση, ο Νίκος έλειπε συχνά από το σπίτι. Μιλούσε μόνο όταν το θεωρούσε απαραίτητο ή για να δώσει κάποια διαταγή στην Κατερίνα, την σύζυγο του. Συνήθως, όταν επέστρεφε στο σπίτι, προκαλούσε αναστάτωση με την απότομη και βίαιη συμπεριφορά του. Αυτό όμως άλλαξε από το βράδυ που η Κατερίνα γλίστρησε στην μαρμάρινη σκάλα.
Ήταν ξημερώματα Σαββάτου όταν ο Άγγελος άκουσε φωνές στον διάδρομο και ύστερα έναν συνεχόμενο θόρυβο που σταμάτησε λίγα δευτερόλεπτα μετά. Ταραγμένος σηκώθηκε από το κρεβάτι του και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο των γoνιών του. Το κρεβάτι ήταν ξέστρωτο και η κάμαρα άδεια. Ψιθυρίζοντας το όνομα  της μητέρας του και με την καρδιά του να χτυπά σε γρήγορους ρυθμούς κατέβηκε την σκάλα. Μια κραυγή βγήκε όταν αντίκρισε το σκληρό αυτό θέαμα. Το σώμα της Κατερίνας στο πάτωμα, με το πίσω μέρος του κεφαλιού στο τελευταίο σκαλοπάτι και μια λίμνη αίματος γύρω της.
Ο Νίκος εκείνο το βράδυ έλειπε από το σπίτι. Γύρισε μια ώρα αφού το τραγικό αυτό συμβάν είχε πραγματοποιηθεί. Βρήκε την πόρτα του σπιτιού ανοιχτή και έναν από τους γείτονες να τον περιμένει. Άκουσαν τις φωνές του μικρού Άγγελου και ανησύχησαν, είπε, και ήρθε να δει τι έγινε. Του εξήγησε το συμβάν και του είπε ότι η γυναίκα του βρίσκεται στο νοσοκομείο.
Ποτέ δεν έμαθαν τι ακριβώς συνέβη εκείνο το βράδυ. Μέχρι και σήμερα παραμένει μυστήριο. Από τότε η ζωή των δύο αντρών άλλαξε. Ο Άγγελος έπρεπε να συνηθίσει την απουσία της αγαπημένης του μητέρας  και ο Νίκος της σύζυγος του.
Πλέον, κάθε  Κυριακή, ο Άγγελος μαζί με την σύζυγο του και την τρίχρονη κόρη τους, πηγαίνουν στο πατρικό του για να δουν τον Νίκο. Περνούν ολόκληρη την ημέρα εκεί και το βράδυ επιστρέφουν στο σπίτι τους.
Ο Άγγελος συνηθίζει να περνά λίγο χρόνο μόνος του στο γραφείο της μητέρας του. Εκεί έγραφε τα παραμύθια που του διηγούταν όταν ήταν μικρός. Κάθε φορά φεύγοντας παίρνει ένα από τα τετράδια της Κατερίνας και διαβάζει στην κόρη του πριν κοιμηθεί, όπως συνήθιζε να κάνει η μητέρα του σε εκείνον.
Ψάχνοντας σε ένα ντουλάπι για ένα παραμύθι που του άρεσε πολύ όταν ήταν μικρός, είδε στο κάτω μέρος του ντουλαπιού κάτι να προεξέχει. Τραβώντας ένα ξύλο εμφανίστηκε μια κρυψώνα. Μέσα υπήρχε ένα παλιό μπλε τετράδιο με τίτλο ‘Η ζωή μου μια…’. Ο τίτλος ήταν ημιτελής. Η περιέργεια τον κυρίεψε. Σκέφτηκε να ρωτήσει τον πατέρα του για το περιεχόμενο του τετραδίου με τον ημιτελής τίτλο και τον λόγο που ήταν κρυμμένο αλλά κάτι μέσα του, του έλεγε ότι δεν πρέπει να το κάνει…
Έκατσε στην πολυθρόνα απέναντι από το ανοιχτό ντουλάπι και άνοιξε το ‘ περίεργο  τετράδιο. Οι σελίδες είχαν κιτρινίσει και ήταν θαμπές από την σκόνη. Φύσηξε  να το καθαρίσει  αλλά πνίγηκε από το σύννεφο που δημιουργήθηκε. Αφού πήρε μια βαθιά και καθαρή ανάσα έκατσε αναπαυτικά στην πολυθρόνα και άρχισε να διαβάζει…    


Συνεχίζεται...

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

Θα περιμένω | Κωνσταντίνα Ζάβαρη

Όταν τα σώματα μας θα γίνουν ένα ολότελα
Και γευτούμε για λίγο την απόλυτη χαρά

Όταν τα χείλη σου θα δίνουν φιλιά
Και ανήμπορη στην αγκαλιά σου πέσω  ξανά

Όταν θα με κοιτάξεις βιαστικά
Και φύγεις μακριά για ακόμη μια φορά

Τότε θα μείνω μόνη λαχταρώντας την επόμενη φορά




Δεν θα γυρίσεις, θα έχεις φύγει μακριά
Στα σκαλοπάτια θα περιμένω
σαν τα μικρά παιδιά

Ένα άγγιγμα δικό σου όπως τότε, παλιά
Όταν τα κορμιά μας ήταν ένα, αγκαλιά

και θα περιμένω…
και θα περιμένω…

Υ.Γ.
δεν γύρισες ποτέ
ακόμη στα σκαλοπάτια καθισμένη
αλλά πλέον γριά

νομίζω πως είναι για εμας αργά.


Ο κύκλος του πόνου | Κωνσταντίνα Ζάβαρη

Ο πόνος που κουβαλάς
από την στιγμή που ζωντανεύει ο ήλιος
μέχρι τον θάνατό του
δεν είναι τίποτα παραπάνω

από λεηλατημένες σκέψεις