Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Ρίζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Ρίζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Είδαμε | Ο δόκτωρ Τζέκιλ και κύριος Χάιντ | Γιώργος Ρίζος

«Όλα τα φάρμακά μου βρισκόντουσαν στο εργαστήριο ― μια μακρινή διαδρομή: Nα κατέβεις τα σκαλιά από δυο πατώματα, να διατρέξεις το διάδρομο στο πίσω μέρος του σπιτιού, να διασχίσεις την ανοιχτή αυλή και το αμφιθέατρο της ανατομίας, κι όλα αυτά ενώ βρισκόμουν σε μιαν κατάσταση παντελούς τρόμου. Θα μπορούσα βέβαια να καλύψω το πρόσωπό μου. Aλλά σε τι θα μου χρησίμευε αυτό, αφού δεν ήμουν σε θέση να κρύψω την αλλαγή στο μπόι μου;» Ο κύριος Τζέκιλ προσπαθέι να «γεννήσει» ένα φάρμακο που θα λύσει το κακό και θα διατηρήσει το καλή πλευρά του ανθρώπου. Ωστόσο, όλοι θα θέλαμε κάποια στιγμή στη ζωή μας να πατήσουμε ένα κουμπί και να γίνουμε κάτι άλλο για λίγο και ύστερα να επιστρέψουμε στον εαυτό μας. Αυτό έκανε και ο κύριος Τζέκιλ δημιουργώντας ένα μυστήριο στην Αγγλία του 1886 στην προσπάθειά του να εξερευνήσει τις κρυφές πλευρές του ανθρώπινου ψυχισμού. Πίνει το φάρμακό του και μεταμορφώνεται στον κύριο Χάιντ, έναν μικροκαμωμένο κακομοίρη χωρίς ηθικούς φραγμούς που γεννάται για να δώσει σάρκα και οστά στους φόβους του Τζέκιλ. «Όλοι θέλουν κάποια στιγμή να βγάλουν τον κακό τους εαυτό, να κάνουν πράγματα που σε άλλες συνθήκες θα φοβούνταν να κάνουν», μας λέει ο αφηγητής με ύφος που προκαλεί να παραδεχτείς ότι έστω και για λίγο έχεις ανάγκη έναν άλλον εαυτό. Το κακό όμως είναι ανάγκη ή βιολογικό πρόσταγμα; Το έγκλημα το κάνει το χέρι ή η νόηση; Στο έργο πάντως ο κύριος Χάιντ τρέφεται από τη νόηση και το φόβο του δόκτωρα Τζέκιλ για να διαπράξει τα εγκλήματά του. Το κακό δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς το καλό· επιβιώνει μέσα του και αναπτύσσεται, γίνεται πιο ισχυρό φτάνοντας σε σημείο πλέον οι δύο προσωπικότητες να συγχέονται και να χρειάζεται μεγαλύτερη ποσότητα αντιδότου για την επιστροφή του δόκτωρα Τζέκιλ.
Μια πολύ όμορφη και παραστατική ενσάρκωση του καλού και του κακού, που λαμβάνει χώρα στο υπόγειο του θεάτρου Τέχνης, περνάει με έναν μυστήριο τρόπο τα μηνύματά της και ξυπνάει ενδεχομένως κάποια βαθύτερα ένστικτα δείχνοντας κατανόηση σε όλους όσους νιώθουν δέσμιοι των φόβων τους. Όμως τι σύμβαίνει όταν ο άνθρωπος ξεφεύγει από τα όριά του και δεν μπορεί να επιστρέψει στον πραγματικό του εαυτό;  Και τελικά ποιος είναι αλήθεια ο πραγματικός του εαυτός; Μήπως όταν επέρχεται αυτή η σύγχυση, ακολουθεί και η προσωπική καταστροφή;
                                                         

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017

Ένας σύγχρονος Μακ- Μπεθ στο Υπόγειο | Γιώργος Ρίζος



Ο Οίκος Μάκ - Μπεθ. Ο οίκος του Μακ και της Μπεθ δηλαδή. Ένα ψυχολογικό, πολιτικό θρίλλερ που θα μπορούσε να πει κανείς ότι θυμίζει έναν άλλον οίκο· αυτόν των... καρτών. Με αλλά λόγια πρόκειται για μια παράσταση που μπορεί κανείς εύκολα να παραλληλίσει με τη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά “House of Cards”. Μια παράσταση, μέσα απο την οποία προβάλλεται η μανιώδης δίψα του Μακ για εξουσία, οι εσωτερικές συγκρούσεις για να εξοντώσει μέχρι και τους δικούς του ανθρώπους ώστε να ενισχυθεί περισσότερο. Ως ένας σύγχρονος Μάκβεθ διακατέχεται από μια αχαλίνωτη φιλοδοξία στην αναζήτηση ενός σατανικού σχεδίου ώστε να «σκοτώσει» τους σύγχρονους Ντάνκαν και να πάρει το θρόνο.


Σε αυτό το παιχνίδι σημαίνων, ίσως και το σημαντικότερο, ρόλο φαίνεται να παίζει η σύζυγος Μπεθ, η οποία φαίνεται να επιζητά την εξουσία όσο τίποτε άλλο, όμως αυτό που την πνίγει είναι ότι γνωρίζει πολύ καλά πως μπορεί μόνο να την αποκτήσει μέσω του Μακ, και γι’αυτό προσπαθεί κάθε φορά να κινεί τα νήματά του.

Το τρίτο πρόσωπο ενσαρκώνεται από μια πόρνη, η οποία θα μπορούσε να είναι ο καθρέφτης του κοινού της παράστασης· αυτή που έχει βιώσει την αδικία και έχει πάθει στη ζωή της καταγγέλλοντας στο έπακρο το πολιτικό σύστημα. Κάθε φορά που αυτή η γυναίκα εξοργιζόταν, το κοινό γελούσε με τον χυδαίο τρόπο που εκφραζόταν. Ωστόσο, η ουσία παρέμενε η ίδια· αυτά που κάθε φορά ξεστόμιζε δεν αντικατόπτριζαν τίποτε άλλο από τη θλιβερή αλήθεια του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι. 
«Αυτόν που ποθούμε, αυτόν μισούμε και θανάσιμα όταν δεν κάνει τα χατίρια μας», δηλώνει η ίδια απογοητευμένη και εμπνευσμένη απο την πληγωμένη της εμπιστοσύνη. Η δική της αλήθεια, όπως λέει, είναι η πορνεία και δεν ντρέπεται για αυτό. Καταγγέλλει όσους κρύβονται πίσω από το δάχτυλό τους και στη φενάκη που αποφάσισαν να εγκλωβίσουν τη ζωή τους μη αποδεχόμενοι τον εαυτό τους και ντύνοντας τα μάτια τους με παρωπίδες. Γι’αυτο και προτρέπει το κοινό να «εκπορνευτεί» υποστηρίζοντας ότι «η επιβίωση είναι η δόξα της εκπόρνευσης»· αν δεν «εκπορνευτείς», αν δεν δείξεις τη δική σου αλήθεια, τότε η επιβίωση μοιάζει δύσβατο μονοπάτι. Από αυτό άλλωστε υποφέρει και η Μπεθ φωνάζοντας στο τέλος της παράστασης «Δεν έχω εαυτό, με έχουν ευνουχίσει!»

Μια εξαιρετική μεταφορά της τρέχουσας παράνοιας, που επικρατεί στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα και οδηγεί στην αγανάκτηση, αλλά και της υποκρισίας και ασυδωσίας που κρατούν τους ανθρώπους δέσμιους με μόνη σωτηρία την αλήθεια τους, ώστε να γκρεμίσουν τα τείχη της πλάνης που έχουν χτιστεί μπροστά τους.