Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεων Ναρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεων Ναρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

#weremember | Προς την Ημέρα Μνήμης Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος | Λεων Α. Ναρ | "Θυμούμαι, άρα υπάρχω"

Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά.

#weremember #όσοχρειαστεί



Προς την Ημέρα Μνήμης 
Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων 
του Ολοκαυτώματος 
 
Σήμερα
΄Ενας Σαλονικάι για τη Σαλονίκη

 

Γράφει ο Λέων Α. Ναρ

 

 

 «Θυμούμαι, άρα υπάρχω» 

(στίχος δανεισμένος από το 

«Υστερόγραφο» του Μανόλη Αναγνωστάκη) 

 


 

Περπατώ στων "Εξοχών" τη λεωφόρο και αναλογίζομαι το χθες....Από ανάγκη ίσως να κάνω, νοερά έστω, την ίδια διαδρομή σε μια πόλη που ήταν κάποτε πιο μικρή, πιο ανθρώπινη, πιο χαμηλότονη. Να μοιραστώ θέλω με τους συμπολίτες μου τους διαφορετικούς ήχους, τα διαφορετικά χρώματα, τις διαφορετικές εικόνες, να αφουγκραστούμε μαζί, μέρες πούναι, φωνές που έσβησαν αλλά έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένες στην καρδιά της πόλης. 

        Πού είναι άραγε ο Αλλατίνη; Τι θα απογίνουν τελικά οι μύλοι του που παραπαίουν, φτωχοί συγγενείς του παρακείμενου πολυτελούς Μεγάρου; Πόσοι άραγε, συνομήλικοί μου, νέοι Σαλονικείς, γνωρίζουν ότι το κτίριο που στεγάζεται σήμερα η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας ήταν το σπίτι του; Πόσο μεγάλη τιμή θα ένιωθαν οι κύριοι Φερνάντεζ, Μορντώχ και Μοδιάνο; Η Κάζα Μπιάνκα του Φερνάντεζ, που τη γλυτώσαμε την τελευταία στιγμή από την αντιπαροχή, Δημοτική Πινακοθήκη , όσο για του Μορντώχ, δημοτική ιδιοκτησία επίσης. Του Μοδιάνο πάλι λαογραφικό μουσείο! Τι να πει κανείς; Πάλι καλά που έμειναν τουλάχιστον τα κτίρια αυτά, μαζί με κάποια άλλα, για να θυμίζουν ότι κάποτε, πριν χαθούν οριστικά, έδρασαν και μεγαλούργησαν εδώ αυτοί οι λαμπροί μεγαλοαστοί, διακεκριμένοι βιομήχανοι, έμποροι και τραπεζίτες. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτοί! 

        Χάθηκαν μαζί τους, φυσικά, και όλοι οι άλλοι: Οι μικροπωλητές, οι γαλατάδες, οι γυρολόγοι, οι εργάτες, οι χαμάληδες του λιμανιού, οι καπνεργάτες, όλοι όσοι πολεμούσαν για το καθημερινό μεροκάματο Βεροίας με Εδέσσης γωνιά, αλλά και στις αγορές Βλάλη και Μοδιάνο. Ας οραματιστούμε λοιπόν! Ας οραματιστούμε μαζί με κάποιους αμετανόητα μπαγιάτηδες που εξακολουθούν να μιλούν για τη Φεντερασιόν και για τον ιδρυτή της Μπεναρόγια, μαζί μ’ αυτούς που δεν παραλείπουν σε κάθε περίσταση να τονίζουν πως το Μάη του ’36 χύθηκε και εβραϊκό αίμα. Ας οραματιστούμε αυτήν εδώ τη φτωχομάνα, την γκρινιάρα, τη μεμψίμοιρη, την τόσο λατρεμένη όμως Σαλονίκη, με τις δεκάδες εβραϊκές εφημερίδες της που κυκλοφορούσαν καθημερινά, με το τόσο ιστορικό νεκροταφείο της που, πράγμα ανήκουστο, καταστράφηκε κι αυτό μαζί με τις 50 Συναγωγές της. 

        Αυτοί οι μπαγιάτηδες όμως ο ένας μετά τον άλλο χάνονται. Χάνονται σιγά σιγά αυτοί που μαρτυρούν την αρμονική συνύπαρξη, χάνονται αυτοί που μοιράζονται με μας τις αναμνήσεις τους, που ανατριχιάζουν όταν σκέφτονται την επιστροφή των ελάχιστων φίλων τους που γύρισαν στην πόλη που αγαπούσαν, όλων αυτών που μέρες μόνο πριν φορούσαν ακόμη τις ριγέ στολές του στρατοπέδου. 

        Όλων αυτών που προσπάθησαν, στιγματισμένοι από το χτύπημα της υπέρτατης ύβρεως, να οικοδομήσουν μια νέα ζωή, με τα δικά τους έθιμα και τις δικές τους συνήθειες, με τη ξεχωριστή και μελωδική ισπανοεβραϊκή γλώσσα τους. Να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στην πόλη που τους περίμενε καρτερικά και άνοιξε την αγκαλιά της για να τους δεχτεί, όπως είχε κάνει και πάλι 450 χρόνια νωρίτερα. Κι ας υπήρχαν αυτοί που καταπάτησαν οτιδήποτε εβραϊκό υπήρχε στην πόλη, κι ας κυκλοφορούσαν ανάμεσά τους αυτοί που πλιατσικολόγησαν τα πάντα και ξεθεμελίωσαν το ιστορικό εβραϊκό νεκροταφείο... 

        Εκτός από τους παλιούς μπαγιάτηδες όμως μας φεύγουν και οι ελάχιστοι, πια, επιζώντες της γερμανικής θηριωδίας. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο πως δε θα μαθαίνουμε πια για το παρελθόν, πως δε θα υπάρχουν κάποιο για να μας θυμίζουν πως το νοσοκομείο Ιπποκράτειο ήταν κάποτε το νοσοκομείο της δική τους Κοινότητας, το Χιρς, ότι στη Βίλκα, στον πολυχώρο που κάποτε τα πίναμε, οι Τόρρες είχαν το υφαντουργείο τους, πως οι στοές Καράσσο και Σαούλ ήταν το επίκεντρο της καθημερινότητας τους. 

        Το πρόβλημα είναι ότι όσο χάνονται οι μάρτυρες του μεγαλύτερου εγκλήματος που συντελέστηκε ποτέ στην ανθρωπότητα τόσο δυναμώνει η φωνή των άλλων, που διαρκώς πυκνώνουν, των άλλων που υψώνουν την φωνή τους και αμφισβητούν. Αμφισβητούν! Αμφισβητούν τον αριθμό που ήταν σημαδεμένος στο χέρι της επιζώσας γιαγιάς μου, αμφισβητούν ότι ο επιζών παππούς μου έχασε εκεί, όπως και χιλιάδες άλλοι, ολόκληρη την οικογένεια του, αμφισβητούν το θάνατο, αμφισβητούν τον εξευτελισμό, αμφισβητούν, αμφισβητούν, αμφισβητούν! «Το μέγεθος της πραγματικής συμφοράς», γράφει ο Adorno «δεν επιτρέπει τη λήθη». 

        Έτσι και εμείς, με αφορμή την Εθνική Ημέρα Μνήμης Ηρώων και Μαρτύρων του Ολοκαυτώματος που πλησιάζει, τη στιγμή που οράματα και μνήμες πάνε να καταλαγιάσουν, επιχειρούμε αφενός να υπενθυμίσουμε πόσο πολύτιμο είναι να διατηρεί κανείς την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του, παρέα με τους υπόλοιπους συμπολίτες του, και αφετέρου να τονίσουμε πόσο οδυνηρό είναι για μια πόλη να αναμετρά τις πληγές της εβδομήντα τόσα χρόνια μετά από τον αφανισμό της Ισραηλιτικής της Κοινότητας.

 





ΛΕΩΝ Α. ΝΑΡ


Ο Λέων Α. Ναρ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1974. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Νεοελληνικής Φιλολογίας, Βιβλιολογίας και Διδακτικής της Λογοτεχνίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο (2000), ενώ το 2007 αναγορεύτηκε Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας. Τον Νοέμβριο του 2015 έγινε δεκτός ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και τον Δεκέμβριο του 2017 ολοκλήρωσε την μεταδιδακτορική του έρευνα.

Το 2007 εξέδωσε (σε συνεργασία με τον Γιώργο Αναστασιάδη και τον Χρήστο Ράπτη) το βιβλίο Εγώ ο εγγονός ενός Έλληνα, η Θεσσαλονίκη του Νικολά Σαρκοζί[1], (Καστανιώτης) το οποίο μεταφράστηκε και στα γαλλικά. Το 2009 εκδόθηκε το δίτομο έργο του Ναρ με τίτλο Γιωσέφ Ελιγιά, Άπαντα[2](Γαβριηλίδης), ενώ την ίδια χρονιά επιμελήθηκε το επετειακό λεύκωμα 25 χρόνια Ιανός[3]. Το 2011 κυκλοφόρησε το δίγλωσσο (σε ελληνική και αγγλική γλώσσα) βιβλίο του με τίτλο Το μέλλον του παρελθόντος, Θεσσαλονίκη 1912-2012[4] (Καπόν), (με φωτογραφίες του Γιώργη Γερόλυμπου), και η μελέτη Ισραηλίτες Βουλευτές στο Ελληνικό Κοινοβούλιο[5] που επιμελήθηκε το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων. 
Το 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο Το παιχνίδι της εξέδρας σχολιασμένα συνθήματα από τα ελληνικά γήπεδα[6](Μεταίχμιο).

Το 2017 κυκλοφόρησε (Ευρασία) το θεατρικό έργο του "Δεν σε ξέχασα ποτέ"[7] (μαζί με cd των σεφαραδίτικων τραγουδιών της ομώνυμης παράστασης) που ανέβηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το 2017[8]

Το 2018 κυκλοφόρησε το βιβλίο Ξανά στη Σαλονίκη. Η μετέωρη επιστροφή των Ελλήνων Εβραίων στον γενέθλιο τόπο (1945-46)[9][10] από τις εκδόσεις Πόλις. Κείμενά του, επίσης, έχουν δημοσιευτεί σε 8 συλλογικούς τόμους.

Το 2020 επιμελήθηκε μέρος από το υλικό από το αρχείο του Αλμπέρτου Ναρ, με ηχογραφήσεις σεφαραδίτικης μουσικής που βρίσκεται στο ΕΛΙΑ Θεσσαλονίκης, το οποίο κυκλοφορεί και γίνεται γνωστό με την τρίγλωσση έκδοση I REMEMBER... ΘΥΜΑΜΑΙ, όπου επιζώντες του Ολοκαυτώματος τραγουδούν Σεφαραδίτικα τραγούδια (εκδόσεις IANOS).


Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Σελιδοδείκτης | 17η Διεθνής ΄Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης 2020 | Επιλογές του Σαββάτου 21/11 | Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά

 

 Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά



17η Διεθνής ΄Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης 2020

Επιλογές του Σαββάτου

21.11
 

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Η ατομική και η συλλογική μνήμη ως όχημα του χρόνου στη λογοτεχνία

11:00

ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΝ ΟΙ:


Ζωή Μπόζεμπεργκ, συγγραφέας, 

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, συγγραφέας. 

Συντονίζει ο Λέων Α. Ναρ, δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας ΑΠΘ, συγγραφέας.

ΟΡΓΑΝΩΣΗ:
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΕΡΕΩΜΑ / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΥΠΝΙΟ

Συζήτηση με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος της Ζωής Μπόζεμπεργκ «Παλιοί δεσμοί, νέοι τόποι» (εκδόσεις Στερέωμα) και του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη «Έξοδα νοσηλείας» (εκδόσεις Ενύπνιο).

 
 
13:30
 
«Οι Ντονμέ της Οθωμανικής Θεσσαλονίκης»  
 
του Marc David Baer:
 
Η ζωή σε δυο παράλληλους κόσμους και η βαθμιαία διολίσθηση 
από τον κοσμοπολιτισμό στον εθνικισμό
 
 

ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΝ ΟΙ:

 
Γιάννης Καρατζόγλου, συγγραφέας, 

Λέων Α. Ναρ, δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας ΑΠΘ, συγγραφέας. 

Συντονίζει ο δημοσιογράφος Σταύρος Τζήμας.

 

 

Μια αφήγηση της ιστορίας των Ντονμέ, 

των απόγονων εκείνων των Εβραίων 

που κατοικούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, 

προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ τον 17ο αιώνα 

και στο τέλος του 19ου αιώνα έφτασαν 

στην κορυφή της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης.
 

ΟΡΓΑΝΩΣΗ:
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ


 

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2020

Σελιδοδείκτης | Αναδημοσίευση | Το στούντιο "Αγροτικόν" | Γράφει ο Λέων Ναρ | Ιστορικά τοπόσημα της Θεσσαλονίκης | Μαρίνα Καρτελιά


 

Ο Λέων Α. Ναρ μας εισάγει σ΄ένα κομμάτι της ιστορίας της πόλης που αγαπάμε, άγνωστο σε πολλούς, με μια εξαιρετική περιγραφή που μας ταξιδεύει στην ιδιαίτερη αύρα των πραγμάτων, την οποία αποκτούσαν όταν βυθιζόταν σ΄αυτά ο Νίκος Παπάζογλου.


 Γράφει ο Λέων Α. Ναρ.


 

IΣΤΟΡΙΚΑ ΤΟΠΟΣΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

Φωτ.: parallaximag

 

Το στούντιο "Αγροτικόν"

 

 

Με το "Αγροτικόν" είμαστε συνομήλικοι. Γεννήθηκα ακριβώς τη χρονιά που ο Παπάζογλου έστηνε το σπουδαιότερο τοπόσημο της μεταπολιτευτικής μουσικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Στο στούντιο "Αγροτικόν" ο Νίκος Παπάζογλου, άλλες φορές ως παραγωγός, άλλες ως ηχολήπτης, άλλες ως μουσικός και ενορχηστρωτής, μα πάντα ως εμπνευσμένος δημιουργός, σημάδεψε τη δισκογραφική παραγωγή της χώρας ολόκληρης. Θα ξεδιπλωνόταν το πληθωρικό ταλέντο του Σωκράτη Μάλαμα, αν ο Νικόλας δεν τον παρότρυνε να ηχογραφήσει τα πρώτα του τραγούδια, τις Ασπρόμαυρες Ιστορίες, με τη σύμπραξη βέβαια, της Ντόρας Ρίζου, παραγωγού της Lyra; Ο Παπάζογλου όχι μόνο ενθάρρυνε τις ανησυχίες τού μέχρι τη στιγμή εκείνη κιθαρίστα του συγκροτήματός του, αλλά στήριξε σθεναρά το όραμα του Σωκράτη. Το ίδιο έκανε και με ένα σωρό άλλους. Κόσμος και κοσμάκης ηχογράφησε στο στούντιο, από τις Τρύπες και τον εμπνευσμένο Μανώλη Ρασούλη μέχρι τον μέγιστο Θανάση Παπακωνσταντίνου και τη Μελίνα Κανά.

   

 

 

 

 

 

 

 

 

Στο "Αγροτικόν" ηχογραφήθηκαν τραγούδια που έθεσαν τη Θεσσαλονίκη στο επίκεντρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του '90. Ο Παπάζογλου έψαχνε διαρκώς να βρει τα στοιχεία που τον όριζαν, τις συντεταγμένες του εαυτού τους μέσα στο χρόνο. Η ιστορία θα γράψει ότι η δεκαετία του ΄90 αποτέλεσε το σημείο διασταύρωσης όχι μόνο των κοινωνικών, αλλά και των πολιτικών αλλαγών, των καθημερινών μας συνηθειών εν γένει. Και ο Παπάζογλου ήξερε καλά ότι στο "Αγροτικόν", στον χώρο της επικράτειάς του, γεννήθηκαν πολλά εμβληματικά τραγούδια, ζυμώθηκαν σχέσεις που σημάδεψαν τα μουσικά δρώμενα της χώρας, προέκυψαν ένα σωρό σπουδαίες συνεργασίες. 


        Και αναφέρομαι κυρίως στα τέλη της δεκαετίας του '80, αρχές της δεκαετίας του '90, στην περίοδο που ο Μάλαμας έβγαζε τον πρώτο του δίσκο, τις Ασπρόμαυρες ιστορίες, την εποχή που οι ΄Αγαμοι Θύται έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση τον Οκτώβριο του 1990, εγκαινιάζοντας τη μουσική σκηνή Βολτάζ, την ίδια, πάνω κάτω, εποχή που ο Δημήτρης Ζερβουδάκης, ο ΓΙώργος Καζαντζής, ο Αργύρης Μπακιρτζής και οι Χειμερινοί Κολυμβητές αποτύπωναν το γερό στίγμα τους στο ελληνικό τραγούδι. Και, βέβαια, όχι μόνο αυτοί, αλλά μια πλειάδα έντεχνων συνθετών και ερμηνευτών που εμπλουτίζουν διαρκώς τόσο τη δισκογραφία όσο και τις ζωντανές τους εμφανίσεις, επιμένοντας να εμπνέονται και να δημιουργούν στη Θεσσαλονίκη. Ο Κώστας Βόμβολος, ο Γιώργος Χριστιανάκης, και αργότερα η Μελίνα Κανά, η Λιζέτα Καλημέρη, ο Γιάννης Αγγελάκας, ο Παύλος Παυλίδης και τόσοι άλλοι.

        Πολλοί είναι οι καλλιτέχνες που έχουν να θυμηθούν κάτι από το "Αγροτικόν". Σίγουρα, από τα καταγεραμμένα περιστατικά ξεχωρίζω αυτό με πρωταγωνιστή τον Μάνο Χατζιδάκι, που βρέθηκε στο στούντιο, γιατί την περίοδο εκείνη το χρησιμοποιούσε και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Ο αστικός μύθος λέει ότι ο Παπάζογλου πήγαινε κάθε μεσημέρι να παραλάβει τα παδιά του από το σχολείο και να τα μεταφέρει στο σπίτι του. ΄Οταν, λοιπόν, εξήγησε στον Χατζιδάκι τον λόγο της προσωρινής του αποχώρησης, αυτός του απάντησε: "Ακόμα κάθεσαι;". Αφού ο Παπάζογλου εκπλήρωσε τα πατρικά του καθήκοντα και επέστρεψε στο "Αγροτικόν", βρήκε τον Χατζιδάκι ξαπλωμένο, κάτω στη μοκέτα, να κοιμάται, γεγονός που μόνο άνετα δεν τον έκανε να αισθανθεί. Βέβαια, στο στούντιο, και πιο συγκεκριμένα στην κονσόλα, αποκοιμήθηκαν πάρα πολλοί συντελεστές, κατάκοποι από τους οργιώδεις ρυθμούς που επικρατούσαν, όπως μου εισήμανε ο Παναγιώτης Κουτσούρος, μποζουκτσής και επί χρόνια στενός συνεργάτης του Νίκου Παπάζογλου.

        Υπήρχαν καταπληκτικές στιγμές δημιουργίας, πρώτα από όλα γιατί το στούντιο αποτέλεσε έναν πυρήνα όπου μαζεύονταν διάφοροι και προσέφεραν καινοτόμες ιδέες και εναλλακτικά παιξίματα. Δημιουργικό ζυμωτήρι ιδεών. ΄Εμπαινε κάποιος να κάνει ένα δίσκο και κατέληγε να εμπλέκεταιι σε ποικίλες εξαιρετικές εμπειρίες, να εμπλουτίζεται και να συναντιέται με τη δεξιοτεχνία ανθρώπων και με μουσικές εμπνεύσεις που ούτε καν φανταζόταν. Πώς αλλιώς μπορούσαν να προκύψουν τέτοιες πρωτότυπες μουσικές, τέτοιες εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις, τέταοια σπάνια ηχοχρώματα; Ο χώρος αυτός φαίνεται τελικά ότι ενέπνεε. ΄Ηταν "Αγροτικόν" κανονικά: μπαινόβγαινε όποιος ήθελε. Και ήταν τα υψηλά κόστη το γεγονός που κατέστησε το στούντιο οικονομικά μη βιώσιμο, μετά από τριάντα σχεδόν χρόνια ακατάπαυστης λειτουργίας, όχι, βέβαια, στο ίδιο ακριβώς οίκημα, αλλά στην ευρύτερη περιοχή της Τούμπας, κοντά στον ΄Αγιο Θεράποντα, στην οδό Παπάφη αρχικά, λίγο δυτικά της Μπότσαρη, και δίπλα στα παλιά γραφεία της Μεντ αργότερα. Εκεί, δηλαδή, που ο Παπάζογλου προσπάθησε να εμπεδώσει την ελληνική παράδοση και να τη μπολιάσει στα τραγούδια του, εκεί που προφανώς, έκων άκων, καθόρισε και τις επιλογές άλλων δημιουργών σε σχέση με αυτά που άκουγε.

         Τις Κυριακές, λέει, δεν έκαναν πρόβες στο "Αγροτικόν". Το σίγουρο είναι ότι το ηχόχρωμα στην περιοχή ήταν αλλιώτικο. Την Κυριακή ακούγονταν μόνο οι ιαχές των οπαδών του ΠΑΟΚ από το παρακείμενο γήπεδο της Τούμπας. Τις καθημερινές, όμως, και τα Σάββατα δέσποζε άλλοτε ο τζουράς του Θανάση Παπακωνσταντίνου, άλλες φορές οι κιθάρες του Μπάμπή Παπαδόπουλου και άλλες πάλι η φωνή του Αγγελάκα. Μιλάμε, επομένως, για την απόλυτη "φωλιά" πολιτισμού. Δεν υπήρχε αντίστοιχος χώρος στη Θεσσαλονίκη με τέτοια δημιουργική αυτονομία. Εκεί γίνονταν τα πάντα: κλείνονταν οι συναυλίες, εκεί κουβεντιάζονταν θέματα που απασχολούσαν πολλούς δημιουργούς σε οικεία ατμόσφαιρα. Εκεί το πνεύμα της όποιας παραγωγής ακολουθούσε πάντοτε τη γραμμή του ποιοτικού οράματος. Και εκεί, πίσω από την κονσόλα συνήθως, ο Νίκος Παπάζογλού να ακούει με προσοχή την ιδέα του καθενός , να εμπλουτίζει, να αφαιρεί, συμβουλευτικά και καθόλου επεμβατικά. Εκεί γράφτηκαν πολλές από τις σελίδες που συνθέτουν την ιστορία της μουσικής παραγωγής της χώρας, εκεί εκτυλίχθηκαν δεκάδες δρώμενα που βρίσκονται πίσω από τους δίσκους που αγαπήσαμε, πίσω από τα τραγούδια που μας συντροφεύουν. Εκεί βρίσκονταν μαζί οι μουσικοί και οι ερμηνευτές που έπρεπε να συμμετάσχουν στη δημιουργία ενός τραγουδιού μέσα στο στούντιο. Και εκεί έβγαινε και αποτυπωνόταν το μεράκι, με δυο-τρεις πρόβες, με κάποιες τελευταίες ρυθμίσεις, και ό,τι έγραφες την ώρα που είχες πατήσει "εγγραφή" στο μαγνητόφωνο. Εκεί, τέλος, ο Παπάζογλου κι οι συνεργάτες του πειραματίστηκαν με τεχνικές αυτοσχεδιαστικές που για την εποχή τους είχαν πολύ πρωτοποριακά αποτελέσματα.          

 
 
 "Ο άνθρωπος που είχε στα χέρια του κατσαβίδια" - όπως λέει χαρακτηριστικά για τον "Παπάζι" ο Παναγιώτης Κουτσούρας, ο οποίος θυμάται ένα περιστατικό που επιβεβαιώνει εμφατικά την ικανότητα του "Πουσπούλ" να λύνει προβλήμετα που προέκυπταν την ώρα της δουλειάς. "Κάναμε μείξη τη "Μάισα Σελήνη", την τελευταία δουλειά του Νίκου, κι αφού είχαμε οργανώσει τα πάντα, πήγαμε να βάλουμε σε λειτουργία ένα μηχάνημα που δίνει επιπλέον βάθος στον ήχο, παλιό μηχάνημα, αλλά απαραίτητο εκείνη τη στιγμή. Ο βόμβος που έβγαινε ήταν πολύ έντονος, ο οποιοσδήποτε άλλος θα τα παρατούσε και θα πετούσε επί τόπου το μηχάνημα. Ο Παπάζογλου με προέτρεψε να πάω μια βόλτα για μιάμιση ώρα, και όταν γύρισα είχε φτιάξει έναν αναστροφέα φάσης που εξαφάνισε τον βόμβο που ακουγόταν πριν. Αυτός ήταν ο Παπάζογλου.
        Είμαι σίγουρος ότι τον Νίκο Παπάζογλου θα τον έτρωγε η αδιαφορία των φορέων στους οποίους απευθύνθηκε, προκειμένου να διασωθούν κάποια από τα "άχρηστα" μηχανήματα του στούντιο, που πετάχτηκαν βορά της ψηφιακής τεχνολογίας. Εξάρτήματα, ευρεσιτεχνίες και δεκάδες ταινίες με βαριά ιστορία.
        Κλείνω με μια μαρτυρία του μουσικού, συνθέτη και κιθαρίστα Μπάμπη Παπαδόπουλου, που ηχογράφησε αμέτρητες φορές στο στούντιο, τόσο ως άμεσος συνεργάτης του Παπάζογλου όσο και συμμετέχοντας σε άλλες παραγωγές. "Αν και έχω ζήσει πολλές ώρες στο "Αγροτικόν", και παρόλο που έχω κάνει πάρα πολλές ηχογραφήσεις, μου ήταν πολύ δύσκολο να θυμηθώ μία ιστορία να διηγηθώ. Είναι τόσο πολλές, που μάλλον έχουν καταγραφεί στο μυαλό και έχουν δημιουργήσει μια συνολική εικόνα και ένα σύμπλεγμα συναισθημάτων. Μπορώ όμως να σας πω για την τελευταία μου εμπειρία με αυτόν τον χώρο. ΄Οταν αποφασίσαμε να γράψουμε την Αγρύπνια του Θανάση Πσαπακωνσταντίνου, θελήσαμε να ηχογραφήσουμε ζωντανά την ορχήστρα, οπότε σκεφτήκαμε το "Αγροτικόν", μιας και γνωρίζαμε ότι ήταν ο καλύτερος χώρος στην πόλη για αυτή τη δουλειά. ΄Οταν επισκεφτήκαμε, λοιπόν, τον Νίκο, για να συνεννοηθούμε για όλα τα πρακτικά θέματα, βρεθήκαμε προ εκπλήξεως μεγάλης. Το στούντιο υπολειτουργούσε ή δεν λειτουργούσε καθόλου εκείνη την εποχή. Σπάνιο για τα παλαιότερα χρόνια, τα χρόνια της ακμής του δηλαδή. Η κονσόλα ήταν διαλυμένη και κομματιασμένη, δεν μπορώ να σου περιγράψω. Ο Νίκος, βέβαια, με τη χαρακτηριστική του άνεση, μας βεβαίωσε ότι όλα θα ήταν έτοιμα όταν αποφασίζαμε να μπούμε μέσα. Φυσικά, αυτός έκανε σέρβις στα μηχανήματά του, όπως γνωρίζετε. Η ηχογράφηση, λοιπόν, ξεκίνησε στην ώρα της και το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Εκεί που μπορεί κανείς να ακούσει και να καταλάβει την ποιότητα αυτού του χώρου, είναι το κομμάτι "΄Αστρο του πρωινού". Ηχογραφήθηκε ζωντανά. Η ορχήστρα σε κύκλο κι ο Νίκος στη μέση να τραγουδάει. Ηχογράφηση μια κι έξω, α λα παλαιά. Καταπληκτική στιγμή και αυτό αποτυπώνεται στην ηχογράφηση".
 
 
-----


Το παρόν κείμενο, που καθώς το αναπαρήγαγα σκεφτόμουν ότι θα μπορούσε να είναι και μια πολύ όμορφη ραδιοφωνική εκπομπή ή podcast, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό "ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ', στο τελευταίο τεύχος αρ. 73, που μπορείτε να το βρείτε εκτός από τη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο της University Studio Press, στον Ευρυπίδη και στο Φάσμα.
 
Οι φωτογραφίες είναι άλλες απ΄αυτές της αρχικής δημοσίευσης, ενώ προστέθηκαν τα μουσικά έργα που αναφέρονται στο άρθρο.
 
Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά.

    


Μάισα Σελήνη - Νίκος Παπάζογλου


Ασπρόμαυρες Ιστορίες - Σωκράτης Μάλαμας
 
 
 
΄Αστρο του πρωινού - Θανάσης Παπακωνσταντίνου





ΛΕΩΝ Α. ΝΑΡ


  
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Ο Λέων Α. Ναρ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1974. Σπούδασε    Κλασική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές   Νεοελληνικής Φιλολογίας, Βιβλιολογίας και Διδακτικής της Λογοτεχνίας   στο ίδιο Πανεπιστήμιο (2000), ενώ το 2007 αναγορεύτηκε Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας. Τον Νοέμβριο του 2015 έγινε δεκτός ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και τον Δεκέμβριο του 2017 ολοκλήρωσε την μεταδιδακτορική του έρευνα.

Το 2007 εξέδωσε (σε συνεργασία με τον Γιώργο Αναστασιάδη και τον Χρήστο Ράπτη) το βιβλίο Εγώ ο εγγονός ενός Έλληνα, η Θεσσαλονίκη του Νικολά Σαρκοζί[1], (Καστανιώτης) το οποίο μεταφράστηκε και στα γαλλικά. Το 2009 εκδόθηκε το δίτομο έργο του Ναρ με τίτλο Γιωσέφ Ελιγιά, Άπαντα[2](Γαβριηλίδης), ενώ την ίδια χρονιά επιμελήθηκε το επετειακό λεύκωμα 25 χρόνια Ιανός[3]. Το 2011 κυκλοφόρησε το δίγλωσσο (σε ελληνική και αγγλική γλώσσα) βιβλίο του με τίτλο Το μέλλον του παρελθόντος, Θεσσαλονίκη 1912-2012[4] (Καπόν), (με φωτογραφίες του Γιώργη Γερόλυμπου), και η μελέτη Ισραηλίτες Βουλευτές στο Ελληνικό Κοινοβούλιο[5] που επιμελήθηκε το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων. 
Το 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο Το παιχνίδι της εξέδρας σχολιασμένα συνθήματα από τα ελληνικά γήπεδα[6](Μεταίχμιο).

Το 2017 κυκλοφόρησε (Ευρασία) το θεατρικό έργο του "Δεν σε ξέχασα ποτέ"[7] (μαζί με cd των σεφαραδίτικων τραγουδιών της ομώνυμης παράστασης) που ανέβηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το 2017[8]

Το 2018 κυκλοφόρησε το βιβλίο Ξανά στη Σαλονίκη. Η μετέωρη επιστροφή των Ελλήνων Εβραίων στον γενέθλιο τόπο (1945-46)[9][10] από τις εκδόσεις Πόλις. Κείμενά του, επίσης, έχουν δημοσιευτεί σε 8 συλλογικούς τόμους. 
 
Το 2020 επιμελήθηκε μέρος από το υλικό από το αρχείο του Αλμπέρτου Ναρ, με ηχογραφήσεις σεφαραδίτικης μουσικής που βρίσκεται στο ΕΛΙΑ Θεσσαλονίκης, το οποίο κυκλοφορεί και γίνεται γνωστό με την τρίγλωσση έκδοση I REMEMBER... ΘΥΜΑΜΑΙ, όπου επιζώντες του Ολοκαυτώματος τραγουδούν Σεφαραδίτικα τραγούδια (εκδόσεις IANOS).







Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Σελιδοδείκτης | Ι Remember.... Θυμάμαι | Επιζώντες του Ολοκαυτώματος Τραγουδούν Σεφαραδίτικα | Αλμπέρτο Ναρ - Λέων Α. Ναρ

Γράφει η Μαρίνα Καρτελιά.












Αρχείο: Αλμπέρτος Ναρ 
Επιμέλεια: Λεων Α. Ναρ


Αποκρυστάλλωση Μνήμης.


΄Αρχισα να ακούω το cd που κυκλοφορεί με τη φροντίδα και την καινοτόμα τόλμη των εκδόσεων IANOS με το πού το πήρα στα χέρια μου. Αμέσως μετά το unboxing. Η μια φωνή ήταν άλλοτε μικρού κοριτσιού, άλλοτε σκερτσόζας γυναίκας. Είχαν όλο το κρυφό ταμπεραμέντο, κουβαλημένο στους αιώνες, ζυμωμένο στις γειτονιές και στα γκέτο. Είχαν όλο το τραύμα και ταυτόχρονα έκλειναν πονηρά το μάτι στην Ιστορία, λέγοντας χωρίς λόγια: "Εδώ είμαστε". Η ατμόσφαιρα είχε το εν τη γενέσει στοιχείο μιας μουσικής πραγματικότητας. Με την έννοια, ότι καθώς ξετυλίγονταν οι μελωδίες, με την εισαγωγή να μπαίνει με τη φωνή του Αλμπέρτου Ναρ, έγραφε ήδη μια μουσική ιστορία, αυτή που το cd έτσι φτιαγμένο, απλά, a capella, πραγματικά προοριζόταν να εγκαθιδρύσει.

Για πρώτη φορά, δυο "Σαλονικάι", που στα εβραϊκά πάει να πει άντρας ρωμαλέος κι εύστροφος, ενώνονται στο Χωροχρόνο και αναφωνούν δίγλωσσα, στα ελληνικά και στα λαντίνο, - όπως στο ομώνυμο διήγημα- , "Αλεβάντα Τζάκο, Σήκω επάνω Τζάκο!", περιηγούμενοι ίδια όπως εκείνος ο ήρωας, τη Σαλονίκη που σώνει η μνήμη.

Το αρχείο του Αλμπέρτου Ναρ, είναι όπως διαβάζουμε εκτενές και αυτό το εγχείρημα εμφανίζει μόνο ένα μικρό απόσπασμά του. Είναι αρκετό όμως να διαπιστώσουμε την κατανυκτική προσοχή με την οποία συλλέχθηκε και διασώθηκε ένα μεγάλο κομμάτι ανομολόγητου πολιτισμού της πόλης της Θεσσαλονίκης, με τα τραγούδια ερμηνευμένα στην ισπανικοεβραϊκή διάλεκτο Λαντίνο, αλλά τόσο ζυμωμένα στην ελληνική καθημερινότητα, στη μουσική πραγματικότητά της Ελλάδας ως και στις μέρες μας,  που πια την πλειοψηφία των τραγουδιών την ξέρουμε, την έχουμε τραγουδήσει, βιώσει κλάψει όλοι μας. Το γελεκάκι, για παράδειγμα, που περιέχεται σ΄αυτό το θησαύρισμα,  το τραγουδούσε όπως μου έλεγαν, η Σμυρνιά γιαγιά μου στον συμπατριώτη της παππού μου, για να του φτιάξει τη μέρα και είναι βίωμα και αγαπημένο και σε μένα.

Η επιλογή επίσης των τραγουδιών, που έγινε από τον Λέοντα Ναρ, έχει όλο το σεβασμό στην αποτύπωση της βιωμένης καθημερινότητας στην οποία ανατράφηκε ο ίδιος και ο πατέρας του, όπως και το σύνολο σχεδόν των κατοίκων της εποχής που γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης τα σεφαραδίτικα τραγούδια. Εδώ είναι όλα, η γλύκα, τα γλέντια, το μεράκι, ο ξεριζωμός, το συναίσθημα, η απώλεια. Είναι παρούσα μέσω των τραγουδιών η κουλτούρα της πόλης, ο τρόπος που διασκέδαζαν, η καθημερινή μάχη για επιβίωση, η τιμιότητα, στοιχεία αμιγώς ενσωματωμένα στην κουλτούρα της ελληνικής κοινωνίας συνολικά ως σήμερα. Στην εισαγωγή που υπογράφει ο ίδιος, αυτό ξεδιπλώνεται ευκρινέστατα.

Διαβάζοντας τα κείμενα του βιβλίου, με τον πρόλογο του Νίκου Ορδουλίδη,μπαίνουμε στο ιστορικό πλαίσιο και αντιλαμβανόμαστε πόσο συντaρακτικό είναι αυτό στο σήμερα. Η εκπληκτική μας συνάφεια με τα τραγούδια αυτά, ως κληρονομιά, παράδοση και βίωμα. Γιατί στην παράδοση, όπως λέει κι ο ποιητής, παραδίδεις, δεν παραλαμβάνεις απ΄αυτή.

Καθώς λοιπόν άρχισαν να σκάνε απ΄τις μελωδίες, πρόσωπα του μουσικού καμβά της Σαλονίκης, οι άνθρωποί της, οι μουσικοί της, οι συνήθειες, οι καημοί, η ανδρική φωνή σε έφτανε μέσα από μια ιδιαίτερη χροιά, πότε με ροπή προς τον ψαλμό, πότε προς το ρεμπέτικο τραγούδι, αποτυπώνοντας ακόμη μια φορά αυτό που αποτελούσε τη μουσική πραγματικότητα των σεφαραδίτικων τραγουδιών έτσι όπως ήταν ζωή για τους ανθρώπους.

Γι΄αυτό έχουν την ικανότητα, εξαιρετικά αβίαστα όσο και αστραπιαία, να μας μεταφέρουν εκεί, στην εποχή, στην πραγματικότητα, στην καθημερινότητα, μας μεταδίδουν το ακριβές κλίμα της ζωής. Και αποδεικνύουν χωρίς λόγια την αλήθεια που ξέραμε όλοι:

Καμία εκτόπιση, κανένας ξεριζωμός καμιά μαζική εξόντωση δεν είναι ικανή να συλήσει τη μνήμη. Να εμποδίσει την παράδοση να ενσωματωθεί και να συνεχιστεί στην φιλόξενη αγκαλιά της Πατρίδας που στέκει μακριά από συμφέροντα, συσχετισμούς και συγκυρίες.
Η μεροκαματιάρισσα ψυχή των τραγουδιών ζεσταίνεται σε κόρφους μικρασιάτικους, κατεβαίνει πρόσφυγας από τη Σαλονίκη και κοιμάται στα προσφυγικά ντιβάνια της Νέας Φιλαδέλφειας, ξυπνάει με τούρκικο καφέ και τραγουδιέται στα προσφυγικά χείλη ζευγαριών τα πρωινά δίπλα στο αγιόκλημα. Κλαίει για το τραύμα και θρηνεί αξιοπρεπώς την απώλεια. Γίνεται βίωμα των παιδιών που γεννιούνται εδώ, που δεν έζησαν προσφυγιά, Ολοκαύτωμα, χριστιανόπουλα, εβραιόπουλα, όλα ελληνόπουλα, καταλήγουν σε μια κασέτα.

Και στα '20, μετά τον κορονοϊό, τρυπούν με φροντίδα σε ένα διάφανο πορτάκι ως ψηφιακός δίσκος, για να φέρουν ακόμη μια φορά, στους απογόνους, στους επιγόνους, στους φίλους της καλής μουσικής, δάκρυα θερμά, να ταξιδέψουν πίσω στο χρόνο στη Σαλονίκη όπως βιώθηκε από το 1492 ως το 1943, κεντήστρα, μερακλού, εργατομάνα, μα πάντα με το νου στο τραγούδι και στο γλέντι απ΄το τίποτε, εκ των ενόντων που λένε σήμερα.

Εκεί μας μπάζει αυτή η έκδοση με την τεκμηριωμένη απλότητά της, την ερμηνεία των τραγουδιών χωρίς τη συνοδεία οργάνων. Η αλήθεια δεν έχει ανάγκη από στόμφο ούτε βαρύγδουπο τρόπο για να ειπωθεί. Στέκει εκεί, διάφανη, μελωδική και αιώνια. Κι αντιληπτή στον κόσμο όλο ως παγκόσμια μνήμη. Ως παρακαταθήκη ζωής.

Και κάνει τη Σαλονίκη, ξανά, να θυμηθεί ό,τι πάσχισαν να την κάνουν να ξεχάσει, ξεριζώνοντας μνήμες, μάρμαρα, ανθρώπους, στέκια. Μα ο πολιτισμός της πόλης δεν αφανίζεται, αενάως βρίσκει τον τρόπο και επανεμφανίζεται. Και λάμπει πάλι.

Και τώρα, μ΄αυτό το βιβλίο-cd στα χέρια, η διατήρηση του εγγενούς πολιτισμού, μοιάζει, επιτέλους, απλή και εφικτή.








Ι REMEMBER.... ΘΥΜΑΜΑΙ
Aλμπέρτος Ναρ
Λεων Α. Ναρ

Εκδόσεις IANOS.






ΑΛΜΠΕΡΤΟΣ ΝΑΡ

Ο Αλμπέρτος Ναρ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου πέρασε όλη τη ζωή του. Γιός σεφαραδιτών Εβραίων, επιζώντων του Ολοκαυτώματος. Παρακολούθησε μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ και εργάστηκε ως γραμματέας της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης. Διηύθυνε το Κέντρο Ιστορικών Μελετών Εβραϊσμού Θεσσαλονίκης και ήταν μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του Κέντρου Ιστορίας του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκε με το ιστορικό περιοδικό του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος (ΚΙΣΕ) Χρονικά και αρθρογράφησε στις εφημερίδες Μακεδονία και Θεσσαλονίκη.[1]

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1985 με το βιβλίο "Οι συναγωγές της Θεσσαλονίκης. Τα τραγούδια μας", με πρόλογο του Γιώργου Ιωάννου. Τις μελέτες λαογραφικού και όχι μόνο ενδιαφέροντος, με τις οποίες επιχειρεί να φωτίσει το χαρακτήρα της Εβραϊκής κοινότητας στην ιστορική διαδρομή της, τις συνέχισε ο Ναρ και μετά το 1985, συγκεντρώνοντας το σύνολο της δουλειάς του στο βιβλίο "Κειμένη επί ακτής θαλάσσης" (1997). Αναφορά πρέπει οπωσδήποτε να γίνει και στο βιβλίο "Προφορικές μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα" (1998), που κυκλοφόρησε μαζί με την Έρικα Κούνιο Αμαρίλιο.


Ως πεζογράφος εμφανίστηκε επίσης το 1985 με διήγημα από το περιοδικό "Το δέντρο", αλλά συνεργάστηκε στενά και με τα περιοδικά "Παραφυάδα" και "Το τραμ" (Τρίτη διαδρομή).
Κυκλοφόρησε επίσης τις συλλογές διηγημάτων : "Σε αναζήτηση ύφους" (1991, δεύτερη έκδοση το 1997 εμπλουτισμένη με πέντε ακόμα διηγήματα), και "Σαλονικάι, δηλαδή Σαλονικιός" (1999). Ήταν τακτικός συνεργάτης των εφημερίδων "Μακεδονία" και "Θεσσαλονίκη". Κείμενά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, ισπανικά, γαλλικά και εβραϊκά.

Το 2011, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης, μίλησαν για το έργο του Αλμπέρτου Ναρ, οι Τάσος Καλούτσας, Θωμάς Κοροβίνης, Μανόλης Ξεξάκης και Περικλής Σφυρίδης.Στις 10.5.2015, με αφορμή τα 10 χρόνια από το θάνατό του, οι εκδόσεις Νεφέλη και Ευρασία διοργάνωσαν στο πλαίσιο της 12ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης εκδήλωση για το έργο του με ομιλητές τους Χρίστο Ζαφείρη, Θωμά Κοροβίνη, Γιώργο Σκαμπαρδώνη και Θανάση Τριαρίδη.

Υλικό από το αρχείο του Αλμπέρτου Ναρ με ηχογραφήσεις σεφαραδίτικης μουσικής βρίσκεται στο ΕΛΙΑ Θεσσαλονίκης. Απόσπάσμα του γίνεται γνωστό σήμερα με την έκδοση I REMEMBER... ΘΥΜΑΜΑΙ, όπου επιζώντες του Ολοκαυτώματος τραγουδούν Σεφαραδίτικα τραγούδια. Διηγήματά του έχουν αναδημοσιευθεί σε πολλά ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.







ΛΕΩΝ Α. ΝΑΡ


Ο Λέων Α. Ναρ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1974. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Νεοελληνικής Φιλολογίας, Βιβλιολογίας και Διδακτικής της Λογοτεχνίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο (2000), ενώ το 2007 αναγορεύτηκε Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας. Τον Νοέμβριο του 2015 έγινε δεκτός ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και τον Δεκέμβριο του 2017 ολοκλήρωσε την μεταδιδακτορική του έρευνα.

Το 2007 εξέδωσε (σε συνεργασία με τον Γιώργο Αναστασιάδη και τον Χρήστο Ράπτη) το βιβλίο Εγώ ο εγγονός ενός Έλληνα, η Θεσσαλονίκη του Νικολά Σαρκοζί[1], (Καστανιώτης) το οποίο μεταφράστηκε και στα γαλλικά. Το 2009 εκδόθηκε το δίτομο έργο του Ναρ με τίτλο Γιωσέφ Ελιγιά, Άπαντα[2](Γαβριηλίδης), ενώ την ίδια χρονιά επιμελήθηκε το επετειακό λεύκωμα 25 χρόνια Ιανός[3]. Το 2011 κυκλοφόρησε το δίγλωσσο (σε ελληνική και αγγλική γλώσσα) βιβλίο του με τίτλο Το μέλλον του παρελθόντος, Θεσσαλονίκη 1912-2012[4] (Καπόν), (με φωτογραφίες του Γιώργη Γερόλυμπου), και η μελέτη Ισραηλίτες Βουλευτές στο Ελληνικό Κοινοβούλιο[5] που επιμελήθηκε το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων. 
Το 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο Το παιχνίδι της εξέδρας σχολιασμένα συνθήματα από τα ελληνικά γήπεδα[6](Μεταίχμιο).

Το 2017 κυκλοφόρησε (Ευρασία) το θεατρικό έργο του "Δεν σε ξέχασα ποτέ"[7] (μαζί με cd των σεφαραδίτικων τραγουδιών της ομώνυμης παράστασης) που ανέβηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το 2017[8]

Το 2018 κυκλοφόρησε το βιβλίο Ξανά στη Σαλονίκη. Η μετέωρη επιστροφή των Ελλήνων Εβραίων στον γενέθλιο τόπο (1945-46)[9][10] από τις εκδόσεις Πόλις. Κείμενά του, επίσης, έχουν δημοσιευτεί σε 8 συλλογικούς τόμους.

Το 2020 επιμελήθηκε μέρος από το υλικό από το αρχείο του Αλμπέρτου Ναρ, με ηχογραφήσεις σεφαραδίτικης μουσικής που βρίσκεται στο ΕΛΙΑ Θεσσαλονίκης, το οποίο κυκλοφορεί και γίνεται γνωστό με την τρίγλωσση έκδοση I REMEMBER... ΘΥΜΑΜΑΙ, όπου επιζώντες του Ολοκαυτώματος τραγουδούν Σεφαραδίτικα τραγούδια (εκδόσεις IANOS).