Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σελιδοδείκτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σελιδοδείκτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

Σελιδοδείκτης | Απόσπασμα | Το Πλατύ Ποτάμι | Γιάννης Μπεράτης

 Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά.

 

 Για την επέτειο της σημερινής μέρας, 

28ης Οκτωβρίου, 

σταχυολογήσαμε αποσπάσματα από λαμπρές σελίδες της λογοτεχνίας.



ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΑΤΗΣ 

 

Το έπος του '40: Σπάνια φωτογραφικά ντοκουμέντα από το αρχείο του Πολεμικού  Μουσείου | HuffPost Greece

 

Το πλατύ ποτάμι 

(απόσπασμα)

Το πλατύ ποτάμι (πρωτοδημοσιευμένο το 1946 και σε τελική μορφή το 1965) ανήκει στα λογοτεχνικά κείμενα-μαρτυρίες που αναφέρονται στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940. Ο συγγραφέας του Γιάννης Μπεράτης (1904-1968) υπηρέτησε ως εθελοντής στον πόλεμο αυτό με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού· αποστολή του ήταν να μεταδίδει προπαγανδιστικά μηνύματα προς τους αντιπάλους, καθώς ήταν γνώστης της ιταλικής γλώσσας. Στο έργο καταγράφει με απλό και άμεσο τρόπο τις εμπειρίες και αναμνήσεις του από το μέτωπο. Ο συγγραφέας δεν εστιάζει σε επικές μάχες ή κατορθώματα, αλλά στο ήθος και τον σεμνό ηρωισμό των συμπολεμιστών του, τα οποία σκιαγραφούνται με λιτό ύφος και συγκρατημένη διάθεση θαυμασμού. Τα στοιχεία αυτά δίνουν στο μυθιστόρημα έναν αντιπολεμικό και βαθιά ανθρώπινο χαρακτήρα. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, δύο έλληνες στρατιώτες που μεταφέρουν ως «κήρυκες» (=απεσταλμένοι) ένα μήνυμα ανακωχής στις εχθρικές ιταλικές γραμμές διηγούνται μετά την επιστροφή τους στον διοικητή Σγουρό όσα είδαν και έζησαν στην «άλλη μεριά» του μετώπου. 


Η ώρα περνούσε. Ο Σγουρός ανησυχούσε πολύ για τους «κήρυκες» που δεν επιστρέφανε. Τι διάολο! Τι διάολο πάθανε, έλεγε κάθε τόσο. Μα σε κάποια στιγμή ένας στρατιώτης πήδη- ξε ανάμεσά μας κι είπε βιαστικά: «Ήρθανε! Ήρθανε, κύριε Διοικητά!».         

Ο Σγουρός τινάχτηκε ολόρθος: Μπρος, λοιπόν! Φέρ’ τους. Τι τους κρατάς;        

Είναι ακόμη κάτω, κύριε Διοικητά. Τηλεφώνησε ο «Τέταρτος»1 πως φτάσανε κι ανεβαίνουν.

Γρήγορα! Γρήγορα! Νά ’ρθουν γρήγορα! αδημονούσε2 ο Σγουρός που πότε καθότανε και πότε σηκωνότανε πάλι απότομα για να κοιτάξει γύρω του το σκοτάδι, βάζοντας για προφύ- λαγμα πάν’ απ’ τα μάτια του την ανοιγμένη παλάμη του.

 Μετά καμιά δεκαριά λεφτά παρουσιαστήκανε κι οι δυο τους, λαχανιασμένοι μα χαρωποί και γελαστοί, όπως όταν πριν ξεκινήσουν.

 Κατεβήκανε, όπως τους είπε, και σαλπίζανε, έλεγε ο λοχίας – αυτός κράταγε ψηλά (όπως πάλι τού ’πε) το κοντάρι με το άσπρο πανί…

 Καλά καλά, αυτά τα ξέρουμε, τον διέκοφτε ο Σγουρός. Σας ακούσαμε. Μετά; Μετά να μας πεις.

Μετά όλο και πλησιάζανε κι όλο σαλπίζανε. Ο Δημήτρης, από δω, θα του φουσκώσανε τα πλεμόνια…

Ναι, ναι – λοιπόν;

 Ε! δεν έχει λοιπόν, κύριε Διοικητά. Προχωρήσανε ώς τις γραμμές τους, κι όταν τις είδανε, σταματήσανε και περιμένανε – προσοχή˙ όπως πάλι τους είχε πει.

Ναι, παιδί μου. Μετά, σου λέω, ξεφυσούσε κι αναταραζότανε σύγκορμος ο Σγουρός, πού ’χε πάλι καθίσει δίπλα στη φωτιά και την ανασκάλευε και τη γέμιζε ολόκληρη μ’ ένα ξύλο που είχε αρπάξει από κάπου δίπλα του.

Μετά, αφού περιμένανε λίγα λεφτά, από κάτι απέναντί τους χαρακώματα ξεπεταχτήκανε καμιά δεκαριά στρατιώτες κι ένας επιλοχίας, του φαίνεται… Ρηχά χαρακώματα, κύριε Διοικητά, τίποτα της προκοπής – κι ήρθανε σ’ αυτούς σιγά σιγά με προτεταμένα τα όπλα  τους, άκου! Σα να φοβόντουσαν! Ενώ αυτοί οι δυο τους μένανε πάντα ακίνητοι και προ- σοχή. Τότε χαιρέτισα κι έβγαλα απ’ την τσέπη μου το γράμμα και τους έδειχνα. Μα σαν πλησιάσανε πιο πολύ ακόμη κι είδανε καλά την άσπρη σημαία, όλα αλλάξανε μεμιάς, κύριε Διοικητά. Ποιος ξέρει τι τους πέρασε απ’ το μυαλό – μα να σου πω την αλήθεια, νομίζω πως τους φάνηκε πως τους φέρνουμε Ειρήνη. Ε! και τότε να δεις αγκαλιάσματα και φιλιά και περιποίηση και ζήτω και χοροπηδήματα από παντού. Βλέπεις δεν ήξερα να μιλάω – κι ούτε καταλάβαινα, να πάρ’ η οργή, τι μου λέγανε.

Ο Δημήτρης, ο σαλπιγκτής, δίπλα του, κουνούσε σε κάθε φράση που έλεγε επιβεβαιωτικά το κεφάλι του και κοιτούσε αλληλοδιαδόχως έμμονα πότε το Σγουρό, πότε εμένα, πότε εκεί- νον μέσα στα μάτια, έτσι με κάποια έκφραση θαυμασμού και ικανοποίησης, μα σα να μην είχε λάβει κι αυτός μέρος σ’ όλα αυτά κι ήτανε ένας απλός ακροατής, σαν κι εμάς. Ήτανε φανερό πως ο λοχίας τού επιβαλλότανε και πως αυτός, ό,τι και νά ’κανε, ήτανε και θά ’μενε πάντα στη ζωή του ένας κομπάρσος.  

Τότε τους βάλανε στη μέση και προχωρήσανε όλοι μαζί για το χωριό.[…]

 […] Κι έτσι, όπως είπε, όλοι μαζί και χωρίς να συναντάνε πουθενά κανέναν άλλο – μα ψυχή πετούμενη που μας λέει – φτάσανε τα πρώτα σπίτια του χωριού. Εκεί, κύριε Διοικητά, εκεί είναι μαζεμένοι όλοι τους κι ας του τρυπήσουν αυτουνού τη μύτη αν είναι αλλιώς. Στα σπίτια, και κάτω απ’ τα σπίτια θά ’χουνε κάνει τα αμπριά τους – μέσα και κάτω απ’ τα θεμέλια δηλαδή. Να, ας το πει κι ο Δημήτρης.

Ο Δημήτρης είπε κι αυτός: «Ναι».

Περνάγαμε, εξακολούθησε ο λοχίας, κι όλα τα παράθυρα ανοιγόντουσαν και μας κοιτούσαν – τό ’να κεφάλι πάνω στ’ άλλο (εγώ τουλάχιστον, και για δικό μου λογαριασμό, τους υπολογίζω αυτούς εκεί μέσα ώς τρεις λόχους, κύριε Διοικητά), έτσι στα μουγκά και με περιέργεια που δεν ξέρανε τι είναι. Και μετά, αφού προχωρήσανε αρκετά μες στο χωριό, μας μπάσαν σε μια μεγάλη αυλή και μας κάναν νοήματα να περιμένουμε. Αυτός κρατούσε πάντα το γράμμα, όπως τού ’χανε πει, και δεν τό ’δινε σε κανέναν αν δεν παρουσιαζόταν κάποιος «επικεφαλής» για να το δώσει επίσημα. Γύρω τους είχε μαζευτεί ένα τέτοιο μπουλούκι από φαντάρους Ιταλούς, που τους τρώγανε με τα μάτια τους, θαρρείς, κύριε Διοικητά, κι όλο γυροφέρνανε γύρω τους. 3 κομπάρσος: δευτερεύον βουβό πρόσωπο, συνήθως στο θέατρο.  

 

Επιτέλους, από κείνη τη μεσιανή πορτούλα βγήκε κάποιος – ανθυπολοχαγός θες ήτανε; Υπολοχαγός; Πού να ξέρει κι αυτός που αυτοί οι διαόλοι φορούν άστρα κι αστράκια παντού, από κουμπότρυπα μέχρι κολάρο – και στάθηκε κι αυτός προσοχή μπροστά μας. Χαιρέτησα, χαιρέτησε κι αυτός, και τού ’δωσα το γράμμα, που το πήρε και ξαναχώθηκε μες στο σπίτι.

 Καλά, καλά. Πολύ καλά, έλεγε ο Σγουρός που παιδευότανε πάντα με τη φωτιά αν και με τα μάτια του κολλημένα στο πρόσωπο του ορθού λοχία που φωτιζότανε κι αυτό κατακόκκινο απ’ τις φλόγες.

Κι ύστερα όλοι αυτοί που ήτανε γύρω τους τούς βάλανε κάπου να καθίσουν μες στην αυλή κι όλο γυρίζανε και γυροφέρνανε γύρω τους, αλλά και σε απόσταση, σάμπως νά ’τανε οι δυο τους τίποτα άγρια θεριά. Τότε σηκώθηκα, κι όπως μού ’χες πει, κύριε Διοικητά, τους τράταρα τσιγάρο. Στην αρχή δε ’θέλαν (κάναν  δηλαδή πως δε θέλουν), μα σαν είδαν καλύτερα το κουτί τον «Άσσο», ριχτήκαν όλοι πάνω τους σα λιμασμένοι. Παπαστράτο! Παπαστράτο! Φωνάζανε όλοι μαζί – και δώσ’ του βουτιά στο πακέτο. Ε! σε τρία, για να μην πει πέντε λεφτά, κύριε Διοικητά, και τα δέκα πακέτα που μας είχατε δώσει για να τους μοιρά- σουμε, γενήκανε άφαντα.

— Ώστε τον ξέρουνε τον Παπαστράτο! Γελούσε ο Σγουρός κουνώντας βαριά το κεφάλι του, με τη στενή του κάσκα στην κορφή κορφή, δεξιά κι αριστερά πάν’ απ’ τους φλόγες.

— Αν τον ξέρουνε λέει! Όλοι σαν κοράκια πέσανε επάνω και σ’ ένα λεφτό δεν είχα πια πακέτο στις τσέπες μου, ούτε στο σακίδιό του ο Δημήτρης. Γλέντι τρικούβερτο κάνανε σου λέω, κύριε Διοικητά – χαρά κι άγιος ο Θεός! Ακόμη λίγο και θα χορεύανε.

— Καλά – και μετά;

 Από μέσα (φαίνεται πως τα πράματα κάπου σκαλώσανε) ακούγανε συνεχώς (ας ήταν η πόρτα κλειστή) κουδουνίσματα κι αδιάκοπες τηλεφωνικές κλήσεις. Ε! που να πάρ’ η οργή που να μην ξέρει αυτός Ιταλικά να καταλάβει κάτι… Εκεί θά ’πρεπε νά ’ναι κάποιος που να ξέρει κάπως αυτά τα ιταλικά.

— Ξέρεις, Μπεράτη, τον διέκοψε ο Σγουρός, πως κάναμε μεγάλη βλακεία που δε σε ντύ- σαμε εσένα στρατιώτη, και δε σε στείλαμε; Ε! που να πάρει η ευχή!

— Εγώ, κύριε Διοικητά, θά ’μουνα πρόθυμος – αλλά, καταλαβαίνετε, πρώτη μέρα πού ’ρθα εδώ, κι έτσι ακατατόπιστος… δεν ήξερα ακόμη αν έχω το δικαίωμα να το ζητήσω… κι αφού δεν μού ’πατε και τίποτα…

— Και δεν τό ’λεγες, μωρέ παιδί! Και δεν τό ’λεγες! Αχ! Με κάνεις και σκάω τώρα, μωρέ Μπεράτη! – κι ο Σγουρός με το τακούνι της μπότας του κοπάνισε μια γερή στο καταφλογισμένο κούτσουρο που ήτανε δίπλα του.

Έλα, μωρέ λοχία – καλός και άξιος είσαι, μα κάνεις και δεκαπέντε ώρες να μας τα πεις, μωρέ παιδάκι μου.

Μα τι να σου πει, κύριε Διοικητά; Μήπως δε στα λέει…

— Είσαστε κουρασμένοι, παιδιά; Είπε άξαφνα ο Σγουρός.

Μπα που είναι κουρασμένοι! Και νά ’ναι λίγο κουρασμένοι, τι σημασία έχουν όλ’ αυτά, κύριε Διοικητά. Άκου λοιπόν, το παρακάτω. Δεν τους είπες να σου τα πουν όλα με το νι και με το σίγμα; Λοιπόν κουδουνούσανε από μέσα, κουδουνούσανε, και φαίνεται πως γινόταν μεγάλη φασαρία και πως δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν και κάπως τά ’χανε χάσει, κύριε Διοικητά, έτσι που τους ήρθε ξαφνικά το γράμμα και δεν ξέρανε τι να κάνουν κι όλο ρωτού- σαν από δω κι από κει για τι απάντηση να δώσουν και μου φαίνεται (ας μην καταλαβαίνω ιταλικά) πως δεν μπορούσαν να βρουν τον αρμόδιο κι ο ένας τους ξαπόστελνε στον άλλον – μια χάβρα· χάβρα εβραίικη δηλαδή, κύριε Διοικητά. Τους ακούγαμε, και μεις καθόμαστε απ’ έξω, σε κείνο το παγκάκι που μας είχανε βάλει να καθίσουμε. Τώρα, μετά τα τσιγάρα, όλοι ήτανε δίπλα μας, γελούσαν κι όλο μας κάναν νοήματα – κι ένας λοχίας μέσα σ’ ένα κράνος μάς έφερε να μας τρατάρει καφέ.

— Καφέ; Πώς καφέ μέσα στο κράνος; είπε ο Σγουρός.

— Ναι, καφέ με ζάχαρη˙ ανακατεμένα.

 — Πώς καφέ με ζάχαρη;

— Να, έτσι, χοντροκομμένο καφέ με ζάχαρη ανακατεμένα.

— Και πώς το τρώνε αυτό; ρώταγε πάλι ο Σγουρός – έτσι; — Ναι, έτσι, κύριε Διοικητά˙ με τη χούφτα.

— Άλλο και τούτο! – και λοιπόν;

— Καλό ήτανε, δε σου λέω όχι, μα να σου πω την αλήθεια, ούτ’ εγώ, ούτε ο Δημήτρης, στην αρχή, θέλαμε να πάρουμε – μα καταλαβαίνεις, για να μη τους προσβάλεις… πήραμε, επιτέλους, από μια χούφτα ο καθένας κι είπαμε κι ευχαριστώ. Και τότε μας φέρανε από δυο άσπρα ψωμάκια του καθενός και τυρί μέσα σε ασημένιο χαρτί, και δώσ’ του όλο και μαζευόντουσαν γύρω μας, μας αγκαλιάζανε από παντού κι όλο κάτι λέγανε. Εκείνοι μιλούσαν ιταλικά, εμείς απαντούσαμε ελληνικά – ο Θεός κι η ψυχή τους τι καταλάβανε˙ όσο καταλάβαμε κι εμείς. (Ο λοχίας κι ο Δημήτρης γελούσανε, βγάζανε απ’ τις τσέπες τους το τυρί και τα ψωμάκια για να μας τα δείξουν – κι όλο θέλανε να μας προσφέρουν κι εμάς).

Όχι, όχι, ευχαριστώ, έλεγε ο Σγουρός κι εγώ. Εμείς φάγαμε – ας τα κρατήσουν αυτοί.

Κάτσαμε πολλή ώρα έτσι, ώσπου βγήκε πάλι εκείνος ο αξιωματικός από μέσα και τού ’δωσε τούτο δω το γράμμα. Κι άκου να δεις! τώρα μόλις διάταξε να τους δέσουνε τα μάτια (που τους τα δέσανε αμέσως με δυο άσπρα μαντίλια), στην επιστροφή, αφού στον ερχομό είχανε δει ό,τι είχανε να δούνε! Άκου παλαβομάρες, κύριε Διοικητά!

 Ώστε έτσι, με κλεισμένα μάτια, τους γυρίσανε πίσω;

Ναι, έτσι, σα να παίζουμε την τυφλόμυγα τους πήραν και τους δυο τους κάτ’ απ’ τις μα- σχάλες, απ’ τα δυο χέρια, και τους βγάλανε απ’ την αυλή. […]

Μετά μας πήραν έτσι και μας φέρανε ώς εκεί πού ’χαμε πρωτοφτάσει, μας λύσανε τα μάτια κι όλο μας χαιρετούσανε με χειραψίες και μ’ αγκαλιές τους ώμους. Στου Δημήτρη την τσέπη, σώνει και καλά, βάλανε έναν αναφτήρα, και στη δικιά μου – ούτε κι εγώ ξέρω πώς βρέθηκε – ένα σουγιά. Τι να πεις, κύριε Διοικητά; Τι να πεις; Νάτος ο αναφτήρας κι ο σουγιάς.

Ο Σγουρός περιεργαζότανε και τον ένα και τον άλλο πάνω απ’ τη φωτιά, και μετά μου τους έδωσε και σε μένα.

Μπράβο, καλά τα καταφέρανε. Άιντε τώρα να ξεκουραστείτε. Πάρτε και τον αναφτήρα και το σουγιά σας και κρατήστε τους, έτσι για ανάμνηση, όταν με το καλό, δούμε καλή πατρίδα και γυρίσετε σπίτια σας. Άιντε – καληνύχτα. Και προσοχή μη στομαχιάσετε με τ’ άσπρα ψωμάκια και το τυρί τους!

Ο λοχίας κι ο σαλπιγκτής ο Δημήτρης χαιρετίσανε γελώντας και με δύο τρία πηδήματα χαθήκανε μέσα στη νύχτα.

 

Γιάννης Μπεράτης, Το πλατύ ποτάμι, Ερμής, Αθήνα 1999

 

Πηγή: Ο λόγος ανάγκη, Κύπρος, Α΄ Γυμνασίου

 

Σελιδοδείκτης | Απόσπασμα | Μαουτχάουζεν | Ιάκωβος Καμπανέλλης

Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά.

 

 Για την επέτειο της σημερινής μέρας, 

28ης Οκτωβρίου, 

σταχυολογήσαμε αποσπάσματα από λαμπρές σελίδες της λογοτεχνίας.



 ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ




Μαουτχάουζεν


Ο θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης (1922-2011) συνελήφθη σε ηλικία εικοσιενός χρόνων από τους γερμανούς κατακτητές και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν στην Αυστρία, όπου και κρατήθηκε μέχρι το 1945. Η εμπειρία «του επιζώντος» – που αποτελεί ταυτόχρονα μαρτυρία της ναζιστικής θηριωδίας αλλά και έναν ύμνο στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια– αποτυπώθηκε στο ομώνυμο αφηγηματικό έργο (από όπου και το απόσπασμα), καθώς και σε έναν κύκλο τραγουδιών που μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1966.

     

    Ένα βράδυ το στρατόπεδο απ’ άκρη σ’ άκρη μιλούσε για τον Έλληνα που δούλευε στο συνεργείο των τιμωρημένων. Τα νέα τά ’φεραν αυτοί που δούλευαν στο λατομείο κι είδαν από κοντά τι έγινε. Όταν το προσκλητήριο τελείωσε κι οι κρατούμενοι γύρισαν στις παράγκες, ο ένας τα είπε στον άλλον. Ο άλλος έτρεξε να τα πει στην παρέα του. Η παρέα σκόρπισε να μοιράσει τα νέα στις παράγκες. Οι παράγκες αδειάσανε, οι κρατούμενοι μαζεύτηκαν στους δρόμους να τα κουβεντιάσουν. Τέτοια νέα αναταράζανε το Μαουτχάουζεν. Ήταν σα μια κρυφή διανομή ελευθερίας.

    Εμείς μάθαμε «τι έγινε» από τους Σέρβους μιναδόρους που μέναμε μαζί στην ίδια παράγκα.

    Ήταν μετά από το μεσημεριανό φαΐ. Ο Ες-Ες επικεφαλής του συνεργείου των τιμωρημένων είχε ώς εκείνη την ώρα ξεκάμει δεκαεφτά Εβραίους και Ρώσους αιχμαλώτους πολέμου.

    Μόλις κάποιος παραπατούσε, έβαζε τους άλλους να τον σύρουνε στα συρματοπλέγματα του φράχτη. Εκεί ο Ες-Ες τον έχωνε ανάμεσα στο φράχτη και τον πυροβολούσε. Ύστερα έγραφε σ’ ένα μπλοκ: «Ο υπ’ αριθ. 137.566 κρατούμενος αποπειραθείς να δραπετεύσει εξετελέσθη επί τόπου». Αυτή τη σημείωση την κρατούσε για τη βραδινή αναφορά. Έγραφε, όμως, άλλη μια και την καρφίτσωνε πάνω στον σκοτωμένο: «Μόνο η πειθαρχία οδηγεί στην ελευθερία».

    Σ’ ένα ανέβασμα της σκάλας, ένας Εβραίος παραπατά. Ο Αντώνης τού ’καμε νόημα να πλησιάσει. Ο Εβραίος πλησίασε κι ο Αντώνης κράτησε το δικό του αγκωνάρι με το δεξιό και με τ’ αριστερό ανασήκωσε το αγκωνάρι του Εβραίου. Όμως αυτό έγινε κοντά στη μέση της σκάλας. Έμενε ακόμα πολύ ανέβασμα. Ο Ες-Ες τους είδε και τους χώρισε. Διάταξε τον Εβραίο να τρέξει. Αυτός ανέβηκε λίγα σκαλοπάτια, ύστερα άφησε την πέτρα να πέσει και γονάτισε στο σκαλί. Ο Ες-Ες τον πλησίασε και του είπε ν’ ανοίξει το στόμα. Ο Εβραίος άνοιξε το στόμα. Ο Ες-Ες έβγαλε το περίστροφο, τό ’χωσε στο στόμα του Εβραίου και πυροβόλησε.

    Ύστερα γύρισε προς τον Αντώνη και στύλωσε τα μάτια πάνω του. Ο Αντώνης τον κοίταξε άφοβα, έπειτα πλησίασε στο νεκρό, φορτώθηκε και το δεύτερο αγκωνάρι και συνέχισε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα. Ο Ες-Ες πάγωσε. Δεν είπε τίποτα, δεν έκαμε τίποτα. Όταν όμως ξαναγύρισαν στο λατομείο, για να ξαναφορτωθούν αγκωνάρια ο Ες-Ες φώναξε τον Αντώνη να πάει κοντά. Άρχισε να βολταρίζει σα μανιακός ανάμεσα στις πέτρες και να ψάχνει. Βρήκε ένα αγκωνάρι διπλό από τ’ άλλα, τό ’δειξε στον Αντώνη και είπε: «Αυτό είναι δικό σου».

    Ο Αντώνης κοίταξε τ’ αγκωνάρι, ύστερα τον Ες-Ες, ύστερα τα σκόρπια αγκωνάρια γύρω γύρω. Όλοι οι άλλοι κάνανε πως δεν βλέπανε, πως δεν ακούγανε… Στο Μαουτχάουζεν το «ένας για όλους και όλοι για έναν» ήτανε νόμος. Τρέμανε για το τι θά ’βγαινε από τούτο το μπλέξιμο. Αυτός ο Έλληνας πήγαινε φιρί φιρί… Ο Ες-Ες είχε κιόλας βγάλει το περίστροφό του απ’ τη θήκη, τό ’τριβε νευρικά στο παντελόνι του κι ετοιμαζόταν. Ο Αντώνης σταμάτησε μπροστά σ’ ένα αγκωνάρι, ακόμα πιο μεγάλο από κείνο που του διάλεξε ο Ες-Ες.

    - Αυτό είναι το δικό μου, είπε. Και το φορτώθηκε.

    Σ’ όλους τους δρόμους που κάνανε ώς το βράδυ, σ’ όλα τα κουβαλήματα ώσπου σήμανε η ώρα για μέσα, ο Αντώνης διάλεγε και φορτωνόταν τα πιο βαριά αγκωνάρια.

    Ο Αντώνης δεν πολυμιλούσε γι’ αυτή την ιστορία, βαριότανε. Κι όταν κανείς ερχόταν να τον δει και να του πιάσει κουβέντα, έπαιρνε το ψωμί ή το τσιγάρο που του φέρνανε κι ύστερα έλεγε: «Άι παράτα μας τώρα… Παρτί… Ράους… Τι το κάναμε δω, θέατρο;». […]

    Άλλοτε πάλι αναρωτιόμασταν «πώς και τη γλίτωσες, ρε Αντώνη, πώς δε σε σκότωσε που τον ρεζίλεψες!». Ο Αντώνης τότε μας εξηγούσε πως «από κείνη τη στιγμή ο Ες-Ες κάτι έπαθε, χάλασε το μηχανάκι του. Τό ’χω παρατηρήσει αυτό… Άμα χαλάσει το μηχανάκι τους, κλάψ’ τους».

    — Ποιο μηχανάκι;

    — Όλοι αυτοί έχουν ένα μηχανάκι μέσα στο κεφάλι που τους το βάζουν στη σχολή των Ες-Ες. Τους ανοίγουν το κρανίο και τους βάζουν μέσα το μηχανάκι πού ’χει εφεύρει ο Χίτλερ.

    — Και τι δουλειά κάνει αυτό το μηχανάκι; Ξαναρωτούσαμε.

    — Τους κάνει ανάποδους, συνέχιζε ο Αντώνης. Ας πούμε, το κανονικό είναι να χαίρεσαι άμα ο άλλος είναι πονόψυχος ή άμα ο άλλος δε φοβάται. Είδατε όμως ποτέ σας κανέναν ΕςΕς να μη σκυλιάσει άμα δει έναν κρατούμενο να βοηθά τον άλλο; Αν τύχει πια και κανείς να δείξει πως δεν τους φοβάται, ούτε ψύλλος στον κόρφο του!... Να τι κάνει το μηχανάκι!... Τους βγάζει απ’ το κανονικό!

    — Ναι, βρε Αντώνη, λέγαμε, αλλά εσένα πώς σου τη χάρισε;

    — Αφού σας είπα, χάλασε το μηχανάκι, κι άμα χαλάσει, κλάψ’ τους!

 

 

Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μαουτχάουζεν, Κέδρος, Αθήνα 1981

 

Πηγή: Ο λόγος ανάγκη, Κύπρος, Α΄ Γυμνασίου

 

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

#weremember | Η μετάφραση της "Κόλασης της Τρεμπλίνκα" | Αλεξάνδρα Ιωαννίδου | Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά.

Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά. . 


Η μεταφράστρια, Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, 
γράφει για την εμπειρία της μετάφρασης του βιβλίου 
του Βασίλι Γκροσμαν 
που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΄Αγρα.


Γράφει η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου. 

Η μετάφραση





 της «Κόλασης της Τρεμπλίνκα»

 

    Η μετάφραση του κειμένου της «Κόλασης της Τρεμπλίνκα» προέκυψε από μια ιδέα του εκδότη, λάτρη των βιβλίων και φανατικού αναγνώστη Σταύρου Πετσόπουλου, μια ιδέα για την οποία τον ευγνωμονώ. 


"Ο μεταφραστής μεταφράζει καλά, μόνο αν καταφέρει να μπει στο πνεύμα του συγγραφέα, να τον «υποδυθεί» κατά κάποιο τρόπο. Ο μεταφραστής είναι ηθοποιός του λόγου – οφείλει να παραιτείται από τον δικό του λόγο και να δανείζει τη γλώσσα του στον ξένο συγγραφέα."

 

Η εργασία πάνω σε αυτή τη μετάφραση μια διαδικασία που διήρκεσε όλη την περίοδο του πρώτου lockdown, που πέρασα σχεδόν ειδυλλιακά σε ένα πολύ απλό, μικρό σπιτάκι σε έναν λόφο με θέα τη θάλασσα και τα νησιά του Σαρωνικού. Αυτή η θέα και αυτή η ομορφιά με έσωσαν από τη θλίψη που μου προκαλούσε όχι τόσο ο εγκλεισμός (τον οποίο δεν πολυκατάλαβα κάνοντας βόλτες με τις κόρες μου και τη σκύλα μας στην παραλία και στους χωματόδρομους με τις ελιές έξω απ’ το χωριό) όσο το ίδιο το κείμενο που μετέφραζα. 

    Πρώτη φορά μια αφήγηση με τραβούσε με τέτοια βία προς τα κάτω, στο σκοτάδι, με τρόμαζε τόσο και με έπνιγε.



      Όσο μετέφραζα, τόσο περισσότερο εμβάθυνα στον τρόπο με τον οποίο ο Γκρόσσμαν παρασέρνει τον αναγνώστη του σε αυτή την άβυσσο. Έτσι προέκυψε και η εισαγωγή μου με τίτλο «Γραφή: Μια πορεία θανάτου». Ο Γκρόσσμαν, όταν έγραφε αυτή την αναφορά, αυτή την πολεμική ανταπόκριση, ήταν συγκλονισμένος επειδή είχε πράγματι αντικρίσει με τα ίδια του τα μάτια την κόλαση. 


    Παίρνοντας συνεντεύξεις από τους αυτόπτες μάρτυρες, θύτες, επιζώντες, κατοίκους της περιοχής καταλάβαινε σιγά σιγά το δράμα που είχαν βιώσει όσοι χάθηκαν μέσα στους θαλάμους αερίων εκείνου του φρικτού στρατοπέδου. Και το δράμα, όπως περιγράφεται, είναι η σταδιακή αποκάλυψη της τρομερής αλήθειας, η βαθμιαία συνειδητοποίηση της φρίκης. 

   

        



         Αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει με το κείμενό του ο Γκρόσσμαν – μια βαθμιαία εισαγωγή στην τρομερή πραγματικότητα. Ο αναγνώστης πορεύεται μαζί με τους μελλοθάνατους, βήμα-βήμα και χάνει σιγά σιγά κάθε ελπίδα, μέχρι να αποδεχτεί το γεγονός ότι τον σκοτώνουν.


    

    Το ρωσικό πρωτότυπο κείμενο είναι πολύ καλογραμμένο. Ο μεταφραστής μπαίνει αμέσως στον παλμό, στον ρυθμό του. Ο μεταφραστής μεταφράζει καλά, μόνο αν καταφέρει να μπει στο πνεύμα του συγγραφέα, να τον «υποδυθεί» κατά κάποιο τρόπο. Ο μεταφραστής είναι ηθοποιός του λόγου – οφείλει να παραιτείται από τον δικό του λόγο και να δανείζει τη γλώσσα του στον ξένο συγγραφέα. Να μετατρέπει το κείμενο σε ελληνικό, όχι σε δικό του κείμενο. Ο μεταφραστής κατά τη γνώμη μου πρέπει να είναι υποταγμένος στο ύφος, το λεξιλόγιο, τον ρυθμό, τη συγκίνηση, την τεχνική του συγγραφέα του πρωτοτύπου. Ίσως γι’ αυτό, όσο μετέφραζα πνιγόμουν. 


"Ο μεταφραστής κατά τη γνώμη μου πρέπει να είναι υποταγμένος στο ύφος, το λεξιλόγιο, τον ρυθμό, τη συγκίνηση, την τεχνική του συγγραφέα του πρωτοτύπου. Ίσως γι’ αυτό, όσο μετέφραζα πνιγόμουν."


    Κάπως έτσι πρέπει να πνιγόταν ο Γκρόσσμαν όταν έγραφε αυτό το κείμενο, από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο που επιχείρησαν να εκστομίσουν το άφατο.


H Kόλαση της Τρεμπλίνκα

Βασίλι Γκρόσμαν

Μετάφραση:
Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

Εκδόσεις ΄Αγρα

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021

#weremember | Προς την Ημέρα Μνήμης Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος | Σελιδοδείκτης | Συναγωνιστές

 Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά.



Προς την 
Ημέρα Μνήμης Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος

Προτάσεις του Σελιδοδείκτη:

Ιάσονας   Χανδρινός



Συναγωνιστές

Το ΕΑΜ και οι Εβραίοι της Ελλάδος


   Οι "Συναγωνιστές" 
βαφτίστηκαν έτσι από την προσφώνηση 
των αγωνιστών του ΕΑΜ μεταξύ τους. 
Μια λέξη που αντηχεί 
τη διάθεση των ανθρώπων να συμπήξουν μία 
αγωνιστική συλλογικότητα πέρα και πάνω από παλιούς διαχωρισμούς 
και διακρίσεις καταγωγής, θρησκείας και ταυτότητας.


    Ο εβραϊκός πληθυσμός στην Ελλάδα πλήρωσε βαρύ φορτίο αίματος στη ναζιστική Γενοκτονία. ΄Ενας όχι ευκαταφρόνητος αριθμός κατάφερε να γλιτώσει από τον διωγμό ζώντας κρυπτόμενος στην ύπαιθρο ή ακόμη και μέσα στις γερμανοκρατούμενες πόλεις, διαφεύγοντας στο εξωτερικό ή ενατσσόμενος στην Αντίσταση. 

    Από τις αντιστασιακές οργανώσεις εκείνη που διασταυρ΄θηκε πιο άμεσα με τον εβραΪκό πληθυσμό ήταν το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η συντριπτική λειοψηφία των εβραίων που πήραν μέος στην Αντίσταση βρέθηκαν στις εαμικές οργανώσεις (ΕΑΜ, ΕΠΟΝ, Εθνιή Αλληλεγγύη, Αετόπουλα) και στον ΕΛΑΣ. 



     Σημαντικός αριθμός από τους περίπου 8.000 Εβραίους που γνωρίζουμε πως επιβίωσαν, είτε κρυπτόμενοι στην ύπαιθρο ή στις πόλεις, είτε διαφεύγοντας στη Μέση Ανατολή, έτυχε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υποστήριξης από πρόσωπα και πρωτοβουλίες που συνδέονταν με το ΕΑΜ. Απολυτήρια και φύλλα πορείας του ΕΛΑΣ είναι τα ελάχιστα κείμενα της κατοχικής περιόδου στα οποία η αναγραφή του εβραϊκού ονόματος γινόταν για λόγους τιμής και αναγνώρισης και όχι ως μια ακόμα εγγραφή στην καταθλιπτική γραφειοκρταία του διωγμού, της σύλληψης και της εξόντωσης.

    Το βιβλίο διερευνά την πολυσχιδή συνάντηση εβραίων και εαμικής Αντίστασης από την αρχή της Κατοχής μέχρι και τα χρόνια του Εμβυλίου, φέρνοντας στο ίδιο πλαίσιο αρχειακά ίχνη, βιβλιογραφικές πηγές και μαρτυρίες. Αναζητά τους όρους ένταξης των εβραίων στην Αντίσαση και αντίστροφα, τις μορφές -και τα όρια- κινητοποίησης της Αντίστασης στην κατεύθυνση υποστήριξης της πιο κατατρεγμένης από τους Ναζί μερίδας του πληθυσμού. 




Διαβάζουμε:


    Η αντίσταση των εβραίων ερμηνεύεται αταβιστικά ως η εναλλαγική επιλογή της εξόντωσης,
μία οποτική ρηχή η οποια υποβαθμίζει κίνητρα σε αντανακλαστικά και ισοπεδώνει διαβαθμίσεις, χρονικότητες και τοπικές διαφοροποιήσεις. Είναι εκδοχή μιας συνολικότερης αδυναμίας μας να αντιληφθούμε τους εβραϊκούς πληθυσμούς των κατεχόμενων χωρών έξω από τα στεγανά της Γενοκοτονίας, ως υποκείμενα με πολλαπλές ταυτότηες μέλη κοινοτήτων και τοπικών κοινωνιών, πολιτικοποιημένους ή μη, ακτιβιστές ή αμέτοχους,κ εθνικιστές ή αναρχικούς, στρατιωτικούς ή αμάχους, αντιστασιακούς ή καταδότες των κατοχικών αρχών.




    
΄Οταν το κύμα των αντιεβραϊκών μέτρων οδήγησε σε βίαιη αποσύνθεση τις δομές της εβραϊκής ζωής, και μάλιστα έπειτα από μια περίοδο αυξημένης συνοχής, όπως παρατηρεί ο
Σαούλ Φρήντλεντερ, τα υποκείμενα αναζήτησαν πρακτικές επιβίωσης σε έναν σταθερά απειλητικό κόσμο, υιοθέτησαν νέες, "μη-εβραϊκές" συμπεριφορές, βίωσαν μετατοπίσεις και διαπραγματεύτηκαν με ποικίλους τρόπους την εβραϊκότητα ως στοιχείο της ταυτότητάς τους. Παλιές νοοτροπίες υποχωρούσαν, η ιδέα της πατρίδας, το έθνος, ο αντιφασισμός, ο κομμουνισμός κέρδιζαν έδαφος.

    








Μια ξεχασμένη σελίδα της κατοχικής ιστορίας και συνάμα ένα μήνυμα
 που, όσο τετριμένη κι αν είναι αυτή η διατύπωση, 
θα πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά στο παρόν, 
αλλά και στο μέλλον που προσδοκούμε να έρθει.




Ιάσονας   Χανδρινός

Συναγωνιστές

Ψηφίδες









Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2021

#weremember | Προς την Ημέρα Μνήμης Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος | Γεώργιος Ξένος

 Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά.

Για την φετινή δράση #weremember


Γεώργιος Ξένος



To έργο αποτελεί ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη για το

#weremember

και την Ημέρα Μνήμης Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων

του Ολοκαυτώματος


Θερμές Ευχαριστίες


Γεώργιος Ξένος

Δείτε επίσης:

Εικά-ζω: Τα μάνταλα των Οριζόντων

καθώς και την παρακάτω διαδικτυακή έκθεση

για το Πανεπιστήμιο του Χάρβαντ


Βίντεο διαδικτυακής έκθεσης στο

The Center for Hellenic Studies

του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2021

#weremember | Προς την Ημέρα Μνήμης Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος | Σελιδοδείκτης | Μαρίνα Καρτελιά

 Γράφει η Μαρίνα Καρτελιά.


#WEREMEMBER

 Προς την 

Ημέρα Μνήμης 
Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος
 

 



 
 
Ξεκινάει και φέτος η ενεργοποίηση της Μνήμης, όπως κάθε χρόνο από το Pause.
Μέχρι καταληκτική ημερομηνία, 27 Ιανουαρίου 2021, Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος, θέσαμε το χρονομέτρο της αντίστροφης μέτρησης ήδη, και θα τιμήσουμε, θα μάθουμε. Προπάντων, θα θυμηθούμε. Ξανά και ξανά.

 
Στην Αθήνα,  η
Ισραηλιτική Κοινότητα Αθηνών / Jewish Community of Athens
Διοργανώνει εκδήλωση με τίτλο
Νότες Φρίκης.
Tετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021, ώρα 19:00.
που θα είναι διαδικτυακή και μπορείτε να εγγραφείτε και να ορίσετε υπενθύμιση, αν και όλοι θυμόμαστε, φέτος περισσότερο από ποτέ. Φέτος πιο δυνατά από ποτέ.
 
Ο Σελιδοδείκτης θα βαδίσει προς την ημέρα αυτή με βιβλία. Κάθε μέρα και ένα βιβλίο, καθώς η γνώση για τα γεγονότα του Ολοκαυτώματος και τη σύνδεσή του με τη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα είναι καθοριστικής σημασίας για το προχώρημα της πανανθρώπινης κοινωνίας, για την αφύπνιση της συλλογικής συνείδησης.
 
Το βλέμμα μας θα είναι ιδιαίτερα στραμμένο φέτος στη Θεσσαλονίκη, Μητέρα του Ισραήλ, της οποία ο πληθυσμός αποδεκατίστηκε με την εξόντωση 

44.000 Ελλήνων Εβραίων,

στα στρατόπεδα συγκέντρωσης , του μεγαλύτερου δηλαδή μέρους του πληθυσμού της το 1943. (συνολικά από την Ελλάδα γύρω στις 60.000 ΄Ελληνες Εβραίοι θανατώθηκαν).
 
Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ, δεν θα σιωπήσουμε ποτέ. Εγγραφές στον παρακάτω σύνδεσμο:
 
Στις σελίδες μας επίσης, με το #weremember στην αναζήτηση, μπορείτε να βρείτε σχετικό υλικό και άρθρα από προηγούμενες χρονιές.

 

 
.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Σελιδοδείκτης | Υγρό Γυαλί | Κώστας Γουλιάμος | Μαρίνα Καρτελιά

 Γράφει η Μαρίνα Καρτελιά.

 


Κώστας Γουλιάμος 


Yγρό Γυαλί  

ποιητική συλλογή


Μου είναι δύσκολο και θεωρώ πολύ ταπεινά άτοπο να εκφέρω γνώμη για μια ποιητική συλλογή, και ειδικά για την καινούργια του Κώστα Γουλιάμου, το Υγρό Γυαλί, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg. 

To μόνο που μου βγαίνει να κάνω είναι να μεταφέρω την αίσθησή μου, νωπή κι αυτούσια, όπως στάλαξε μέσα μου αυτό το μεγάλο ποίημα που χωρίζεται σε νοηματικές και θεματικές θα έλεγα, ενότητες:



 O ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ 

 


Νομίζω αυτόν τον τίτλο θα έβαζα σε ένα κείμενο που θα έγραφα για το Υγρό Γυαλί. Θα ήθελα να ντύσω με φωτογραφίες μια μια ενότητα μ΄αυτό που μου βγάζει. ΄Αξια δεν είμαι να γράψω κριτική, όμως η αίσθηση που μου αφήνει είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με εικόνες και εμπειρίες της πανδημίας, είναι αναπόφευκτο. 

Μόνο σ΄ένα , στο Αόρατο φως παρότι στέκεται μια χαρά στη σημερινή πραγματικότητα, σκάει από μέσα η Κατεχόμενη Κύπρος και τα διαλύει όλα τα άλλα όπως κάνει πάντα μ΄εμένα.

 ΄Εχω υπογραμμίσει φράσεις πολύ δυνατές που με άγγιξαν, πέρα απ΄τις συνεχείς συνταρακτικές εικόνες που μοιάζου προϊόν αυτόματης γραφής σχεδόν, εποχής νταντα, αλλά εγώ ξέρω, νιώθω ότι είναι στιχοπλεγμένες δομικά, με αιτιολόγηση κρυφή. ΄Εχω πολλά που ιντριγκαρίστηκα να γκουγκλάρω, να μάθω τοπωνύμια και πρόσωπα που αγνοώ, δεμένα με συμβολισμούς προφανώς μες στο ποίημα, που όμως καθόλου δεν μ΄εμποδίζουν να μπω στο σώμα τους και να αφεθώ, γιατί η παράθεση γίνεται με άλλα πεδία ενσυναίσθησης που με τραβάνε ούτως ή άλλως. 

Θα μου άρεσε να το δω δραματοποιημένο, όχι με συνηθισμένο τρόπο, με κίνηση χορευτών, με φωτογραφίες και μουσική παράλληλα, κάτι σαν μια παράσταση στο Τέχνης που είδα κάποτε, την εκδίκηση του πυριτίου. Και νομίζω πως θα μ΄αρέσει να διαβάζω κάποιους στίχους κάθε βράδυ, άλλους κάθε φορά, για να μπαίνω στο ενύπνιο ήσυχη, κι άλλοτε να τους κολλάω με ποστ ιτ στο ψυγείο, ή στον καθρέφτη, να αντέχονται οι μέρες της πανδημίας και να ξεκινάνε καλύτερα. 

Ελπίζω να κάλυψα όλα όσα μου διακινήθηκαν, και γι΄αυτό ένιωσα την ανάγκη να τα απλώσω σε ενα δημόσιο κείμενο στον επόμενο καιρό. 

Α, και το υγρό γυαλί, για μένα, είναι το φεγγάρι, το γλυπτό που είναι στα νερά του Βαρδάρη, στη Σαλονίκη, και φωτίζεται το βράδυ στα νερά. Αυτό είδα μπροστά μου.


                   "όταν ο Whitman διέσχιζε τον Κεράτιο

                    (άλλοι πιστεύουν τις Πελάγιες Νήσους)

                    σημασία έχει πως ξήλωνε

                    "τις παρενέργειες της λογικής"

                    κι άλλοτε έγραφε επιστολές

                    στο τρυφερό στήθος των γυναικών

                    πριν ξεψυχήσουν

                    και καούν

                    στο άλλο μισό

                    της νύχτας .......

                    ............ Va Pensiero


 




Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

Σελιδοδείκτης | Ο Μεγάλος Σκύλος | Βίκυ Τσελεπίδου | Μαρίνα Καρτελιά

  Γράφει η Μαρίνα Καρτελιά.


Βίκυ Τσελεπίδου


Ο Μεγάλος Σκύλος


[Ο ΄Ελεγχος 

Εντός, εκτός κι επί τα αυτά.]


Ο Μεγάλος Σκύλος, το καινούργιο βιβλίο της Βίκυς Τσελεπίδου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νεφέλη, είναι βυθισμένο σε μια Καφκική θάλασσα, φτιαγμένη από πυκνό αέρα, αλληγορία και ρέουσες παραμέτρους. Αν λοιπόν, ο Κάφκα είχε κρυοδιατηρηθεί και επανέλθει και ζήσει στις μέρες μας της πανδημίας, ίσως ο τίτλος του βιβλίου του να ήταν αυτός. Φυσικά, δεν υπάρχει καμία διάθεση σύγκρισης ή αντικρυστής παράθεσης από μένα, αυτό θα ήταν άτοπο, - για να είμαι απόλυτα ταυτισμένη με το πνεύμα του βιβλίου χρησιμοποιώ συνειδητά αυτή τη λέξη. Μ΄ολα ταύτα, το καφκικό φως και η ατμόσφαιρα είναι παρόντα και διατρέχουν όλο το βιβλίο. Σε μερικά σημεία δε, φρενήρους έντασης, μου θύμισε την ατμόσφαιρα του Κτίσματος, που το διάβασα πρόσφατα.


Το νήμα της πλοκής στήνεται και σ΄αυτό το βιβλίο πάνω σ΄ένα δίπολο κεντρικών ηρώων  γυναικών, έφηβη - ηλικιωμένη, αγαπημένο μοντέλο κι από την Αλεπού για τη Βίκυ Τσελεπίδου. Ο βασικός καμβάς της ιστορίας αφορά μια ηλικιωμένη κυρία, υπό το όνομα Τζόουνς, στην Αγγλία που αποφασίζει να κινήσει τα νήματα προκειμένου εκείνη και ο σύζυγός της να καταψυχθούν μόλις πεθάνουν με τη μέθοδο της κρυγογονικής, ώστε να ξυπνήσουν όταν θα έχει βρεθεί θεραπεία για τις ασθένειές τους και μια δεκαπεντάχρονη έφηβη, τη Μάριον που ξυπνά απ΄αυτή τη διαδικασία.


Αρχικά το να διαβάζεις ένα τέτοιο βιβλίο που ασχολείται με το θάνατο, με τη ζωή, με το ενδιάμεσο, και κυρίως τη μεταζωή, εν μέσω πανδημίας, αποτελεί ήδη ένα μεταφυσικό σχεδόν γεγονός, παρότι το βιβλίο δεν γράφτηκε μέσα στην πανδημία και διόλου δεν επιδιώκει την προσέγγιση αυτή, απλώς διορθώθηκε και εκδόθηκε την εποχή αυτή. Τη Νέα Εποχή, περίοδος που υπάρχει και στο βιβλίο, στην πραγματικότητα στην οποία η Μάριον ξυπνά και προσπαθεί να καταλάβει τι της γίνεται.


Από τις πρώτες αράδες η κινηματογραφική γραφή της Βίκυς Τσελεπίδου, το ευφυές ντεκουπάζ των σκηνών, με παρακίνησε όχι μόνο να "βλέπω την ταινία", αλλά να κάνω και κάστινγκ για τους ηθοποιούς και τους συντελεστές. Πρώτα απ΄όλα, αν αυτό είχε γραφτεί στην Αμερική, και στους καιρούς που ζούμε, το Netflix χωρίς υπερβολή θα ειχε ήδη αγοράσει τα δικαιώματα. Θα χρειαζόταν οπωσδήποτε ένας αριστοτέχνης μοντέρ γιατί το ντεκουπάζ των σκηνών είναι εδώ αριστοτεχνικό,- η επιλογή της λέξης δεν είναι τυχαία καθόλου -, ανάγεται στη φιλοσοφία της αλληγορίας του βιβλίου αλλά και στο εννοιολογικό του υπόβαθρο. Επίσης, ένας καταπληκτικός βιρτουόζος  φωτογράφος θα ήταν απαραίτητος, γιατί τα χρώματα στην Αγγλία είναι μουντά, στο Κτίριο της Μάριον, οπωσδήποτε μεταλλικά και πάλλευκα, σκληρός φωτισμός και απόλυτο σκοτάδι.


Ελπίζω ως τώρα να έχετε ιντριγκαριστεί αρκετά, γιατί αυτό μου συνέβη από τις πρώτες αράδες. Το κείμενο βλέπετε, είναι τόσο δυνατό που σε πιάνει απ΄το λαιμό και λυπάσαι όταν τελειώνει. Σε κυριεύει η ατμόσφαιρα και η ιδιοσυγκρασία τόσο της Κυρίας Τζόουνς, όσο και μέσα στο Κτίριο όπου η δομή έχει τη μορφή συνεντεύξεων (ανακρίσεων;) στις οποίες υποβάλλεται η Μάριον αφού ξυπνά, οι οποίες καταλήγουν στην ανατροπή του τέλους του βιβλίου.

Το βιβλίο λοιπόν για μένα έχει στη ραχοκοκκαλιά του αναδυόμενη με ανατριχίλα τη λέξη ΕΛΕΓΧΟΣ. Η κυρία Τζόουνς, βλέπετε, είναι αφοσιωμένη, ψυχή τε και σώματι, στον στόχο της, τη συγκέντρωση χρημάτων για την διαδικασία της κρυογονικής και μετέπειτα στη διασφάλιση ότι τίποτε δεν μπορεί και δεν πρέπει να πάει στραβά. Αυτό όταν το διαβάζεις την εποχή της πανδημίας, όπου όλες οι σταθερές όλων των ανθρώπων, ό,τι έχουν προσπαθήσει να ελέγξουν, πράξεις, καριέρες, ανθρώπους έχουν βγει όλα εκτός, και σιγά σιγά έχει χαθεί ή έχει γίνει σκοπός ο έλεγχος εντός, τότε καταλαβαίνεις πόσο επίκαιρο καθίσταται ένα τέτοιο βιβλίο.

Και εγείρει σιγά σιγά τα ερωτήματα, που θα μπορούσε άνετα να τα καταγράψει σε ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, αλλά τα αφήνει οξυδερκέστατα, ως αγαπημένου είδους μου σουπιά-συγγραφέας, να αναδύονται απ΄την πλοκή, αφήνοντας με το μελάνι της να μας κατακλύσει η αχλύ από τις αντιδράσεις των χαρακτήρων και την επενέργεια τους στα γεγονότα: Μπορούμε να ελέγξουμε πώς θα ζούμε; Πώς και πότε κυρίως θα πεθάνουμε; Μπορούμε να ορίσουμε το θάνατό μας, και κυρίως μπορούμε να εξασφαλίσουμε τη μετά ζωή; Τη μεταζωή; Και μήπως εν τη διαδικασία, χάνουμε την ουσία, κτίζουμε παλάτια στην άμμο, ή στον πάγο καλύτερα, γιατί ο πανδαμάτωρ όχι χρόνος, αλλά θάνατος, όταν συμβεί, όταν έρθει, τα αφήνει όλα στον TOΠΟ;

Αυτή είναι η παγίδα από τη μιά μεριά του Ατλαντικού, - που κάνει την αποτελεσματικότητα της Κυρίας Τζόουνς να φλερτάρει με το χειρισμό, άλλωστε πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει ο χειριστής όσο κι ο καθ΄όλα πρόθυμος χειριζόμενος. 

Γιατί στον αντίποδα,  κάπου όπου φαντάζομαι ότι ξυπνάει η Μάριον, η στόχευση είναι εντελώς αντίθετη. Η αποτίναξη του ελέγχου, η επιβολή της ελεύθερης σκέψης, που το σύστημα προσπαθεί να φυλακίσει αλλά μέχρι σήμερα ιστορικά δεν τα έχει καταφέρει. Ποιος είναι ικανός να ελέγξει πότε θα πεθάνει κάποιος; Ποιος μπορεί να ορίσει τι σημαίνει θάνατος; Τι σημαίνει ζωή; Υποταγή στο σύστημα; Παπαγαλία κανόνων; Πώς μπορεί το άτομο να αρνηθεί να συμπράξει στην αλλοτρίωση; Να αντιδράσει κάνοντας τη διαφορά; Και οι λειτουργοί του συστήματος; Μήπως έρχεται και γι΄αυτούς κάποια στιγμή να αμφισβητήσουν την παντοδυναμία του, να ορθώσουν ανάστημα, να γκρεμίσουν τις ψευδαισθήσεις, να απαιτήσουν αλήθεια; 

Ο θάνατος είναι εξαφάνιση; Η ανάμνηση πεθαίνει άραγε ποτέ; Η μνήμη μπορεί να σβήσει όταν αυτός που θυμάται δε θέλει να ξεχάσει ποτέ; Μπορεί να τα σβήσει όλα ο θάνατος, ή μπορεί να είναι μια χρυσή μεταζωή; Μήπως θα χρειαστεί να επανεφεύρουμε τις λέξεις, να έχουν άρωμα, να είναι πολύτιμες, έγχρωμες και εύγευστες σαν ζουμερά πορτοκάλια; 

Κι οι σχέσεις των ανθρώπων; Ο έρωτας; Γίνεται κάτι άλλο; Μεταλλάσεται όπως ο ιός; Γίνεται εργαλείο ελέγχου,  ή άλλοθι χειρισμού ή ακόμα μπορεί να καταλήξει "μια ξένη φορτική" όπως λέει κι ο Αλεξανδρινός ποιητής; 

Η φιλοσοφική αναζήτηση, με σαφείς αλλά αδιόρατες αναφορές σε όλα τα υπαρξιστικά και υπαρξιακά ρεύματα, στις φιλοσοφικές θεωρήσεις περί θανάτου και ζωής, από τη θεολογική ως την απολύτως πραγματιστική, συνεχίζεται με υπόγειο τρόπο, αυτόν της αλληγορίας, αλλά και της εκφοράς του λόγου των ηρώων σε όλο το βιβλίο. Τα εξετάζει όλα με συμβολαιογραφική ακρίβεια η συγγραφέας και επαναδιατυπώνει ή θέτει σε συζήτηση όλα όσα μας απασχολουν αιώνες τώρα για τη ζωή, την αγάπη, το θάνατο. ΄Ολα όσα αυτόν τον καιρό, μας απασχολούν και έχουμε χάσει τον έλεγχό τους, ή τουλάχιστον αυτόν τον έλεγχο που νομιζαμε - όπως ο αξιολογητής Σάντερς που εξετάζει τη Μάριον -, ότι είχαμε πάνω τους.

Η αλήθεια είναι πως το βιβλίο αυτό αποτελεί χρυσό οδηγό για τη συνεχειά μας. Μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης ματιάς, μια πραγματεία θανάτου, αλλά κατ΄ουσίαν και εν κατακλείδι είναι ύμνος της ζωής. Η ατμόσφαιρα προς το τέλος, εκεί λίγο πριν την τελική ανατροπή, θυμίζει την αντίστροφη πορεία του κόσμου του Μπέντζαμιν Μπάττον. Αυτή είναι άλλωστε,κατ΄εμέ, και κατά τη συνάφειά μου με το βιβλίο, η κινητήρια δύναμη της προσπάθειας του ανθρώπου να ελέγξει το φόβο του θανάτου. Είναι η αναίμακτη ανακάλυψη του τι υπάρχει στο επέκεινα, ποια συνδεσμολογία καλωδίων, ποιος δρόμος. Γιατί αυτήν την ανακάλυψη την έχει συνδέσει υπαρξιακά, έχει συνδυάσει το τέλος του ο άνθρωπος,  με την ανώδυνη, ομαλή επιστροφή στην ίδια την αρχή. Στη μήτρα. Στην άνευ ορίων και όρων αγκαλιά. Εκεί που όλα μυρίζουν πορτοκάλι. Κι όλα θυμιζουν πορτοκάλι.

΄Οσο για μένα η εμπειρία της ανάγνωσης αποτελεί ήδη μεταζωή.  Είναι οδηγός μου, στη Νέα Εποχή, για τα επόμενα που θα έρθουν, το βιβλίο αυτό. Από προσωπική διεργασία έχω μάθει και ξέρω πια να αξιοποιώ τον τόπο που με ταξίδεψε. Δεν θα φοβάμαι ή μάλλον θα πορεύομαι αντάμα με το φόβο και θ΄αφεθώ στο τώρα που είναι εδώ, χωρίς προσπάθεια να ελέγξω τίποτε. Θα περπατώ και θα κρατώ το μέρος της καρδιάς ζεστό, δεν θα την αφήσω να παγώσει.

Και δεν θα ξεχάσω να θυμάμαι.


Βίκυ Τσελεπίδου

Ο Μεγάλος Σκύλος

Εκδόσεις Νεφέλη.







Η Βίκυ Τσελεπίδου γεννήθηκε το 1975. Σπούδασε Νομικά, Επικοινωνία και Δημιουργική Γραφή. Κυκλοφορούν τα βιβλία της  Φιλελλήνων, Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι; (μυθιστόρημα, Νεφέλη 2017, το οποίο έλαβε το Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών ) και Ελενίτ (διηγήματα, Νεφέλη 2014).

Το νέο της βιβλίο, Ο Μεγάλος Σκύλος, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νεφέλη.