Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανδρέας Παπάζογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανδρέας Παπάζογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Αχρωματοψία | Ανδρέας Παπάζογλου



Θέλω μόνο να φύγω
Θα πληρώσω
Εννοείται
Ένα, εκατό, χίλια εκατό
Ό,τι χρωστούμενο
Το δίνω
Μόνο να φύγω

Χτες άκουσα
Πώς αυτό το κίτρινο τετράγωνο στον τοίχο αριστερά μου
Είναι παράθυρο
Έχει λέει απ' έξω
Έναν πλανήτη ολόκληρο
Άγριους μαύρους ουρανούς
Ήμερες θάλασσες πετρόλ
Νότες παρθένες
Και σοκολάτες ροζ
Μέχρι και αυτά τα δίποδα
Που μοιάζουν με μένα
Δε θυμάμαι πώς τα λένε
Κυκλοφορούν λέει εκεί έξω
Και μπορεί να σου μιλήσουν
Να σε ακουμπήσουν
Μέχρι και να σε πνίξουν
Με τα χέρια ή τα δόντια τους
Οι πιθανότητες είναι άπειρες
Και όχι πώς τα πιστεύω κάτι τέτοια
Αλλά είναι που πρέπει
Απόμεινα ένα πράσινο πουλόβερ
Πλεχτό φριχτό κάποιας γιαγιάς
Διπλωμένο ευλαβικά
Ακίνδυνα
Στο μπράτσο του καναπέ
Πάντα ξεκούραστο
Πάντα πολύ κοντό
Πολύ φαρδύ
Πολύ στενό
Αφόρητα αφόρετος οιωνός
Κάποιου φινάλε βερμιγιόν
Εδώ ακριβώς
Ίσως δυο μέτρα πιο κει
Ανάξιου αναφοράς όπως και να'χει
Κανείς
Ποτέ
Δεν ερωτεύεται λέει
Τα γκρίζα μπαλόνια
Δείξτε μου λοιπόν
Αυτό που λέτε έξοδο
Να φύγω
Αν όχι αύριο, μεθαύριο
Από βδομάδα σίγουρα

Κινείται αργά
Ένα πράσινο πουλόβερ


Τετάρτη 25 Ιουλίου 2018

Υπόσχεση | Ανδρέας Παπάζογλου

Κάποτε
Σ' το υπόσχομαι
Θα πούμε τα λόγια μας σωστά
Μέσα και πέρα μας
Θα υπάρξουμε
Αχόρταγα
Άγρια
Θα σκάψουμε τη γη
Ώσπου να βγούμε

Σαν από πάντα να υπήρχαμε
Σα να μην ξέρασαν ποτέ
Τόσα φθινόπωρα στα χέρια μας
Τόση ησυχία βροχερή
Τόσους γλυκούς λυγμούς
Θ' αγαπηθούμε φονικά
Τελειωτικά
Όπως μάς πρέπει

Θα φοβόμαστε λιγότερο
Μπορεί και καθόλου
Τα χάπια θα τα κάνουμε
Avant-garde ψηφιδωτά
Και όποτε θα στρέφουμε
Τα μάτια μας ψηλά
Θα βλέπουμε τον ουρανό
Όπως μας έμαθαν ότι είναι

Σ' το υπόσχομαι

Τα χείλια μας θα λούζονται
Σ' αναίσχυντα μειδιάματα ηδονής
Σε απαλά δαγκώματα
Σε σάλια αγίων αστρικών
Θεών ερωτευμένων
Μακάριοι ναυαγοί αφασικοί
Θα ξεβραζόμαστε ασταμάτητα
Σ' αλλόκοτες χαρές
Σε μέρες διάφανες
Σε νύχτες ενδοφλέβια γιασεμιά
Σε κάτι
Κάπως

Κάποτε

Θα με πιστέψω



Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

Προσωπικό | Ανδρέας Παπάζογλου

Αλήθεια δε θυμάμαι
Τι ώρα ορίσαμε 
Ν' ανάψουμε τον ήλιο
Κι αλήθεια δε θυμάμαι
Άμα με νοιάζει τελικά

Κοίτα
Τα βράδια που χαϊδεύομαι
Ολομόναχος
Είναι δικά μου
Φορτίο άθραυστο 
Εμπιστευτικό και κατεπείγον
Πάντα παραδομένο εγκαίρως
Πάντα κακό
Προσωπικό
Μη και μας βρει ποτέ 
Ένα καλοκαίρι ζωντανούς
Και καλομάθουμε

Κι άμα μιλούσα ερωτικά
Θα 'ταν αλλιώς
Αλλά δεν είναι
Είναι ντροπή
Σκοτάδι είναι
Να χαϊδεύεις με το χέρι σου 
Το χέρι σου σα ξένο
Να τρέμεις 
Την σβησμένη τηλεόραση
Και τ' ανοιχτά παντζούρια
Πάγος πυρπολημένος
Σκυφτός ή ξαπλωμένος
Χνούδι πηχτό πίσω απ' τα μάτια
Το μαξιλάρι λύσσα
Και οι άγριες χαρές κάποιας ζωής
Παλιάς
Πολύ παλιάς
Να ψυχορραγούν 
Ψελλίζοντας γλυκόλογα
Μέσα από το σιφώνι του μπιντέ
Αδέσποτοι πλανήτες κατινάρες
Αράζουν τις κωλάρες τους 
Στη στέγη και σχολιάζουν 
Πράματα διάφορα αδιάφορα
Τους φουσκωτούς δακτύλιους 
Της διπλανής
Το βρώμικο νεφέλωμα 
Του απέναντι
Ή τον καινούργιο δορυφόρο
Της από πάνω
Χτυπάω τους τοίχους 
Να ξεκουμπιστούνε
Θα μου ρημάξουνε το σπίτι
Αλλά δεν ξεκουμπίζονται
Και το ταβάνι ξεχειλώνει
Μήνα το μήνα
Χρόνο τον χρόνο
Να, βλέπεις;
Το ταβάνι πλησιάζει
Το γαμημένο το ταβάνι-
Ο διαχειριστής 
Είπε κάτι για την υγρασία

Αλλά εγώ ξέρω

Κοίτα
Δεν είναι τρέλα
Θάλασσα ήσυχη είναι

Βάρκα από αφρολέξ και λάβδανο
Σ' εβένινα νερά είναι

Βαθιά είναι

Σκοτάδι είναι

Αλήθεια
Όλα καλά
Πάντα καλά

Συνήθιζα 
Να προσπαθώ
Να θυμηθώ
Τι ώρα ορίσαμε
Ν' ανάψουμε τον ήλιο

Τι βλάκας

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018

Kρίμα | Ανδρέας Παπάζογλου


Κρίμα
Τ' αδιάλλακτα ρημάγματα
Τα επίκτητα συμπλέγματα
Τις μουσκεμένες κάφτρες
Τα μαγεμένα βλέμματα
Τις σκοτωμένες ιστορίες
Και τα ξεφλουδισμένα αράπικα
Κρίμα τα βλέφαρα
Που σκέπασαν μάτια νεκρά
Γιατί τι άλλο να 'καναν
Κρίμα
Τις σκουριασμένες λαιμητόμους
Τους στομωμένους νυχοκόπτες
Τα κρεμασμένα αρχίδια
Και το ουίσκι που ξεράστηκε νωρίς
Κρίμα τα διυλισμένα θαύματα
Τα αύριο
Τα προχτές
Τ' ανέμπνευστα γαμήσια
Τ' ανάπηρα παγκάκια
Και τα πρώτα φιλιά
Κρίμα τα φώτα
Που έφεξαν μακριά
Κρίμα τις χάλια μαλακίες
Τους ήσυχους λυγμούς
Τ' αχάιδευτα σκυλιά
Και τ' άγραφα σκοτάδια
Κρίμα τους έρωτες
Τα μαλλιά της στο στόμα του
Την καρδιά του στον λαιμό της
Τις μωβ παραδεισένιες εκπνοές
Και αυτή τη γη που γύριζε
Όταν και όπως τη θέλαμε εμείς
Κρίμα τις ασημένιες εποχές
Τις νύχτες
Που γελούσαμε τα κρίματα
Τα εκτυφλωτικά μακάρια πρωινά
Τους καυλωμένους λήθαργους
Και τους ουράνιους οργασμούς
Κρίμα τους ουρανούς τώρα
Ώχρα στα μάτια τώρα
Πίσω απ' τ' άγρια χείλια
Σάλιο πηχτό και κοσμοθάνατος
Τώρα
Κρίμα



Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Παραλήρημα | Ανδρέας Παπάζογλου


Τίποτα τώρα
Όσους πρόδωσαν
Τους ξεχάσαμε
Όσους αγάπησαν περίεργα
Υποδόρια
Μουχλιασμένα
Σκάψαμε και τους θάψαμε
Ρουφώντας δηλητήρια προσφορά
Γλυστρώντας ξημερώματα
Σ' ανάγλυφα πλακάκια
Σε χύσια ασθενικά
Σε πεζοδρόμια αμείλικτα
Ή 2:25 στο Μετρό κάποια Τετάρτη
Ψάχνοντας πράγματα απλά
Ένα cheese
Μια πάστα φλώρα
Μια χούφτα Carioca
Τους χοντρούς
Ή έστω μία πιατέλα κουραμπιέδες
Στο παλιό σαλόνι
Στο παλιό τραπέζι
Κάτω απ' το παλιό αλουμινόχαρτο
Μια τρύπα να χωθώ ρε
Ν' ανασάνω ρε
Όχι ότι γουστάρω τα δράματα
Αλλά είναι που δυσκολεύομαι
Ξέρεις

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

Ανακαλύψη | Ανδρέας Παπάζογλου



Αποτραβηχτήκαμε ύστερα στα όμορφα καταφύγια

Κλειδώσαμε γερά τις πόρτες και ανοίξαμε το πρώτο μπουκάλι

Έξω ο κόσμος είχε πόλεμο
Ξεχαστήκαμε

Πέρασαν χίλια χρόνια πριν σε ψάξω
Σε βρήκα δίπλα μου 
Τσιγάρο στο χέρι
Βρωμοκοπούσες μωβ και ντο μινόρε

Άνοιξα βίαια τις πόρτες 
δαγκώνοντας τα χείλια 
Οι άλλοι, ούρλιαζαν κάτι για θεούς 
κατάρες κι αντισώματα 

Μπήκε λοιπόν το φως
βίαια - όπως μας άρμοζε

Κι επιτέλους κατάλαβα
πόσο νεκρή, πια, ήσουν


Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Χωματερή | Ανδρέας Παπάζογλου


Μη δίνεις σημασία

Εντάξει, κλάψαμε
Τι άλλο να κάναμε
Στραγγίξαμε σα νύχτες γερασμένες
Πάνω στην βυσσινί μοκέτα
Ότι κι αν ήταν
Ρήμαξε
Ούτε κραυγές θανάσιμες
Ούτε μελένια βογκητά
Άηχη άπνοια
Σκόνη πηχτή στον φάρυγγα
Έξω και μέσα παύση
Έξω και μέσα τίποτα
Από μακριά κάνεις νοήματα
Κάπως ξελιγωμένα
Κάπως τελειωτικά
Ανεβαίνουμε

Μη δίνεις σημασία

Να, κοίτα
Πάντα θέλαμε να βάψουμε
Αυτό το γαμίδι το ταβάνι
Κι οι λάμπες εκεί πάνω
Θέλουν άλλαγμα
Όχι ότι θα το κάνουμε
Αλλά να, βλέπεις
Τώρα μπορούμε
Χωρίς σκάλες και μαλακίες
Ανεβαίνουμε

Ακούσια
Νεκρωμένη υπερχείλιση
Στάθμη αδυσώπητη
Απρόκλητη, πηχτή
Κοίτα πόσο ίδια τη φοράμε
Πόσο ασορτί βουλιάζουμε απόψε
Σαλόνι ξέχειλο
Μακάβριο ενυδρείο
Χωματερή μόνο για δύο
Φάκελοι ξεσκισμένοι
Κίτρινες φωτογραφίες
Τόνοι χαρτί
Από λόγια
Από αριθμούς
Άπαντα νεκρών ποιητών
Λογαριασμοί εκκαθαριστικοί
Λίστες για σούπερ μάρκετ
Διαγνώσεις επιπόλαιες
Συνταγογραφημένες υποσχέσεις
Κατάλογοι φριχτών εστιατορίων
Πίτσες κατεψυγμένες
Σκεύη πλαστικά
Φουρνάκια, ανεμιστήρες
Σεντόνια τρύπια
Μπαταρίες μικρές
Μπαταρίες μεσαίες
Ψυγεία χλιαρά
Φθαρμένες κλειδαριές
Τασάκια από λίγδα
Τομογράφοι απ' την κόλαση
Κάψουλες
Χάπια
Δισκία υπογλώσσια
Δισκία αναβράζοντα
Βελόνες, σερτραλίνες
Συμπληρώματα, ιντερφερόνες
Βηταϊστίνες, αλπραζολάμες
Καρτέλες, κουτάκια, βαζάκια
Φακές, φακές, φακές
Κουτσουλιές και σιταρόψειρες

Μη δίνεις σημασία

Εντάξει, εφησυχάσαμε
Τι άλλο να κάναμε
Πώς να πιστέψεις στις πλημμύρες
Από διαμέρισμα στον 4ο
Δε γαμιέται
Τουλάχιστον αγαπιόμαστε
Μη φοβάσαι
Πάρε ανάσα
Ας ξεμπερδεύουμε
Μη με κοιτάς έτσι
Ξέρω, βρωμάει
Να, παίρνω κι εγώ
Μη φοβάσαι
Σχεδόν φτάσαμε
Ξέρω
Μισείς το κρώξιμο των γλάρων
Πες πως είναι όνειρο
Πες πως είμαι όνειρο
Πες πως τα καταφέραμε

Ραντεβού στον πάτο

Κυριακή 20 Αυγούστου 2017

Αίμα | Ανδρέας Παπάζογλου

Θα το 'χα ήδη βουλώσει
Προ πολλού

Ειλικρινά

Μα είναι που τα βράδια μου
Κατήντησαν καθρέφτες
Κι όλο που λες πως φεύγεις
Μα όλο έρχεσαι

Μου γεμίζεις το ποτήρι
Σου ανάβω ένα τσιγάρο
Καθόμαστε τάχα αμήχανοι
Σχολιάζοντας
Τις βρώμικες κουρτίνες
Ή την θερμοκρασία

Γρήγορα βέβαια συνερχόμαστε

Κι αφού
Ξανά
Ξεσκίσουμε τ' αξέσκιστα
Στύβω ό,τι άγιο μού απόμεινε
Στ' άνυδρα και παντέρημα
Αυλάκια των χειλιών σου
Δένω μια γλώσσα αγάπονη
Κόμπο διπλό στο στέρνο σου
Λίγο να σε κρατήσω ακόμα
Λίγο μόνο γαμώτο

Ζηλόφθονος παλμός ασθενικός
Επαίτης των πετρόλ φλεβών
Που χάραξε η γη
Στους αστραγάλους σου
Νύχια κι αποτελείωμα ολόκληρος
Σκάβω το δέρμα των μηρών σου
Για να μπω

Ίσα να θυμηθώ
Πώς τέλειωσε ο κόσμος
Ίσα να θυμηθώ
Πως λείπεις

Κι αν είμαστε
Μονάχα ό,τι σκοτώνουμε
Ρέουμε πια αβάσταχτα μαζί
Φονιάδες εραστές
Νεκροί αγαπημένοι
Αίμα κοινό σε σώμα χωρισμένο

Πράγμα φριχτό και δισυπόστατο
Βάναυσα λαβωμένο
Μόνο τυφλό και κόκκινο
Πρόστυχα αφηρημένο
Άγριο
Καβλωμένο
Μόνο σπασμένο

Μόνο αίμα ξεραμένο

Πρέπει ν' αλλάξω κουρτίνες

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017

Βιβλιοπροτάσεις από 4 συγγραφείς του Pause.


Το καλοκαίρι θεωρείται από τους περισσότερους, η πιο ξέγνοιαστη εποχή του χρόνου και σίγουρα όχι άδικα . Είναι η εποχή που οι ρυθμοί εργασίας χαλαρώνουν  και οι περισσότεροι έστω και για μία εβδομάδα βρισκόμαστε σε κατάσταση ανάπαυλας.Έχοντας φτάσει (και ξεπεράσει) αισίως το 15Αύγουστο και με δεκατρίς γεμάτες μέρες καλοκαιριού να απομένουν - σαν παθιασμένοι άνθρωποι λοιπόν, για ό,τι διαγείρει την φαντασία και την σκέψη μας , σαν άλλοι ηδονολάτρες ρωτήσαμε αγαπημένους μας ποιητές και συγγραφείς να μας προτείνουν ένα βιβλίο για το καλοκαίρι ,προκειμένου να υποκύψουμε και εμείς στην μόνη ηδονή που παραμένει ατιμώρητη - το διάβασμα , που λέει και η Ζυράννα Ζατέλη. 


Ανδρέας Παπάζογλου, ποιητής


"Δεν θα σου πω μαλακίες. Μισώ το καλοκαίρι και ό,τι αυτή η καταραμένη εποχή εκπροσωπεί. Ως αντικαλοκαιρινό ανάγνωσμα λοιπόν, προτείνω ανεπιφύλακτα τα σκοτεινιασμένα στιχάκια του Tim Burton, έτσι όπως τα κυκλοφόρησε το 1997 στη συλλογή ιστοριών The Melancholy Death of Oyster Boy. Εδώ κυκλοφόρησε ως Ο Μελαγχολικός Θάνατος του Στρειδάκη και αποτελεί μία εξαίρετη ευκαιρία να θυμηθείς γιατί κάποτε αγάπησες τον Burton. Μικρά κι αραχνιασμένα  ποιηματάκια, ξεκούρδιστα στιχάκια και σκίτσα καρβουνιασμένα αφηγούνται τις ιστορίες παιδιών (;) περίεργων,  τρελών, ασθενικών, φοβικών, μανιακών και αφόρητα μακρινών απ' όλα πλην του τέλους τους. Άλλες γλυκές, άλλες φριχτές και άλλες μέχρι κι αστείες, οι ψυχοσωματικές Οδύσσειες των μικρών αυτών αντικατοπτρισμών μας, τρυπάνε και χαϊδεύουνε ταυτόχρονα. Αν περνάς τον Αύγουστο στο κρεβάτι σου με τον κλιματισμό στους 15 και παντζούρια κλειστά περιμένοντας τις βροχές του Νοέμβρη, βρες το και ξεκοκκάλισε το. Για τους υπόλοιπους, καλές βουτιές σάς εύχομαι, μα ο Στρειδάκης δεν πάει παραλία."



Θοδωρής Τσαπακίδης, συγγραφέας-μεταφραστής

 Το δικαίωμα στην τεμπελιά – Πωλ Λαφάργκ.
Μετάφραση: Γιάννης Καυκιάς
Εκδόσεις Μεταίχμιο (Φεβρουάριος 2017)
Σελίδες: 96

"Σε έναν κόσμο όπου η οικονομίστικη ρητορική εμφανίζεται ως σοβαρή σκέψη και λογική, και, με την πανταχού παρουσία της, διαβρώνει τη γλώσσα, ένα βιβλίο τόσο παλιό όσο το «Δικαίωμα στην τεμπελιά» (1880) του Πολ Λαφάργκ φαντάζει σήμερα εξαιρετικά σύγχρονο και πρωτότυπο.
Το θέμα του είναι η διάθεση του χρόνου. Η πρωτοτυπία του βρίσκεται στο γεγονός πως αποστασιοποιείται από την κυρίαρχη αντίληψη περί του «δικαιώματος στην εργασία» (την οποία σχεδόν όλες οι προοδευτικές δυνάμεις (με ή χωρίς εισαγωγικά) υπερασπίζονται), για να θέσει στο κέντρο της συλλογιστικής του το δικαίωμα στην τεμπελιά.
Ο μαχητικός συγγραφέας εμπνέεται από τους φιλοσόφους της αρχαιότητας, και δη τους Έλληνες, που «δίδασκαν την περιφρόνηση για την εργασία, αυτόν τον εξευτελισμό του ελεύθερου ανθρώπου, ενώ οι ποιητές τραγουδούσαν την τεμπελιά, αυτό το δώρο των θεών»
Πολλά από όσα λέει θα μας εκπλήξουν καθώς πολλά από όσα θεωρούμε δεδομένα τα θέτει υπό αμφισβήτηση, και ασκεί κριτική, καταδεικνύοντας τη σχετικότητα και την ιστορικότητα των αντιλήψεών μας, και φανερώνει τα συμφέροντα που βρίσκονται πίσω από αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε η θρησκεία της εργασίας.
Εμπρός της γης οι τεμπέληδες, ενωθείτε!
"

Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη, συγγραφέας


"Το υπόλοιπο Αυγούστου θυμίζει απόγευμα Κυριακής και κρύβει μέσα του ψήγματα μελαγχολίας. Το βιβλίο που μου έρχεται στο μυαλό και το διάβασα πρόσφατα είναι "η ώρα του Αστεριού" της Κλαρίσε Λισπέκτορ. Ένα μικρό βιβλίο που όμως είναι μεστό και εμπνευσμένο. Η συγγραφέας στο τελευταίο της αυτό κείμενο, αφηγείται την ιστορία της εύθραυστης, σχεδόν ανύπαρκτης Μακκαμπέα, χωρίς ανάσα και με λέξεις-κραυγές. Ένα βιβλίο που μου επιφύλασσε την ωραιότερη ίσως εκδοχή του γιατί γράφει κάποιος: “Γράφω γιατί δεν έχω τίποτα να κάνω στον κόσμο: περίσσεψα και δεν υπάρχει τόπος για μένα στη γη των ανθρώπων. Γράφω γιατί είμαι ένας απελπισμένος και έχω κουραστεί, δεν αντέχω πλέον τη ρουτίνα του να είμαι εγώ και αν δεν υπήρχε το πάντα καινούργιο που είναι το γράψιμο, θα πέθαινα συμβολικά κάθε μέρα. Μα είμαι προετοιμασμένος να βγω διακριτικά από την πίσω πόρτα. Τα έχω δοκιμάσει σχεδόν όλα, ακόμα και το πάθος και την απόγνωσή του. Και τώρα θα ‘θελα μονάχα να έχω αυτό που θα είχα γίνει και δεν έγινα.”


Άγγελος Ήβος, ποιητής

"Ένα παλιό μικρό βιβλίο, με εξώφυλλο λεπτό, σαν από χαρτί εφημερίδας, άσπρο και πορτοκαλί το θυμάμαι, πάντα με τυραγνάει όταν το ψάχνω ανάμεσα στα ράφια με τα βιβλία μου που αγαπώ. Κρύβεται και χάνεται, μετά φανερώνεται ξαφνικά, ακριβώς όπως και «η μύτη» που ιστορούν οι σελίδες του: μια μύτη που βρέθηκε μέσα σε ένα καρβέλι ψωμί, μια μύτη που έφυγε από το πρόσωπο κάποιου κι άρχισε να σεργιανά μόνη της στην πόλη. Βρήκα παλιά, φοιτητής, τη Μύτη του Νικολάι Γκόγκολ, σε έναν πάγκο όπου η σκέψη πουλιόταν με το κιλό. Τι παράδοξο: είχε κρυφτεί τόσο καλά που δεν την ανακάλυψε ούτε η παρέα του Μπρετόν, όταν έψαχνε τους πρόγονους του σουρεαλισμού. Μα έτσι είναι: ένα αριστούργημα δεν χώνει τη μύτη του παντού και στον καθένα…"




Καλές βουτιές και καλές αναγνώσεις!


Κυριακή 13 Αυγούστου 2017

Hσυχία | Ανδρέας Παπάζογλου



Υπήρξαμε λοιπόν
Μάλλον μάς άξιζε

Λίγο πιο πέρα απ' όσο θέλαμε
Λίγο πιο μέσα απ' όσο θέλαμε

Πάντως υπήρξαμε

Κάποτε πέτρινοι, σκυφτοί
Έρμαια κολασμένων πλημμυρών
Και γόνατα σπασμένα
Άλλοτε αιθέριοι, ελαφρείς
Αχόρταγοι, δεινοί βροχοσυλλέκτες
Λίγο ευτυχείς
Λίγο αδαείς

Υπήρξαμε

Δεν κοινωνήσαμε παρά νυχιές στους τοίχους
Αλύπητα ρεφραίν και ζαχαρόνερο
Κι αν τυφλωθήκαμε νωρίς
Κι αν αποκοιμηθήκαμε

Υπήρξαμε

Αγνώμονες ιπτάμενοι θεοί
Χαράξαμε τροχιές απο χρυσό κι αστρόσκονη
Γύρω από δάχτυλα μακριά
Κι απο λαιμούς παρθένους
Στάξαμε
Χυθήκαμε
Γλιστρήσαμε

Υπήρξαμε

Άχαροι, εκστατικοί ερωτευμένοι
Κλινήρεις υποχόνδριοι
Ήμεροι, λυσσασμένοι
Ξένοι ή γνωστοί
Πάντα από αγάπη ή από σκοτάδι χτυπημένοι
Κουραστήκαμε

Ήσυχα ησυχάσαμε
Ούτε που καταλάβαμε
Πότε μάς πήραν
Μας δέσαν χειροπόδαρα
Μας τσιγκελώσανε γερά απ' το φεγγάρι
Και μείναμε, λοιπόν, εκεί
Ήσυχη, ατέρμονη ταλάντωση
Στο ήσυχο κενό
Πάντα να υπάρχουμε ήσυχα
Πάντα ψηλά να υπάρχουμε
Μονότονα και ήσυχα να ουρλιάζουμε
Πως κάποτε

Υπήρξαμε

Artwork: Apollonia Saintclair

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Κύμα | Ανδρέας Παπάζογλου



Κρίμα να μην είσαι εδώ
Ίσως εδώ να υπέφερες γλυκύτερα
Ίσως εδώ να τρόμαζες τ' ανείπωτα
Τα είδα ν' αναβλύζουν απ' τις σκουπιδοσακούλες
Κι απ' τις ρωγμές στην κάσα της εξώπορτας
Κρέμονται απ' το κουρτινόξυλο της κρεβατοκάμαρας
Και στάζουν στην κουζίνα πάνω στ' άπλυτα
Κι αν είναι πόλεμος
Κερδίζουν, αγάπη μου

Άλλοτε γίνονται λεκέδες στη μπανιέρα
Ήλιοι πυροχαράκτες στις πλάτες πεθαμένων ημερών
Ή πράσινο ζαμπόν μες το ψυγείο
Αν είναι πόλεμος
Κερδίζουν

Κι είναι που κάποτε χύναμε, αγάπη μου
Πνιγόμασταν υπέροχοι
Ολομόναχοι
Μαζί

Τώρα κοιμάμαι και ξυπνάω μαχαιρωμένος
Τ' αρχίδια μου ιδρώνουν ακατάπαυστα, αγάπη μου
Τα μάτια μου όλο πέφτουν
Κι όλο πρέπει να σκύβω να τα μαζεύω
Μη γλυστρήσει κανείς και πέσει και χτυπήσει
Και μετά πώς θα με συγχωρούσα
Και η μέση μου μ' έχει γαμήσει
Και η γλώσσα μου είναι στάχτη
Κι όλα είναι αλλού, αγάπη μου

Κι είναι σα να στεκόμαστε
Γυμνοί
Μικροί και ηλίθιοι
Δαγκώνοντας βερύκοκα
Και γλύφοντας πληγές
Καθώς το κύμα ορθώνεται
Θεριεύει και σκληραίνει
Πίσω απ' τα κούφια σώματα και τα σκυφτά κεφάλια

Κι είναι σα να 'ρθαμε ως εδώ μόνο από αγάπη
Για να πνιγούμε υπέροχοι
Μαζί
Μα μόνοι



Κυριακή 14 Μαΐου 2017

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ | Ανδρέας Παπάζογλου

Σίγουρα
Κάποιος θα 'ρθει να σου πει
Ότι δεν το κάνεις καλά
Ότι το άπλωμα των κουβερτών
Σαν και το γύρισμα των πλανητών
Είναι αγγαρεία μόνο αν δε ξέρεις
Και πρέπει να μάθεις ρε πούστη
Έγινες πια τριάνταενός
Και άλλα τέτοια χριστιανικά

Είναι και που η πουτάνα η άνοιξη
Δε συγχωρεί τίποτα πια
Και η πλατεία
Ένα πορτοκαλί μωσαϊκό
Από ανθάκια νερατζιάς και σκυλοκούραδα
Σου κάνει νόημα πως άργησες ξανά
Μα πώς να παραδεχτείς
Ότι ντρέπεσαι
Όταν τα παγκάκια
Άρρωστα τελειωτικά από Απρίλη
Ξεμανταλώνονται και σε παίρνουν στο κυνήγι
Γιατί τα ξέχασες κι αυτά
(λες κι άφησες τίποτε αξέχαστο)
"Θα φας πολύ ξύλο" φωνάζουν
Κι είναι κάπως αστείο
Γιατί είναι ξύλινα
Όπως και να 'χει
Είναι μία συμπεριφορά προσβλητική
Και θα 'πρεπε να γνωρίζουν
Πως με κεφάλι γκαστρωμένο
Ο κώλος έρχεται πάντα δεύτερος

Είναι βέβαια κι ο θόρυβος
Θειάδες και σαπιογέροντες

Κακαρίζουν στα ισόγεια μπαλκονάκια
Με τις σημαίες του έθνους καρφωμένες στο κάγκελο
Και τους λαιμούς των ξένων
Γάτες σπαράζουν κολασμένα για γαμήσι
Αμούσκευτες πιτσιρίκες τσιρίζουν ακατάληπτα
Σε αμούστακους πιτσιρίκους

Κι απ' τις ταράτσες
Τζίβες γκριζαρισμένες ουρλιάζουνε μονότονα
Τσιτάτα και ιστορίες για αγώνες και για πάλες ταξικές
Που ήλθαν και παρήλθαν
Και οι σύντροφοι που ξεπουλήθηκαν
Και τα χημικά
Και η πλουτοκρατία
Και στην τελική χεστήκαμε
Λες και ξημέρωσε ποτέ μεσάνυχτα επειδή το ζήτησες εσύ

Εδώ λοιπόν
Είναι ήσυχα εδώ
Οι τοίχοι στάζουν κανακέματα
Και το αρωματικό βανίλια
Καλύπτει σχεδόν τελείως
Τη μπόχα του δωδεκάχρονου στο πατάρι
Καλύτερα εδώ
Τα χρόνια κυλούν βραδύτερα εδώ
Κι εγώ χρειάζομαι χρόνο
Να καταλάβω
Πώς κύλησε
Eρήμην μου
Τόση ζωή
Man portrait | Black and White                                                                                                                                                                                 More:

Κυριακή 23 Απριλίου 2017

Καούρα | Ανδρέας Παπάζογλου

Στο κάτω-κάτω
Κανείς δεν μας έταξε τίποτα
Κι ούτε διαλέξαμε απο βίτσιο
Να σπάνε στα κεφάλια μας
Κομμάτια πυρωμένων ουρανών
Κάθε που βγαίνουμε απ' το σπίτι
Κι αν δε μας πιάνουν τα Simeco
Είναι που χάψαμε έτσι αμάσητα
Την καλοσύνη τόσων ξένων
Τα στραγγισμένα σύννεφα
Τα κόκκινα σεντόνια
Και τη σκουριά των πεθαμένων ήλιων
Ξάπλα στις κεραμοσκεπές
Ορφέως κι Αμφιπόλεως γωνία
(οξεία, παιδική και θνησιλάγνα)
Μέρα τη μέρα
Γιορτή τη γιορτή
Ζωή τη ζωή
Γεράσαμε
Πρηστήκαμε
Χαθήκαμε
Κι εγώ
Πρέπει να καταλάβεις
Δε προλαβαίνω πια
Να σε παρηγορώ
Έχω έναν κόσμο να μισώ
Πνίγομαι αδιαλείπτως
Φτύνω καθρέφτες
Τραβάω καζανάκια
Ανοιγοκλείνω πατζούρια
Κλειδώνω συρτάρια
Γεμίζω παγοκύστες
Συντάσσω επικήδειους
Λόγους ευχαριστήριους
Λίστες αξιολογικές
Σπουδαίων κατορθωμάτων
Φρικτών μεταμορφώσεων
Μειλίχιων σφαγών
Φάλτσων νανουρισμάτων
Ενώ οι νύχτες
Χρόνια ερωτευμένες
Τάχα, ξανά, περαστικές
Ψοφάνε στοιβαγμένες στο μπαλκόνι
Ασημοστάλες μελιχρές για τις πρωινές μύγες

Ας πρόσεχα 
 cigarrillo - arma:

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Διάκενο | Ανδρέας Παπάζογλου


Δεν είναι που λείπει
Ή που είναι εδώ


Είναι πάντα το κοντοζύγωμα 
Και οι αργοσάλευτες απομακρύνσεις
Που σκίζουν 
Που αντηχούν 
Βαθιά
Κάθε φορά 
Πρώτη φορά
Κάθε φορά 
Πρώτη φορά


Λες και νηστέψαμε ποτέ 
Από αναφιλητά
Από βουβά επιφωνήματα
Ή από ξημερώματα μανιακά

Μα ή τέχνη της αναπνοής
Εκείνης της βαθιάς 
Της απροκάλυπτα καθαρτικής
Μας διαφεύγει
Όταν γυρνούν ερήμην μας


Κλειδιά, εποχές και πόμολα

Και ξέρουμε μονάχα πως φεύγει, τότε
Ή, αλοίμονο, πως έρχεται

Και μένουμε εκεί
Όρθιοι
Ατελείωτοι
Άπνοοι
Στατικοί
Πέτρωμα αδιάφορο
Βραδυφλεγές
Στο κέντρο του πλανήτη
Πάνω απο το νιπτήρα

Ή στο καθιστικό
Κάποτε τελειώνει

Κι ύστερα πάλι λείπει
Ή είναι πάλι εδώ
Μπορούμε επιτέλους να πιούμε
Και ν' αποκοιμηθούμε


Γαμημένοι αρχάριοι

They All Hate Us LIMITED:


Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

Μετακόμιση | Ανδρέας Παπάζογλου


Μαζεύω τα χαζά μας ποιηματάκια
Ευχές, τραγούδια, προσευχές
Ένα ζεστό φθινόπωρο 
Και μια μαύρη κιθάρα
Μαζεύω τα γυμνά σου ποδαράκια
Τα βήματα σου τ' άγαρμπα 
Μόλις ξυπνούσες
Το βρωμερό σου χνώτο
Και τις τσίμπλες σου
Μαζεύω 
Το παρκέ του δωματίου μας
Τις γούβες του που μέτραγα
Πατώντας μεθυσμένος
Ξεβράκωτος κι ερωτευμένος
Ψάχνοντας τα μαλλιά σου να κρυφτώ
Το βυσσινί το πάπλωμα μαζεύω
Το βρώμικο σεντόνι
Τα κλάμματα και τα ουρλιαχτά μαζεύω
Τ' άδεια μπουκάλια μας και το τασάκι το βαρύ
Μαζεύω
Δυο πόστερ καλλιτεχνικά
Δυο ακόρντα ξεσκισμένα
Του μπάνιου τα γυαλιστερά πλακάκια
Του πάγκου της κουζίνας τις λαδιές
Τη σόμπα που διαλύσαμε στα μέσα ενός Γενάρη
Το κρύο, τον ιδρώτα, τον καπνό μαζεύω
Τη σκόνη που χαράζαμε - αδέξια ραβασάκια
Τις μυρωδιές μαζεύω
Τις κουρτίνες και μια φωτογραφία μας κουνημένη
Μαζεύω

Και βγαίνω στον δρόμο φορτωμένος

Με τόσο φως στην πλάτη
Μάλλον θα με περάσουν για τρελό
Love Warriors & Tove Frank - Fidelity Print (various sizes available) $349.00 (61x91cm) <a href="https://norsu.com.au/collections/love-warriors/products/love-warriors-tove-frank-fidelity-print-various-sizes-available?variant=31228340483" rel="nofollow" target="_blank">norsu.com.au/...</a>

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

Aκίνητο | Ανδρέας Παπάζογλου



Έχω ένα σπίτι για να ζω

Ένα τραπέζι
Δύο φτηνές καρέκλες
Kαι δυο γυμνά παράθυρα
με θέα στην Αφροδίτη


Πρόστυχη γωνιά στα χωράφια του πλανήτη
Δύσκολα βράδια
Κίτρινοι καιροι

Ούζο και τηλεμάρκετινγκ

Τις ώρες του πνιγμού έρχονται πάντα επισκέπτες
Βλάσφημες, ανάπηρες παρομοιώσεις στον διάδρομο
Καπνός στα μάτια
Μια Τετάρτη ή Κυριακή λιπόθυμη στο μπάνιο
Κι ο ταπεινός αγγελιοφόρος μιας ανθρωπότητας
Γλυκιάς
Πονετικής και ασφυκτιούσας

Στην κουζίνα μου

Γλυκά, πονετικά να γλύφει τα μαχαίρια

Και δεν μου λείπεις εσύ
Μου λείπει εκείνη η αχόρταγη σιωπή μετά την καταιγίδα
Τα γυάλινα μάτια μιας εποχής
Άτσαλα ερωτευμενής με τα πάντα

Και εκείνος σου ο πρόστυχος ο αντίχειρας
που
αδιάφορα γυρνούσε τα γρανάζια της ζωής μου

Κι έτσι μέρες περνούν, μήνες ή εβδομάδες
Ξεχνάω ανθρώπους και γενέθλιες γιορτές
Γύρω οι σοβάδες στάζουν
Τα σκουπίδια εξαγριώνονται
και χιμάνε στον λαιμό μου
κάθε που πάω να κοιμηθώ
Θόρυβος και φαγούρα
Τοίχοι λευκοί ή μπεζ
Πλήκτρα σπάνε
Νεύρα σπάνε
Σκυλιά γαυγίζουν
Παιδιά γαυγίζουν

Και το ταβάνι
Τρίζει αδιάφορα

Λυμαίνοντας τa τραγούδια των βροχών
 
 

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

Υπνοβασία | Ανδρέας Παπάζογλου

Οι νεκροί δε θυμούνται
Μόνο κοιμούνται
Όλο κοιμούνται

Κάπου και πού ξυπνούν κι αναρωτιούνται

Ποιος και γιατί και πώς
τους είπε να κοιμούνται
Ύστερα η γη γυρνά κι όλοι παρηγοριούνται
Ανώδυνα κι απόλυτα ξεχνιούνται
Ανώδυνα κι απόλυτα ξεχνούν
Γυρνούν πλευρό κι αλλάζουν οι εποχές

Τα μάτια τους μικρά, θαμπά γυαλιά
Άστοχα καρφωμένα σε κάτωχρα κρανία
Και μες τα ραμμένα στόματα
Γλώσσες βελόνες και σιελόρροια
Σήμερα, χτες και πάντα
Και οι ωκεανοί μουσκεύουν γνώριμες ακτές
Το βλέμμα της στραμμένο 

σε λουλούδια ή σε καθρέφτες
Μια μοναξιά αλύπητη απλώνοντας τα ρούχα
ή κάθε που σου λέει "καληνύχτα"
Ενώ φεγγάρια δολοφόνοι λούζουν
με φως και μαχαιριές τα μαξιλάρια
Photo by Steven Parke / imagecarnival in SMV Stanley Clarke - Marcus Miller - Victor Wooten by:  

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

ΓΚΟΣΙΠ | Ανδρέας Παπάζογλου

-γλεντήσανε, γλεντήσανε και πέθαναν-και νύχτωσε-άκουσαν τις πέτρες να γλυστρούν -μες το νερό-και κοιτάχτηκαν-και προδόθηκαν-μουσική!-απο πού;-απο πού;-το πιο λαμπρό αστέρι χτύπησε με μένος-έπεσε με μένος-έλιωσε με μένος τ' αστεία σώματα-και η έκπληξη...-η έκπληξη;-η έκπληξη!-ο ουρανός;-ο ουρανός! σπίθα κοραλλολάγνα στον βυθό!-αταίριαστο...-ανήκουστο!-στάχτη στα υγρά του κοριτσιού -ύστερο κατευόδιο-άλογο κρεμασμένο!-σαν ξένο!-σα νέο... -σαν...-σαν...-πάψε, ο ήλιος




Childhood memories..."rain, rain go away...come back some other day;  rain…                                                                                                                                                                                 More:


Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Ανακάλυψη | Ανδρέας Παπάζογλου

Αποτραβηχτήκαμε ύστερα στα όμορφα καταφύγια

Κλειδώσαμε γερά τις πόρτες και ανοίξαμε το πρώτο μπουκάλι

Έξω ο κόσμος είχε πόλεμο
Ξεχαστήκαμε

Πέρασαν χίλια χρόνια πριν σε ψάξω
Σε βρήκα δίπλα μου
Τσιγάρο στο χέρι
Βρωμοκοπούσες μωβ και ντο μινόρε

Άνοιξα βίαια τις πόρτες
δαγκώνοντας τα χείλια
Οι άλλοι, ούρλιαζαν κάτι για θεούς
κατάρες κι αντισώματα

Μπήκε λοιπόν το φως
βίαια - όπως μας άρμοζε

Κι επιτέλους κατάλαβα
πόσο νεκρή, πια, ήσουν


Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Συγκατοίκηση | Ανδρέας Παπάζογλου



Δεν θα 'σουν θάνατος γλυκιά
Θάνατος λατρεμένη
Αν τρέχοντας σαν έφηβο κι αγάμητο αγρίμι
Χιμούσες να φιλήσεις τον λαιμό μου
Κάπου και κάποτε κοινά
Κάποια εποχή αδιάφορη
Στον ύπνο ή στην λεκάνη

Και αν δεν ήμουν από γυαλί και μέλι
Ίσως και να με πείραζε ο τρόπος
Που πλέεις κάθε μέρα στην ανάσα μου
Ή που έσκισες τα μάτια μου
Για να 'χεις ένα μέρος για να ζεις

Δεν παραπονιέμαι όμως
Αλήθεια
Κι αν λίγο σε φοβάμαι
Είναι γιατί είσαι πάντα εκεί
Κι είμαι κι εγώ εκεί
Και μια ζωή χωράμε με το ζόρι, δηλαδή

Μα είσαι καλή
Και είσαι γλυκιά
Κι είσαι τα πάντα
Όσο κι όπως τα πάντα με γαμούν
Μειλίχιο χαμόγελο πάνω απ' την τάβλα του χασάπη
Νούμερο του ΕΟΠΥΥ 8:05 ακριβώς
Ή μπόχα έξω απ' το εργοστάσιο του Παυλίδη
Που, ρε πούστη, σοκολάτα φτιάχνουν
Θα 'πρεπε να μοσχοβολάει

Και δεν παραπονιέμαι
Αλήθεια
Μα λίγο σε βαρέθηκα
Φίλη γλυκιά και θάνατε γλυκέ μου

Βλέπεις
Σιωπήσαμε τόσο καιρό
Που σιώπησε ο καιρός εμάς
Και δεν θυμάμαι πια πώς να μιλώ ή να κλαίω
Μόνο τα μπούτια σου, αλαβάστρινα χτικιά
Στιλπνές, παραμυθένιες τυρρανίες
Να πνίγουν στοργικά τις φασαρίες μου
Θυμάμαι
Και
Βαρέθηκα

Χάσου λοιπόν και λείψε
Λείψε σα να μην σ' έμαθα ποτέ
Και λείψε μου για πάντα
Σαν κάτι που ονειρεύτηκα μικρός
Πολύ μικρός
Χύσου μακριά μου κι έξω μου
Πάρε τη νύχτα σου αγκαλιά
Και ξεκουμπίσου

Σ' αγαπώ

Artwork: Apollonia Saintclair