Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα La Baronne. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα La Baronne. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

L'absence de feu | La Baronne


Θυμάμαι να τον κοιτάω και να μην έχει πρόσωπο. Ήταν όλοι μαζί και κανένας ταυτόχρονα. Θυμάμαι, όμως, πως τον ένιωθα να με κοιτά και να μου απαντάει σε κάθε ερώτηση που έκανα πότε.
Θυμάμαι να αναρωτιέμαι αν θα τον βρω και αν θα μοιάζει με όσα είχα στο μυαλό μου γισ αυτόν. Θυμάμαι να τον ψάχνω σε λάθος πρόσωπα και θυμάμαι όλα τα πρόσωπα που συναντούσα να μου τον θύμιζαν και ταυτόχρονα να μην έχουν τίποτα από αυτόν. Τον θυμάμαι να γελάει, χωρίς να έχω ακούσει πότε τον ήχο του γέλιου του, άλλα, ταυτόχρονα, να το αναγνωρίζω παντού. Τον θυμάμαι να είναι κανείς και να είναι ταυτόχρονα όλοι τους.

Θυμάμαι μια ατελείωτη σειρά από εκείνους σε ραντεβού που έμοιαζαν αιώνια και στιγμές που τις ζούσα, σαν να τις κοιτούσα μέσα από ένα ζευγάρι κιάλια. Θυμάμαι ατέλειωτες βόλτες σε στενά σοκάκια, χαμόγελα, αγκαλιές και πότε τίποτα να τον θυμίζει. Θυμάμαι να τον ψάχνω σε φαντασίες. Θυμάμαι να τον κοιτάζω μέσα από κουρτίνες που χόρευαν αμυδρά με τον αέρα. Θυμάμαι να κρύβομαι για να μην δει πως τον κοιτάω και θυμάμαι, όταν νόμιζα πως περπατάει κοντά μου, να νιώθω το σώμα μου άκαμπτο.

Θυμάμαι πως πότε δεν τον γνώρισα. Δεν ήταν πότε τίποτα παραπάνω από μια ψευδαίσθηση. Ένα όνειρο από αυτά που λένε στα κορίτσια, όταν είναι μικρά, για να τις καταδικάσουν να ψάχνουν για πάντα, κάτι που πότε δεν θα βρουν. Θυμάμαι να τον χρειάζομαι για να με σώσει, ώσπου κατάλαβα πως εκείνος δεν θα έρθει πότε και πως για πρώτη φορά θα έπρεπε να σώσω μονή μου τον εαυτό μου.
Θυμάμαι να είμαι οργισμένη μαζί του, να τον μισώ. Θυμάμαι να συνειδητοποιώ την ανοησία μου. Να βλέπω ποσό ανόητη ήμουν που πίστεψα, έστω και για λίγο, πως τα παραμύθια μπορεί και να έχουν μια μικρή έκφραση σε αυτό που ζω. Θυμάμαι να νιώθω εκνευρισμένη με τον εαυτό μου και με τις αυταπάτες που τρέφει και εκείνο τον αέναο ρομαντισμό, που πιο πολύ με βάραινε, πάρα μου έδινε φτερά για να εκφράσω τον εαυτό μου. Θυμάμαι να τον ψάχνω σε μια ζωή χωρίς συναισθηματισμούς και πάθη. Θυμάμαι να καταλαβαίνω πως δεν υπάρχει. Θυμάμαι το κενό.

Θα ήθελα να μπορώ να γραφώ χαρούμενα κείμενα. Περισσότερο, θα ήθελα τα κείμενα μου να μπορούν να δημιουργήσουν συναισθήματα. Πιο πολύ, θα ήθελα να είχα λιγότερα συναισθήματα.
Θυμάμαι να αναρωτιέμαι αν πότε θα τον γνωρίσω και ταυτόχρονα να τρομάζω όποιον θέλησε πότε να με γνωρίσει. Θυμάμαι να έχω απαιτήσεις από όλους, δικαιώματα. Εκείνοι δεν είχαν τίποτα.
Θυμάμαι να μην μπορώ να σηκώσω μονή μου το βάρος μου και θυμάμαι να τον θέλω εκεί, να με πιάσει από το χέρι και να μου πει πως όλα θα πάνε καλά. Θυμάμαι να θέλω κάποιον που πότε δεν γνώρισα. Θυμάμαι να γράφω για κάποιον που πότε δεν είχα.

Θα ήθελα να ήμουν σαν τον Κέρουακ που συνέχεια έφευγε. Θα ήθελα να μην μπορούσα να δεθώ. Θα ήθελα να είμαι μόνη και ταυτόχρονα γεμάτη. Περισσότερο, θα ήθελα να είμαι αδιάφορη απέναντι στα συναισθήματα μου και απέναντι στα συναισθήματα των άλλων. Μια παγωμένη μικρή πλανεύτρα, χωρίς την παραμικρή αναστολή. Θα ήθελα να ήμουν κακιά και γεμάτη δηλητήριο. Θα ήθελα να πονούσα όποιον με άγγιζε, να μπορούσα να κάνω αισθητή την παρουσία μου, μέσα από τον πόνο που προκαλούσα. Θα θελα να ήμουν απαραίτητη, να με φοβούνται, να είμαι το μαρτύριο τους. Θα θελα να ήμουν ο λόγος που είναι ξύπνιοι την νύχτα.

Θυμάμαι να θέλω να του προκαλέσω πανικό. Θυμάμαι να είναι εκείνος που μου έδινε έμπνευση. 

Θέλω έμπνευση και θέλω εκείνον. Εκείνος δεν είναι ποτέ. Εκείνος δεν είναι πουθενά.

*Robert Hutinski, from the series “Atavism”



Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Te quiero - της La Baronne




Lust

Σε θέλω τόσο πολύ που πονούν τα κόκαλα μου. Σε θέλω τόσο πολύ που η καρδιά μου, θα ορκιζόμουν πως, θα σταματήσει αυτήν εδώ την στιγμή. Σε θέλω τόσο πολύ που δεν θυμάμαι τίποτα. Σε θέλω τόσο πολύ που θυμάμαι τα πάντα. Σε θέλω τόσο πολύ που είμαι μουδιασμένη. Σε θέλω. Πολύ.

Αν είχα το θάρρος θα ερχόμουν και θα σε έπιανα από τον λαιμό και θα σε φιλούσα μέχρι να μην αντέχω άλλο. Αν είχα το θάρρος, θα σε έπιανα τόσο πολύ, που τα χέρια μου θα είχαν επιτελούς νόημα. Αν είχα το θάρρος, θα σε έκανα δικό μου με κάθε τρόπο που μπορούσα να σκεφτώ. Αν είχα το θάρρος, θα σε έδενα σε έναν κρεβάτι και δεν θα έφευγες ποτέ. Αν είχα το θάρρος θα ήσουν δικός μου.

Αν δεν σε ήθελα τόσο, θα σε μάτωνα μέχρι να ήμουν σίγουρη πως όλο το αίμα σου είναι δικό μου. Αν δεν σε ήθελα, θα ήθελα τα ματιά σου ακίνητα, για πάντα φιξαρισμένα μέσα στα δικά μου. Αν δεν σε αγαπούσα θα έγραφα με τα νυχιά μου στο δέρμα σου ξόρκια ακαταλαβίστικα. Αν δεν σε ήθελα τόσο, θα σε πονούσα, μέχρι να μην μπορείς να σκεφτείς κάποιον άλλον έκτος από εμένα. Αν δεν σε αγαπούσα θα σε είχα καταστρέψει.

Αν δεν φοβόμουν θα με έριχνα στην φωτιά σου. Να καούν όλα, τα πάντα, αλήθεια δεν με νοιάζει. Θα αφηνόμουν να γίνω σταχτή πάνω σου. Θα αφηνόμουν στο άγγιγμα σου, στα χέρια σου, στο σώμα σου. Δεν με νοιάζει. Αν δεν φοβόμουν, θα σε ακολουθούσα παντού.

Κλείνω τα ματιά μου και το μόνο πράγμα που μπορώ να δω είναι τα ματιά σου. Ένα ζευγάρι καφέ ματιά με καίνε. Ένα ζευγάρι ματιά πονηρά. Ένα ζευγάρι ματιά με ακολουθεί. Τα ματιά σου με ακολούθου. Με βλέπουν. Με περιεργάζονται. Τα ματιά σου με βλέπουν όπως κανείς. Τα ματιά σου. Θεέ μου. Τα ματιά σου.

Σε θέλω τόσο πολύ που σε σκέφτομαι και μετά μουδιάζω για μέρες ολόκληρες. Πιθανότατα, όταν τελειώσω να σε γραφώ, δεν θα μπορώ να σκεφτώ πια. Σε θέλω τόσο πολύ που είναι ανυπόφορο. Σε θέλω τόσο πολύ που είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Σε θέλω τόσο πολύ. Σε θέλω και δεν ξέρω να το διαχειριστώ. Σε θέλω και δεν είμαι ο εαυτός μου. Σε θέλω και δεν μπορώ να σταθώ στα ποδιά μου όταν σε βλέπω. Σε θέλω τόσο πολύ που η κάρδια μου σφίγγεται. Σε θέλω τόσο πολύ.

Σε σιχαίνομαι τόσο πολύ. Σε σιχαίνομαι που είσαι ένα φάντασμα. Σε σιχαίνομαι για το όνομα σου. Σε σιχαίνομαι για την επιρροή που ασκείς πάνω μου. Σε σιχαίνομαι γιατί κανένας δεν είναι εσύ. Σε σιχαίνομαι για το σώμα σου. Σιχαίνομαι τα χέρια σου και το πώς με άγγιζαν. Σιχαίνομαι τα αυστηρά σου φρύδια. Σιχαίνομαι τον τρόπο που με κοιτάς. Σιχαίνομαι το στόμα σου. Σιχαίνομαι τον τρόπο που φιλούσες τον λαιμό μου. Σιχαίνομαι τα φιλιά σου. Σιχαίνομαι που σκέφτομαι μέρες ολόκληρες τα φιλιά σου. Σιχαίνομαι τα φιλιά που μου έδωσες. Σιχαίνομαι το ότι δεν θα μου ξαναδώσεις φιλιά. Σιχαίνομαι.

Σε θέλω τόσο πολύ που σε σιχαίνομαι. Σε θέλω τόσο πολύ που οδηγούμαι στην τρέλα. Σε θέλω τόσο πολύ που θα είσαι το τελευταίο πράγμα που θα θελήσω. Σε θέλω τόσο πολύ.
Σε θέλω.
Πολύ.


Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Νουάρ - της La Baronne


Μου λείπει το άτομο που ήμουν όταν δεν ήμουν αυτό που είμαι τώρα. Μου λείπουν οι σκέψεις μου, τα πρόσωπα μέσα τους, η απόχρωση τους. Mου λείπει το μαύρο στην άκρη των φωτογραφιών του μυαλού μου και μου λείπουν τα πλάνα σε ασπρόμαυρο που περνούσαν από μπροστά μου.




Μου λείπει η κατάσταση και μου λείπει εκείνο το αίσθημα.Από πάντα σιχαινόμουν το φως και την ικανότητα του να ξεγλιστρά, να διαχέεται, να αντανακλάται, να διαθλάται και πάνω απ' ολα να φωτίζει κάθε μικρή γωνία. Ποτέ δεν ήθελα φωτεινές όλες τις πλευρές του μυαλού μου. Ήθελα μερικές να είναι σκοτεινές και σκονισμένες και να κρύβουν μυστικά και απομεινάρια από στιγμές και συναισθήματα. Μου άρεσε η σκόνη και με βόλευε και το σκοτάδι με προστάτευε και συντηρούσε το ποια είμαι. Όσο πιο πολύ φωτίζεις, τόσο χάνεις από το μυστήριο, από την απατή.

Θέλω ξανά τα κείμενα μου σκοτεινά και το κρεβάτι μου άνω κάτω. Θέλω πάλι τα δάχτυλα μου να πονούν, από την ώρα που περνούσα αγγίζοντας τις άκρες του μυαλού μου, που πονούσαν και έκοβαν. Θέλω πάλι σκέψεις να με κρατούν ξύπνια την νύχτα. Θέλω πάλι όνειρα περίπλοκα και σκοτεινά και άδεια. Θέλω να νιώθω και να με νιώθουν. Θέλω πάλι να πιέζω τον εαυτό μου να πηδήξει μέσα σε σκοτεινές θάλασσες. Θέλω πάλι να μπορώ να πνίγομαι μέσα σε αυτές, να χάνομαι σε λαβύρινθους και μάτια. Θέλω πάλι να κυκλοφορώ με μαλλιά ανακατεμένα από την πολλή ζωή. Θέλω πάλι και θέλω πολύ.

Σήμερα είναι μια καινούρια αρχή. Είμαι έτοιμη να περπατήσω μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού μου και να συναντήσω όλους εκείνους που κλείδωσα στα υπόγεια και χτυπούν ώρες ατέλειωτες την πόρτα τους. Θέλω πάλι.


Για να βρούμε τον εαυτό μας πρέπει να κοιτάξουμε ανάμεσα στα ερείπια του παρελθόντος μας. Μέσα σε αυτά και την σκόνη τους κρύβεται κάθε απόφαση δίκη μας, κάθε μικρό μυστικό, κάθε κουβέντα και κάθε σκέψη. Ανάμεσα τους περπατούν τα φαντάσματα των ανθρώπων μας και στις γωνιές τους κρύβονται όλες οι μάσκες που φορέσαμε. Εγώ θέλω να επανεξετάσω τις δίκες μου. Να παίξω με τα φαντάσματα μου, να αποφασίσω, να ξαναζήσω και να δω αν, τελικά, είμαι κάτι στα μάτια μου ή όχι.