Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εύη Μουρέλλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εύη Μουρέλλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Divenire | Εύη Μουρέλλου



Ο ήλιος καίει αλλιώτικα
μ’ ηλιαχτίδες
π’ ακουμπούν το σταρένιο δέρμα
κι εκείνο ανατριχιάζει.

Ο αέρας τούτος έχει μια γεύση ξένη
και τα δέντρα ακόμα δεν μ’ έχουν μάθει.

Κυνηγώ τα φώτα κάποια βράδια
των σπιτιών απέναντι
και σαν τα πιάσω τα πετώ ψηλά
να γίνουν άστρα μ’ αναμνήσεις.

Να μπορώ να τα φωνάζω
με το μικρό τους όνομα
και να πίνουμε κάπου-κάπου
παγωμένο κρασί
καθισμένοι στην άμμο της παραλίας.

Οι απάνεμοι κόλποι είναι τυχεροί
γιατί ποτέ δεν έμαθαν
μεγάλες τρικυμίες,
και τα κοχύλια που μάζεψα
είναι ήρεμα και πράα
γιατί ποτέ δεν γνώρισαν
ωκεανούς με βάθη.

Μένει να περπατήσω
ξυπόλυτη
εκεί που σκάει το κύμα,
να μάθει κι αυτή η θάλασσα
τα πιο κρυφά μου θέλω.

Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

Το Φλιτζάνι | Εύη Μουρέλλου


Tempest In A Teacup by Rebecca Stefun

Στο φλιτζάνι μου χωρά
ένα δειλινό 
στα λιμανάκια μας,
καθώς ψάχνουμε τις εγκοπές
των βράχων
για πεταλίδες και καβούρια.

Νερά κυανά
-ίδια κρύσταλλα-
μας τυφλώνουν 
και 'μεις σμίγουμε τα φρύδια
καθώς πετούμε
χούφτες χούφτες 
την άμμο 
με μένος
για να τα θολώσει.

Ολόκληρο θέρος
ανακατωμένο
με ζάχαρη και γάλα.


Τρίτη 2 Απριλίου 2019

Le Temps | Εύη Μουρέλλου



Χθες έφυγα απ’ τα ρηχά,
κολυμπώντας μέχρι εκεί
που η θάλασσα σκουραίνει
και άλλο δεν πατώνω.

Φοβήθηκα πως θα πνιγώ,
πως θα χαθώ ανάμεσα
σε αφρισμένα κύματα
από ιώδιο κι αλάτι.

Σήμερα έφτασα μεσοπέλαγα
σ’ ένα μικρό νησί,
που άλλα πέλματα δεν έχουνε αγγίξει
πέρα απ’ τα δικά μου.

Κι ένιωσα πως δεν μου φτάνουνε
όλοι οι ωκεανοί ενωμένοι,
κι απόρησα που ως τώρα έτρεμα
τα πιο μικρά ρυάκια.


Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

Σημεία Στίξης | Εύη Μουρέλλου

Μα τ’ ανείπωτα τρέξαν να κρυφτούν
προτού να ξεφύγουν από τα χείλη,
τρομαγμένα κι ανήσυχα
μην τύχει και τα βρούνε.

Μα οι ματιές τους φοβηθήκανε
και γύρισαν μεμιάς την πλάτη,
πικραμένες και ατελείωτες,
σ’ ένδειξη παραπόνου.

Μα και οι ίδιοι σκιάχτηκαν, θαρρώ,
απ’ το δικό τους «ίσως»
που ήτανε πιο δυνατό
από όλα τα «μπορώ» τους.

Και στο τέλος έβαλαν
μια στρογγυλή τελεία,
γιατί ένα κόμμα είναι ικανό
να τ’ ανατρέψει όλα.

Και η σελίδα ντράπηκε
έτσι που απέμεινε λευκή
και τράβηξε το εξώφυλλο
να κλείσει το βιβλίο.


Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

J’y suis jamais allé | Εύη Μουρέλλου

Είναι και εκείνες οι φορές, που θα ‘θελε να μπορέσει να πάρει μια κόλλα χαρτί και να γράψει όλα όσα γυρνάνε στο μυαλό του και δεν τον αφήνουν στιγμή σε ησυχία, μα θαρρεί πως σαν πιάσει το μολύβι, όλα μέσα του σβήνουνε μεμιάς, και μένει εκεί, ακίνητος, να ανασαίνει ρυθμικά και να μετράει μια- μια τις γραμμές του τετραδίου του. Γραμμές, σειρές, ευθείες. Ράγες. Κάθε φορά που μπαίνει στον ηλεκτρικό νιώθει ένα σφίξιμο στο στομάχι του. Κάθεται όσο πιο μόνος γίνεται, και αν δει πως τα βαγόνια είναι γεμάτα, περιμένει να ‘ρθει το επόμενο. Μια φορά περίμενε δυο ώρες στην αποβάθρα, μέχρι να βρει ένα πιο άδειο και να μπει. Συνήθως ακούει μουσική εκεί μέσα ή διαβάζει κάποιο βιβλίο, κατά προτίμηση κλασσικό και ολιγοσέλιδο. Μια μέρα εκεί που κοίταζε τις ράγες αποφάσισε πως του αρέσουν τελικά. Του θύμιζαν μικρά πεντάγραμμα δίχως τις παιχνιδιάρες νότες. Τις έβλεπε να περνάνε, να αλλάζουν, με σταθερή απόσταση ανάμεσά τους, και έβαζε πάνω τους νοητά παύσεις και διέσεις. Μια μέρα κατάφερε να συνθέσει μια ολόκληρη μελωδία -δεν πήγαν άδικα τελικά τόσα μαθήματα αρμονίας και σολφέζ. Την ονόμασε «ο ήχος της Τετάρτης» και αποφάσισε κάποτε να την γράψει και σε κασέτα, που ‘ναι και ρομαντική. Μερικά βράδια ξενυχτάει κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του δωματίου του ολόκληρη την γειτονιά. Βάζει κλασική μουσική και πίνει τσάι με γάλα -πρόσφατα δοκίμασε τον συνδυασμό των δυο και σκέφτηκε πως εντάξει, δεν είναι και τόσο κακό, ίσως να του αρέσει και λίγο. Είναι μόνος του. Η γάτα του γείτονα πάλι βγήκε για βόλτα στο φεγγαρόφωτο, προχθές πέρασε όλο το βράδυ ανεβοκατεβαίνοντας τα μπροστινά σκαλιά του σπιτιού, να δεις που και ‘κεινη ζητά συντροφιά. Μετράει κάπου- κάπου και τα αναμμένα φώτα στ’ ανοιχτά παράθυρα- πόσοι ακόμα να ‘ναι ξύπνιοι όπως αυτός; Μακάρι να μπορούσε να τους πετάξει ένα μικρό χαρτάκι στα κρυφά, που να γράφει την «καληνύχτα» που θέλουνε ν’ ακούσουν. Αυτόν δεν τον νοιάζει και τόσο να την ακούσει. Έμαθε μόνος του. Η τηλεόραση δεν του αρέσει, γιατί του φαίνεται πώς όσο την κοιτάει, τόσο τον νανουρίζει, μα εκείνος δεν θέλει να κοιμηθεί. Δεν θέλει να φεύγουν έτσι οι ώρες οι βραδινές, τις προτιμάει απείρως από τις υπόλοιπες. Έχει κάτι μαγικό η νύχτα, κάτι σαγηνευτικό. Νιώθει πως βλέπει τα πάντα, ενώ δεν τον βλέπει κανείς. Πως ακούει τους ήχους αυτούς που οι υπόλοιποι δεν μπορούνε να ακούσουν. Πως έχει μετρήσει περισσότερα αστέρια από όλους του τους γείτονες μαζί. Αυτό είναι που δεν του αρέσει τόσο στην πόλη, τα φώτα της, τόσο δυνατά ρυθμισμένα που κρύβουν σχεδόν όλο τον έναστρο ουρανό. Μια φορά είχε ονοματίσει δυο αστέρια που του φάνηκαν ερωτευμένα, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να τα ξαναβρεί για να τα χαιρετήσει. Ίσως να χάθηκαν ανάμεσα σε τόσα πανομοιότυπα άλλα. Δύσκολο να ‘σαι αστέρι, σκέφτηκε, να θυμίζεις τόσο τα υπόλοιπα σ’ όσους σε κοιτούν από μακρυά. Του άρεσε πολλές φορές να πίνει καφέ το πρωί διαβάζοντας άρθρα για κρυφά μέρη που ξέρουν μόνο οι πιο πολυταξιδεμένοι ταξιδιώτες, για πίνακες με κρυφά μηνύματα και για κυνήγι θησαυρών σε ναυάγια βυθισμένα στον πάτο της θάλασσας. Τον τρόμαζε μερικές φορές η θάλασσα. Όχι, δεν τον τρόμαζε ακριβώς. Τον εξίταρε. Όχι όμως μόνο. Η καλύτερη περιγραφή είναι πως τον έκανε να ανατριχιάζει όταν προσπαθούσε να κατανοήσει την απεραντοσύνη της. Μια φορά, θυμάται, βούτηξε βαθιά για να πιάσει ένα γυαλιστερό κοχύλι, και παραλίγο να μην του φτάσει ο αέρας για ν’ ανέβει πάλι πάνω. Μόλις έφτασε στην επιφάνεια σκέφτηκε «τι ωραίο που είναι ν’ ανασαίνεις». Τον τρόμαζαν πολλά πράγματα, όχι όμως με τον τρόπο που θα καταλάβουν οι περισσότεροι. Ήταν απλά σαν να τον καλούσαν να τα εξερευνήσει, να γίνει ένα μ’ αυτά, να τα μελετήσει και να τ’ αγαπήσει όπως τα βιβλία του. Μια μέρα ζωγράφισε έναν άτεχνο πίνακα, του πήρε όλη την μέρα αλλά σε ‘κεινον έμοιαζε σαν δυο-τρεις ώρες. Ο πίνακας ήταν δεκάδες ευθείες κάθετες γραμμές, κάθε μια και άλλο χρώμα, με μόνη ομοιότητα, τελικά, την διαφορετικότητά τους. Τον ονόμασε «το χρώμα των περαστικών» και έκρυψε ένα μικρό σημείωμα στο πίσω μέρος του, με όλες και όλες πέντε έξι σειρές με λέξεις.
«Όλοι πολύχρωμοι κι ανήσυχοι, κι εμείς, εμείς ασπρόμαυροι. Εσύ είσαι το μαύρο, και απ’ όπου κι αν σταθώ σε βλέπω. Εγώ είμαι τ’ άσπρο, και αν δεν ξέρεις που να με βρεις, με έχασες -έγινα ένα με τον πίνακα. Μονάχα σαν με αγκαλιάσεις μπορώ να γίνω γκρι».
Τον τύλιξε προσεκτικά με λίγο χαρτί περιτυλίγματος που του ‘χε απομείνει από κάτι γιορτές, έγραψε με μεγάλα μαύρα γράμματα την γνώριμη διεύθυνση, και το ‘στειλε μια μέρα του Φλεβάρη, σαν σουρούπωσε. Αν θυμάται καλά, ο μήνας είχε 30.

René Magritte, Golconda, 1953


* Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Περί Στοχασμών


Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Μονολογώντας | Εύη Μουρέλλου



Είναι που οι τοίχοι άρχισαν ολοένα να μικραίνουν, να στενεύουν, να αλλάζουν, λες και θέλουν να με κλείσουν ανάμεσά τους μέχρις ότου γίνω ένα με αυτούς. Το στυλό βαραίνει στο χέρι μου και τα γράμματα βγαίνουν λίγο λοξά, του τελειώνει και το μελάνι, μου τελειώνουν και οι σκέψεις, πρέπει να το αδειάσω θαρρώ λίγο το μυαλό από τους πολλούς συλλογισμούς, να το αφήσω τελείως κενό- μόνο τις νότες και κανένα κλειδί του σολ θα αφήσω, να 'χω να ξεκλειδώσω την πόρτα άμα θελήσω να τρέξω στον κεντρικό δρόμο -εκείνον με τις τρεις λωρίδες που 'ναι όλο βαβούρα και φωνές- και να αρχίσω να του φωνάζω και 'γω, να του πω ότι με πνίγει και με αγχώνει και με τρομάζει και με απωθεί, πως αγαπώ τα κόκκινα φανάρια του, που δίνουν μερικά λεπτά ανάσας σε τούτη την πόλη. Αμάν πια αυτοί οι τοίχοι, δεν λένε να σταματήσουν να κλείνουνε- αλήθεια, πού άφησα το σπίρτο εκείνο που θα άναβε μια φοβερή φωτιά και θα τους έκανε από φόβο ν'ανοίξουν τόσο, που να χωράνε μέσα τους ολάκερο τον κόσμο; Κάπου εδώ γύρω θα το 'χω αφήσει.

Κάπου,
ίσως εδώ,
όχι δεν είναι,
ίσως πάνω στην βιβλιοθήκη, μέσα στο βιβλίο που αγόρασα τότε και ακόμα να διαβάσω,
όχι όχι, ούτε εκεί,
α! ξέρω,
ίσως να 'ναι στο συρτάρι με όλα κείνα που μια τα χάνω και μια τα βρίσκω
-τα λαστιχάκια για τα μαλλιά, τα γυαλιά μου, την έμπνευση, την όρεξη, τα όνειρα-
να δεις που εκεί θα 'ναι.

Θέλω να πάρω τα χρώματα από τον πίνακα που 'χω στο σαλόνι και να βάψω τον απέναντι δρόμο, τον πλαϊνό τοίχο, τον γείτονα και τον σκύλο του, ίσως και μένα την ίδια, να προλάβω να διαλύσω εγώ το γκρι, προτού με καταπιεί εκείνο.

Πάω να κλείσω το παράθυρο γιατί μπαίνει ψύχρα και ρουτίνα μέσα. Αύριο θα απλώσω τις φρεσκοπλυμένες μου προσδοκίες, και θα τις φορέσω έτσι καθαρές και μυρωδάτες, ξεκινώντας ξανά απ' την αρχή.

Πού θα μου πάει- θα κόψω λίγο τις κόρνες και την βροχή, θα ράψω και μερικά χαμόγελα, από τα αληθινά και τα μοιραία,
και θα το φέρω το τώρα στα μέτρα μου.



Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Χρόνια πολλά "Οδυσσέα" | Εύη Μουρέλλου

Λατρεύω τα βιβλία. Μου αρέσει να φτιάχνω γαλλικό καφέ –γλυκό, με λίγο γάλα εβαπορέ- στην μεγάλη μπλε κούπα, να βουλιάζω στον καναπέ του σαλονιού με μια μικρή κουβέρτα δίπλα ,γιατί ποτέ δεν ξέρεις, πολύ να κρυώνω πιο μετά, και να χάνομαι μέσα σε σελίδες και κεφάλαια. Θα είμαι όμως ειλικρινής: έχω συνήθως μια προτίμηση στα ολιγοσέλιδα βιβλία, εκείνα που μπορώ μέσα σε μια, άντε δυο μέρες, να ‘χω πιει μονορούφι. Τα μεγαλύτερα βιβλία θέλουν περισσότερο χρόνο, και αν τύχει κάτι και τα αφήσεις για λίγες μέρες βγαίνεις εκτός κλίματος, και άντε μετά να εγκλιματιστείς πάλι. 

Τον «Οδυσσέα» του James Joyce τον αγόρασα μετά από ένα μάθημα που παρακολούθησα σχετικά με το ίδιο το έργο και τον συγγραφέα του. Η εκδοχή ενός άλλου Οδυσσέα και μια άλλης Πηνελόπης στον σύγχρονο κόσμο και όχι στην καταπράσινη Ιθάκη μου κίνησε το ενδιαφέρον- αυτό το βιβλίο, είπα, θα το διαβάσω, κι ας είναι κοντά 1000 σελίδες. Την επόμενη μέρα, λοιπόν, το παρήγγειλα.

Για όσους δεν γνωρίζουν τον James Joyce (James Augustine Aloysius Joyce), ήταν ένας Ιρλανδός συγγραφέας και ποιητής που γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου του 1882 –σαν σήμερα!- και έχει θέση ανάμεσα στους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ου αιώνα. Ο Joyce μπορεί να γεννήθηκε στο Δουβλίνο, όμως έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εκτός Ιρλανδίας. Κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου έζησε στη Ζυρίχη, ενώ μετά την λήξη του μετακόμισε στο Παρίσι, μετά από πρόσκληση του ποιητή Έζρα Πάουντ. Την συγγραφή του Οδυσσέα, που επρόκειτο να γίνει ίσως το πιο σημαντικό βιβλίο του, την ξεκίνησε το 1914.

Ο Οδυσσέας ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 1921, και εκδόθηκε το 1922, στις 2 Φεβρουαρίου –πάλι σαν σήμερα!- στα γενέθλια του Joyce. Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, ένα κράμα όλων των τεχνικών της μυθιστορηματικής πρακτικής. Αποτελείται από 18 συνολικά κεφάλαια, ενώ ολόκληρο περιγράφει μια ημέρα από την ζωή του κεντρικού ήρωα, του Λέοπολντ Μπλούμ -1000 σχεδόν σελίδες μιλάνε για μια και μοναδική ημέρα. Το ταξίδι του πολυμήχανου Οδυσσέα περιγράφεται εδώ σαν περιπλάνηση του Οδυσσέα του Joyce στους δρόμους του Δουβλίνου. 
 
Στον Οδυσσέα περιγράφονται οι σκέψεις και οι πράξεις των αληθινών ανθρώπων, ακόμα και οι αισχρές και άσεμνες. Μπορούμε να δούμε τον άνθρωπο εκ των έσω, τα μύχιά του, μέσα και από τον εσωτερικό μονόλογο που χρησιμοποιεί ο Joyce, με αποκορύφωμα την χρήση του εσωτερικού μονολόγου της Μόλλυ Μπλουμ (η Πηνελόπη του βιβλίου) στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. 
Το βιβλίο κλείνει με την λέξη «Ναι», από την Μόλλυ Μπλουμ, τελειώνοντας έτσι τον δίχως σημεία στίξης μονόλογό της. Όλο το βιβλίο κλείνει με το ναι, το ναι της Πηνελόπης. 

«ναι είπα ναι θέλω Ναι.» (Οδυσσέας, James Joyce)
Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1922 στο Παρίσι, ενώ απαγορεύθηκε ως άσεμνο στην Αγγλία, την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, κατηγορούμενο ως αισχρό πορνογράφημα. Το 1933 ο δικαστής M. Woosley ήρε την απαγόρευση του βιβλίου –έως τότε το βιβλίο κυκλοφορούσε στον Αγγλόφωνο κόσμο μέσα από μερικά λαθραία αντίτυπα. 
Από όταν πήρα το βιβλίο στα χέρια μου και το τοποθέτησα στην βιβλιοθήκη, έλεγα κάθε λίγο πως θα το αρχίσω, αλλά όλο και κάποιο άλλο βιβλίο ξεκινούσα. Κάπου κάπου διάβαζα κάτι που μου θύμιζε πως υπάρχει στο ράφι μου, όπως εκείνη η εκδήλωση με τον Μαραθώνιο Ανάγνωσης του Ulysses.

Σαν σήμερα λοιπόν γεννήθηκε ο James Joyce και σαν σήμερα κυκλοφόρησε το έργο του Οδυσσέας. Πάλι πέφτω πάνω σε μια υπενθύμιση του βιβλίου, πάλι λέω στον εαυτό μου να το ξεκινήσω. Μόνο αυτή την φορά το έκανα και πράξη, φύσηξα από πάνω του την σκόνη τόσων μηνών, εξοπλίστηκα με γαλλικό καφέ και με την μικρή κουβέρτα μου, και άρχισα το διάβασμα. 
Εντάξει, ακόμα δεν άρχισα. Αλλά υπόσχομαι από αύριο, θα έχω ξεκινήσει!


Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Το ποίημα της ημέρας | Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής | Εγγονόπουλος Νίκος

«… πολύ σιωπηλά είναι όλα, κι η σιωπή είναι
καλή μονάχα σαν κλείνει μέσα της χαρά.
Αλλιώς τη φοβάμαι…» Λη

τα σπέρματα
των λυκανθρώπων
κουράζουν
τα πηδάλια
του ορίζοντος
ριχτούν
αναμμένες φλογέρες
μέσα
στα ματωμένα φουστάνια
που κρέμονται

στα πυκνά κλαριά
των δέντρων
πνίγουν κοράκια
μεσ’ στους καθρέφτες
ζητούν
τη δικαιοσύνη
και τον οίκτο
των
παιδιών

εγώ
όμως
βάζω κόκκινα λουλούδια
μεσ’ στα μαλλιά της
ορθώνομαι
ολόγυμνος
μέσα σε κήπους
πορφυρούς
χάνομαι
μέσα σε
σκοτεινές σπηλιές
που κρυφτούν
βαθιά
ραφτομηχανές
και ψάρια
κίτρινα
που μιλούν
σα λουλούδια
κι ίσως
εγώ να είμαι πια
αυτός ο λυκάνθρωπος

των αστραπών
αυτός που λεν
σα βραδιάζει
ο «άνθρωπος παρένθεσις»
μες στις φυσούνες
της πλεκτάνης
στα
σάβανα
της πορείας
εν ώρα
νυκτός
όταν
πεθαίνει
ένα πουλί
σα θειαφοκέρι

κι έτσι πέφτουν
σταλαματιά, σταλαματιά
στους κρόταφους
των απεγνωσμένων
κλειδοκυμβάλων
τα ζευγάρια
των απογοητευμένων
κι ένα
βαρύ σύννεφο
από μακριά
ξανθά μαλλιά
με μάτια φαιά
πετάει αθόρυβα
μες σε
στενόμακρα υπόγεια
οπ’ ανθούν μόνο
λιμάνια
αι
γυπαετοί

κι είναι η σιωπή
φωτιά
μιαν ανεμόσκλα
που τοποθετούν
προσεκτικά
στα χείλια
κι ένα άσπρο
άλογο
που είναι
ένα δέντρο
κοντά στη θάλασσα
κι ένα κόκκινο
άλογο
σαν
σημαία

και τρέχω
πάνω στα νερά
ακούραστα
με το λυρικό
ποδήλατο
με την περικεφαλαία
της αγάπης
κι όταν φτάσω
στο τελευταίο
σκαλί
της σκοτεινής
αυτής σκάλας

κι ανοίξω
την πόρτα
του δωματίου
τότες μόνε αντιλαμβάνομαι
πως το δωμάτιο
ήταν
είναι
ένας μεγάλος κήπος
γιομάτος μουσική
και
ζωγραφιές

ένα δωμάτιο
γεμάτο σεντόνια
ριχμένα
μέσα στον κήπο

σεντόνια
π’ άλλα ανεμίζανε
σα σημαίες
κι ωσάν
υελοπίνακες
κι άλλα ήτανε
ριχμένα κάτω
σαν καθρέφτες
κι άλλα
μιλούσαν
λέξεις άναρθρες
σαν καπνοδόχες
κι άλλα στρωμένα
σε κρεβάτια
σαν κομήτες
άλλα έμοιαζαν
κανάτια
άλλα ήτανε
σαν προβοσκίδες
κι άλλα
έντυναν
με δροσιά
και τραγικές κραυγές
γυναίκες ολόγυμνες
κι ωραίες

έτσι
που πρέπει
ίσως ναν κι ανάγκη απόλυτη
να παραβάλω
την όλη
κατάσταση
μ’ ένα γυαλί
που όταν
βάζεις
το μάτι
βλέπεις
ένα βαθύ
πηγάδι
και στο
βάθος
ένα
πουλί.
Επιμέλεια στήλης: Εύη Μουρέλλου

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

Το ποίημα της ημέρας | Η κοιλιά των λωτών | Bertol Brecht |

Όλοι ετούτοι κουβαλάνε τις κοιλιές τους
σαν να είναι κλοπιμαίες
σα να γίνεται ανάκριση για δαύτες.
Αλλά ο μέγας Λώτον την παράσταινε σαν ποίημα
προς εποικοδόμηση δική του και βλάβη κανενού.
Νάτην: όχι αναπάντεχη, μήτε κοινότοπη,
μα χτισμένη από φαγητά, ξεδιαλεγμένα
με ραχάτι, για τον εγλεντζέ του.
Καλά σχεδιασμένη, έξοχα εκτελεσμένη.

(μτφρ. Γ.Π. Σαββίδης)
Επιμέλεια στήλης: Εύη Μουρέλλου

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Το ποίημα της ημέρας | Orhan Velikanik | Το ποίημα με την ουρά

Μεταξύ μας δεν έχουμε τίποτε κοινό.
Εσύ' σαι η γάτα του χασάπη, εγώ μία του δρόμου.
Εσένανε σου φέρνουν σε ασημένια πιάτα φαγητό.
Από το στόμα του λύκου πρέπει να το αρπάξω εγώ.
Εσύ ονειρεύεσαι έρωτα, εγώ κανένα κόκκαλο.

Όμως έχεις κι εσύ τις δυσκολίες σου αδελφή.
Βλέπεις δεν είναι εύκολο, κάθε ημέρα που περνάς
Ίδια την ουρά σου να κουνάς.

(μτφρ. Θ. Π. Ζαφειρίου)
Επιμέλεια στήλης : Εύη Μουρέλλου


Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Το ποίημα της ημέρας | Ξέρω έναν άνθρωπο | Robert Creely

Όπως έλεγα στο
φίλο μου -όλο μιλάω
βλέπεις- Τζων του

λέω, που δεν ήταν το
όνομά του, το σκοτάδι μάς περι-
τριγυρίζει, τι

να κάνουμε ν'
αντισταθούμε, να -και
γιατί όχι- πάρουμε ένα μεγάλο κωλοαυτοκίνητο

οδήγα, είπε, για
το θεό, κοίταζε
μπροστά σου.

(μτφρ. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)
Επιμέλεια στήλης : Εύη Μουρέλλου

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Το ποιήμα της ημέρας | Μανόλης Αναγνωστάκης | Ποιητική

-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.
-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;
Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.
Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις
Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.
Επιμέλεια στήλης :Εύη Μουρέλλου

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Το ποίημα της ημέρας | Octavio Paz | Πριν απ' την αρχή

Ακατάληπτοι ήχοι, διαύγεια αβέβαιη
Άλλη μια μέρα αρχίζει.
Σκοτεινό δωμάτιο
Δυο σώματα πλαγιασμένα
Εγώ χάνομαι σε μια
΄Αγονη πεδιάδα
Κι οι ώρες ακονίζουν τους σουγιάδες τους.
Εσύ όμως αναπνέεις δίπλα μου ∙
Αγαπημένη και απόμακρη
Ρέεις αλλά δεν κινείσαι.
Απρόσιτη όταν σε σκέφτομαι,
Με τα μάτια σε ψαύω,
Σε κοιτάζω με τα χέρια.
Μας χωρίζουν τα όνειρα
Μας ενώνει το αίμα:
΄Ενα ποτάμι από κτύπους της καρδιάς.
Κάτω από τα βλέφαρά σου ωριμάζει
Ο σπόρος του ήλιου.
Ο κόσμος
Δεν είναι ατόφιος όμως,
Ο χρόνος αμφιβάλλει:
Το μόνο σίγουρο
Η θαλπωρή απ ΄ το δέρμα σου.
Στην ανάσα σου αφουγκράζομαι
Την παλίρροια της ύπαρξης,
Την ξεχασμένη συλλαβή της Αρχής.

*
Antes del comienzo
Ruidos confusos, claridad incierta
Otro día comienza.
Es un cuarto en penumbra
Y dos cuerpos tendidos.
En mi frente me pierdo
Por un llano sin nadie.
Ya las horas afilan sus navajas.
Pero a mi lado tú respiras;
Entrañable y remota
Fluyes y no te mueves.
Inaccesible si te pienso,
Con los ojos te palpo,
Te miro con las manos.
Los sueños nos separan
Y la sangre nos junta:
Somos un río de latidos.
Bajo tus párpados madura
La semilla del sol.
El mundo
No es real todavía,
El tiempo duda:
Sólo es cierto
El calor de tu piel.
En tu respiración escucho
La marea del ser,
La sílaba olvidada del Comienzo.
Επιμέλεια στήλης : Εύη Μουρέλλου

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

Το ποίημα της ημέρας | Γιάννης Ρίτσος | Χειμωνίαζει

“Με κάθε χτύπο του ρολογιού πέφτει ένα κίτρινο φύλλο.
Είχες ένα ψάθινο καπέλο με λιλά λουλούδια.
Τώρα κει μέσα γεννάνε οι κότες
κ’ ένα σαλιγκάρι ανηφορίζει στο πόδι της καρέκλας.
Το χιόνι θα είναι κρύο, κρύο, κρύο
σαν το ψηλό κολάρο του πατέρα
 που βρίσκεται από χρόνια στο σεντούκι.
 Μύρισαν κιόλας τα δέντρα ναφθαλίνη.”

(Γ. Ρίτσος, Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου)




Επιμέλεια στήλης : Εύη Μουρέλλου

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

Το ποίημα της ημέρας |Ερωτόκριτος | Βιντσέντζος Κορνάρος

Ηκουσες Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα;
ο Κύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα.
Τέσσερεις μέρες μοναχά μου ‘δωκε ν’ ανιμένω,
κι αποκείς να ξενιτευτώ, πολλά μακριά να πηαίνω.
Και πώς να σ’ αποχωριστώ και πώς να σου μακρύνω
και πώς να ζήσω δίχως σου τον ξωρισμόν εκείνο;
Εσίμωσε το τέλος μου, μάθεις το θες, Κερά μου,
στα ξένα πως μ’ εθάψασι, κι εκεί ‘ν’ τα κόκκαλά μου.
Κατέχω το κι ο Κύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει,
Ρηγόπουλο, Αφεντόπουλο, σαν είσαι συ γυρεύγει.
Κι ουδέ μπορείς ν’ αντισταθείς στα θέλουν οι Γονείς σου
νικούν τηνε τη γνώμη σου κι αλλάσσει η όρεξή σου.
Μια χάρη Αφέντρα σου ζητώ κι εκείνη θέλω μόνο
και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω:
Την ώρα π’ αρραβωνιαστείς, να βαριαναστενάξεις
κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις.
Ν’ αναδακρυώσεις και να πεις: “Ρωτόκριτε καημένε,
τα σου ‘ταξα λησμόνησα, τα ‘θελες πλιο δεν έναι”.
Και κάθε μήνα μια φορά μέσα στην κάμερά σου,
λόγιασε τα ‘παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου.
Και πιάσε και τη ζωγραφιά που ‘ναι στ’ αρμάρι μέσα
και τα τραγούδια που ‘λεγα οπού πολύ σ’ αρέσα.
Και διάβαζέ τα, θώρειε τα κι αναθυμού κι εμένα,
πως μ’ εξορίσανε για σε πολλά μακριά στα ξένα.
Κι όντε σου πουν κι απόθανα, λυπήσου με και κλάψε
και τα τραγούδια που ‘βγαλα, μες στη φωτιάν τα κάψε.
Mα όπου κι αν πάγω, όπου βρεθώ, κι ότι  καιρόν που ζήσω,
τάσσω σου άλλη να µη δω, µουδέ ν’ αναντρανίσω.
Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ’ είδα ποτέ µου,
ένα κερί-ν αφτούµενον εκράτουν, κ’ ήσβησέ µου.
Kάλλιά’χω εσέ µε Θάνατον, παρ’ άλλη µε ζωή µου,
για σένα εγεννήθηκε στον Kόσµον το κορµί µου.
Επιμέλεια στήλης : Εύη Μουρέλλου


Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Το ποίημα της ημέρας | Οι μικροί γαλαξίες | Νικηφόρος Βρεττάκος

Οἱ μικροὶ γαλαξίες

Πᾶνε κι ἔρχονταιοἱἄνθρωποι πάνω στὴγῆ.
Σταματᾶνεγιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας
ἀντίκρυστὸνἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους.
Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται.
Ὅμως, ἐσύ,
δὲ λόξεψες, βάδισες ἴσα, προχώρησες
μὲςἀπὸ μένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα μου,
ὅπως κι ἐγώ: προχώρησα ισα, μὲςἀπὸ σένα,
κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα σου. Σταθήκαμε ὁ ἕνας μας
μέσα στὸνἄλλο, σὰνάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυὸ κόσμους σὲ πλήρη
λάμψη καὶ κίνηση, σαστίσαμε ἀκίνητοι
κάτω ἀπ᾿ τὴ θέα τους -
Ἤσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου ὅλεςτὶς στέρνες.
Ἤσουναφῶς, διαμοιράστηκες. Ὅλες
οἱ φλέβες μου ἔγινανἄξαφναἕνα
δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια,
στὸστῆθος, στὸ μέτωπο.
Τ᾿ ἄστρατὸ βλέπουνε, ὅτι:
δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες καὶ πλέον
κατοικοῦμετὴγῆ.

Επιμέλεια στήλης: Εύη Μουρέλλου


Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

Το ποιήμα της ημέρας | Ξεκίνησα τη μέρα μου | Τηλέμαχος Χυτήρης

Ξεκίνησα τη μέρα μου
Όπως πάντα
Γυάλισα τον ήλιο
Σφουγγάρισα με ένα σύννεφο τον ουρανό
Και τώρα πίνω τον καφέ μου

Όλα καλά
Με τους ανθρώπους τι θα κάνω;

Επιμέλεια στήλης : Εύη Μουρέλλου


Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Το ποίημα της ημέρας | Μπαλάντα | Πάβλο Νερούδα

Γύρνα, μου είπε μια κιθάρα
κοντά στη Ρανκάγουα το φθινόπωρο.
Οι οξιές όλες είχαν
χρώμα και τρέμουλο καμπάνας:
έκανε κρύο κι ολοστρόγγυλος
έστεκε ο ουρανός πάνω στη θλίψη.
Στην καντίνα μπήκε ένας μεθυσμένος
που τρίκλιζε κάτω από τα σταφύλια
που γέμιζαν το καπέλο του
και του βγαίναν απ’ τα μάτια.
Είχε λάσπες στα παπούτσια,
είχε πατήσει το άγαλμα
του φθινοπώρου και του είχε λειώσει
όλα τα κίτρινά του χέρια.
Εγώ ποτέ δεν ξαναγύρισα στις πεδιάδες.
Αλλά μόλις σημάνουνε
ανώμαλες και ατιμασμένες ώρες,
μόλις της καρδιάς της πέσουνε
τα κουμπιά και το χαμόγελο,
όταν πάψουν να ‘ναι γαλάζια
τα αριθμητικά της λήθης,
η κιθάρα εκείνη με φωνάζει,
κι έχει περάσει πια τόσος καιρός
που μπορεί και τίποτα να μην υπάρχει,
ούτε η πεδιάδα ούτε και το φθινόπωρο,
και γω θα ‘φτανα ξάφνου,
σαν φάντασμα μες στο κενό
με το καπέλο γεμάτο σταφύλια,
ρωτώντας για την κιθάρα,
κι επειδή εκεί δε θα ‘ταν κανείς,
κανείς δε θα καταλάβαινε τίποτα
και γω θα γύριζα να κλείσω
εκείνη την πόρτα που δεν υπάρχει.

  
Επιμέλεια στήλης : Εύη Μουρέλλου

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017

Το ποίημα της ημέρας | Το σκάκι | Μανόλης Αναγνωστάκης

Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου.
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω;
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ώς την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

The Megalomania  by Victoria Ivanova
Επιμέλεια στήλης: Εύη Μουρέλλου

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

Πρωινό τραγούδι | Sylvia Plath | Το ποίημα της ημέρας

Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
Πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχειά.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου. Καινούργιο άγαλμα.
Σ’ ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλεια μας. Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
Από ένα σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντανακλά την δική σου αργή
Εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου
Πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνώ ν’ αφουγκραστώ:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στο αυτί μου.

Μια κραυγή, και σκουντουφλώ απ’ το κρεβάτι, βαριά σαν γελάδα και λουλουδιασμένη
Μες το βικτοριανό μου νυχτικό
Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού. Το τετράγωνο του παραθύρου

Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια. Και τώρα δοκιμάζεις
Μια φουχτίτσα νότες.
Τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια


Επιμέλεια στήλης : Εύη Μουρέλλου