Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαρά Κίρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαρά Κίρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

Ματαιότης ματαιοτήτων | Χαρά Κίρι

Όταν ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο "Μεγάλοι Ρώσοι Συγγραφείς" (συνοπτική απόδοση από τον Τάσο Λειβαδίτη) εξεπλάγην. Όχι μόνο από τον όγκο της κλασικής λογοτεχνίας που έχει καταφέρει να συγκεντρώσει ο Τάσος Λειβαδίτης μέσα σε τόσο λίγες σελίδες, αλλά κυρίως γιατί έμαθα από την εισαγωγή ήδη πως ο μεγάλος αυτός ποιητής υπέγραφε όλα αυτά τα μεταφρασμένα αποσπάσματα με το ψευδώνυμο "Α. Ρόκος"- κάτι το οποίο έχει τύχει να διαβάσω και στο παρελθόν, απλά τώρα μου χτύπησε στο μάτι. Το ήθος του καλλιτέχνη και η προσπάθειά του να προβάλει τη δουλειά του και όχι τον εαυτό του, είναι η βεβαιότατη απόδειξη πως ο άνθρωπος αυτός ακολουθώντας πολλά παραδείγματα συγγραφέων, επέλεξε να παράγει ένα τόσο αξιόλογο έργο στην αφάνεια. Ευτυχώς τα αποσπάσματα αυτά διασώθηκαν με αποτέλεσμα να μπορούμε εμείς να μελετάμε τις ιστορίες των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι, ο Παστερνάκ και ο Λέρμοντοφ μέσα από το φίλτρο του μεγάλου αυτού ποιητή.
Το βιβλίο σου δημιουργεί το δίχως άλλο προβληματισμούς. Οι ιστορίες, οι οποίες έχουν επιλεχθεί αποτελούν αναμφίβολα τροφή για σκέψη, μέσα από τις δυνατές εικόνες που χρησιμοποιούνται. Ωστόσο, εμένα εκείνο που με προβληματίζει περισσότερο, το οποίο απορρέει μεταξύ άλλων και ως απότοκο της χρήσης ψευδωνύμου, είναι η ματαιοδοξία ως έννοια. Μέσα από συνεντεύξεις που έχω πραγματοποιήσει αυτό το διάστημα, μέσα από ανθρώπους που γνωρίζω, μέρα με τη μέρα ξεπερνάω το "φόβο της έκθεσης" που πολλοί νόμισαν πως έχω. 
Εκτίθεμαι σε ανθρώπους μέσα από κείμενα που δημοσιεύω. Λες και είναι κάτι το τόσο σπουδαίο η έκθεση. Λες και η προβολή μας δεν υφίσταται ήδη μέσα από την κλειδαρότρυπα του facebook. Η έκθεση αυτή καθεαυτή δεν είναι κατακριτέα. Η ματαιοδοξία αυτή καθεαυτή είναι. Είμαστε όλοι πειθήνια όργανα της αποδοχής μας από τους άλλους, είμαστε όλοι φερέφωνα αυτής της ματαιότητας, της ματαιότητας των like και όχι μόνο. Μας ενδιαφέρει να είμαστε συνεπείς, να μην στεναχωρούμε τους άλλους, να προβάλουμε όλα όσα κάνουμε σαν κατορθώματα. Και λησμονούμε. Λησμονούμε όλα εκείνα για τα οποία κάποτε αγωνιστήκαμε, λησμονούμε πολύ περισσότερο το ποιοι πραγματικά είμαστε. Δεν είσαι το όνομα σου, φιλαράκο. Είσαι η στάση ζωής σου. Είσαι πολύ περισσότερο οι άνθρωποί σου. Όχι, όχι η δουλειά σου. Άλλο πάλι και αυτό. Η δουλειά είναι μία αναγκαιότητα, το πάθος για δημιουργία, επίσης. Όμως όλα αυτά, δεν έχουν καμία σημασία αν δεν έχεις κάποιον να τα μοιραστείς.
Μόλις συστήνεσαι με κάποιον σε ρωτάει με τι ασχολείσαι. Με τι ασχολείσαι. Μήτε ποιοι είναι οι άνθρωποί σου, μήτε ποιες εικόνες σε κάνουν να ονειρεύεσαι. Χτίζουμε επιφανειακές σχέσεις, μετράμε τους άλλους σε βιογραφικά και όταν κάποια στιγμή μείνουμε μόνοι και αναλογιστούμε "ποιοι πραγματικά είμαστε εμείς" και ποιοι οι άνθρωποί μας προτιμάμε να ξαναθωρακιστούμε πίσω από τις οθόνες υγρών κρυστάλλων μας και να θαμπωθούμε από μερικές ακόμα ανούσιες εικόνες. Και φτου κι από την αρχή. Εκείνο όμως που τελικά μένει, είναι οι άνθρωποι. Μήτε οι στόχοι που θέτουμε, μήτε οι ασχολίες μας.
Ξεκινάμε το δημοτικό, κάποια στιγμή θα τελειώσει. Το Γυμνάσιο, το ίδιο. Τα ίδια και το Λύκειο. Και το Πανεπιστήμιο, επίσης. Ίσως και η δουλειά. Και τι μένει; Μένεις μόνος έχοντας πετύχει πράγματα, αλλά χωρίς ανθρώπους. Το μόνο που έχεις να δείξεις είναι ένα τεράστιο βιογραφικό και δύο άνθρωποι που ακόμα σε ανέχονται. Δυο άνθρωποι που δε σε εκτιμούν για τη στάση σου, αλλά προσβλέπουν σε σχέσεις συμφέροντος. Αυτή είναι μέσες άκρες η ζωή του δημοσιογράφου. Πολλές άκρες, πολλοί άνθρωποι που θέλουν από σένα και λίγοι άνθρωποι να μοιράζονται με εσένα. Και διερωτάμαι: είναι αυτό ζωή;
Είναι ζωή το να "βαυκαλιζόμαστε με την ίδια μας την εικόνα", όπως είπε πολύ σωστά κάποιος σε μια πρόσφατη συνέντευξη; "Είμαστε η εικόνας μας", μου είπε πρόσφατα ένας φίλος. Λάθος. Είμαστε οι άνθρωποί μας. Και για κάποιους ανθρώπους μπορεί να μην στοιχίζουν οι άνθρωποι. Όμως για εμάς τους τελευταίους ρομαντικούς, οι άνθρωποι είναι που δίνουν αξία στις ζωές μας. Αν τάχα μας αποστερήσεις το δικαίωμα αυτό, δεν είμαστε τίποτα. Πάντα μπορείς να αλλάξεις μια επαγγελματική κατάσταση. Πάντα μπορείς να βρεις συνεργάτες, δουλειά, χόμπι, ένα βιβλίο να σε διασκεδάσει. Όμως, οι άνθρωποι είναι εκείνοι που δε γυρίζουν πίσω. Οι άνθρωποι και οι στιγμές που έζησες μαζί τους.


Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Η ανασφάλεια σου δε καλύπτεται με σανέλ νο.5 μωρό μου | Χαρά Κίρι

Καιρό έχετε να με διαβάσετε. Όχι πως τάχα σας ξέχασα. Όχι πως τάχα δε γράφω. Απλά να, το τελευταίο διάστημα γράφω ανακυκλώσιμα σκουπίδια. Λέξεις που περιστρέφονται γύρω από σκέψεις και αυτοαναιρούνται, όταν πάνε να γραφούν. Θαρρείς πως δε γουστάρω τα αποκρουστικά κείμενα. Μου αρέσει να πλέκω εγκώμια και να εξυμνώ πράγματα και καταστάσεις. Εκείνα που με εξοργίζουν ή απορρίπτω πάντα προσπαθώ να τα αποβάλλω στην τουαλέτα. Πάω, τα ξερνάω, κι ύστερα τραβάω το καζανάκι με δύναμη. Πάντα δύο φορές μέχρι να είμαι σίγουρος ότι έχουν πάει κάτω. Όπως δηλαδή πρέπει να κάνουμε όλοι μας. 
Αλλά να, είναι που απόψε λείπει εκείνη και με ζώνουν οι σκέψεις μου. Καιρό έχω να σας μιλήσω για εκείνη. Θαρρείς πως ζήσαμε τον απόλυτο έρωτα. Θαρρείς πως τα απόλυτα, είναι ουτοπικά, πως τάχα σε τρώνε για να τραφούν, όπως και οι απόλυτοι άνθρωποι, όπως τάχα έκανε και εκείνη. Θαρρείς πως πίστευα ότι το σπίτι θα έδειχνε άδειο, πως θα φρίκαρα στην απουσία της. Αλλά υποθέτω πως κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Άλλαξα σεντόνια, έπλυνα πιάτα. Έκανα γενική στο σπίτι μέχρι να ξεκουμπιστεί το άρωμά της. Και δεν είναι πως τάχα την απορρίπτω. Είναι πως η ανασφάλειά της, είχε πλημμυρίσει το χώρο. Τι βρώμα και δαύτη. Η βρώμα της ανασφάλειας.
Πρώτα με έβαλε να σβήσω κάθε λογής γυναίκα – ακόμα και φίλες – που είχα στο προφίλ μου. Ύστερα, με έβαλε να τραβήξω μπλοκ στην πρώην μου. Στη συνέχεια έφερε την οδοντόβουρτσά της στο σπίτι. Μετά άρχισε να ζηλεύει που έβγαινα με κολλητούς. Μου είπε να ξυρίζομαι κόντρα, γιατί οι φίλες της το εγκρίνουν και να φοράω σακάκια, λέει, γιατί «τι θα πει ο κόσμος έτσι λέτσος που κυκλοφορώ;». Μετά λογόκρινε τα κείμενά μου. Και τέλος, έφερε ολόκληρη βαλίτσα στο σπίτι και ένα σκύλο. 
Και γούσταρα. Αλήθεια γούσταρα που κάποια ενδιαφέρθηκε τόσο πολύ. Γούσταρα που δεν ήταν η Λένα που πίστευε ότι θα με εξαγόραζε με τα λεφτά της. Γούσταρα πολύ περισσότερο που τούτη το έπαιζε που και που αντράκι, που έκανε πως πατάει και λίγο πόδι, που πούλαγε μια ωραία ιδεολογία, ένα γαμάτο συναίσθημα. Γούσταρα πολύ περισσότερο που όλη αυτή την πίεση την έβλεπα ενδιαφέρον. Τουλάχιστον ζήλευε κάπως. Όχι σα τη Λένα. Τι τα θες; Άλλη μια γκόμενα που επέλεξε να ζήσει στη σκιά μου.
Κι εγώ ο μαλάκας την πίστεψα. Πίστεψα πως τάχα με γούσταρε γι’ αυτό που είμαι και όχι για τα φράγκα. Αν εθελοτυφλούσα; Όχι, όχι ποτέ. Είναι που η Λένα δεν είχε διαβάσει ποτέ μήτε λέξη από όσα είχα γράψει. Είναι που καμιά τους ποτέ πριν δεν με είχε κάνει να πιστέψω τόσο σε μένα. Είναι που καμιά τους ποτέ πριν δεν φέρθηκε τόσο σκάρτα. Το ήξερα. Προφανώς και το ήξερα. Τα είπε και ο φίλος Σ. Μη μου πεις παπαριές του τύπου δεν ήξερα. Το μικρό φαινόταν από την αρχή σκάρτο. Απλά γούσταρα. Οπότε δε παραπονιέμαι. Αλλά να, είναι το γαμώτο που μου έμεινε μετέωρο ρε φίλε. Δεν είμαι ωραίος γκόμενος; Δεν είμαι επιτυχημένος; Τι σκατά μου λείπει και με ήθελε για τα λεφτά; Τσακ. Να ‘τες οι ανασφάλειες της μία προς μία να ξεπετάγονται και να γαμάνε και το δικό μου είναι. Όχι κοριτσάκι, όχι. Και γαμάτος είμαι. Και επιτυχημένος είμαι. Και γι’ αυτό και δε θα χτίσεις πάνω μου. Γιατί ξέρω τι είμαι ρε μωρό. Πάνε ρίξε λίγη κολόνια σανέλ νο. 5 από εκείνες που σου πήρα μπας και ξεβρωμίσεις ανασφάλεια. Ή γύρνα στον πρώην που σε γέμισε ανασφάλειες να του τις ξεπληρώσεις. Εγώ τελείωσα με την πάρτη σου. Εγώ άδειασα.