Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Ρήγας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Ρήγας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 19 Μαΐου 2020
Επέστρεψε | Γιώργος Ρήγας
Πριν κλείσει την πόρτα της κάμαρας γύρισε το κεφάλι και κοίταξε πίσω,να βεβαιωθεί πως δεν ξέχασε τίποτα. Τα λίγα ρούχα ένα κουβάρι άτσαλα ριγμένο μέσα στη μικρή χακί τσάντα. Δυο-τρία βιβλία, κάτι μισοσχισμένα χαρτιά με περίεργες σημειώσεις και μουτζούρες και μια παλιά φωτογραφική μηχανή. Όχι,δεν είχε αφήσει τίποτα πίσω. Μόλις βγήκε στο δρόμο ένιωσε να ξυπνάει με το φως της μέρας. Περπάτησε ως το τέλος του δρόμου που έβγαζε στην προβλήτα του παλιού λιμανιού. Στάθηκε. Κοίταξε κι εκεί, στα ξύλινα καθίσματα δίπλα στο κύμα. Έστριψε στ’ αριστερά και βάδισε στην άκρη της προκυμαίας, πλάι στη λεωφόρο. Περπατούσε αργά,νωχελικά κoιτώντας τη θάλασσα στο βάθος κι ανάγκαζε τους υπολοίπους να προσπερνάνε με προσωρινά βιαστικό βήμα. Σαν να προσπαθούσε να ξοδέψει λίγο χρόνο παραπάνω. Η ώρα πέρασε, κόντευε μεσημέρι .Δεν σταμάτησε να περπατά μέσα στην πόλη, κοιτώντας γύρω συνεχώς με την περιέργεια ενός μικρού παιδιού και -που και που- έριχνε βιαστικές ματιές στο ρολόι, που έδειχνε πια είκοσι λεπτά πριν τις 3. Ο άνεμος είχε σκορπίσει τα τελευταία σύννεφα που είχαν μείνει απ’τη χθεσινή βροχή κι ήλιος έκαιγε πολύ πλέον. Έψαξε για σκιά, να σταθεί λίγο πριν ξεκινήσει για το σταθμό. Ξεκίνησε ξανά μόλις βρήκε όρεξη. Το βήμα έγινε τώρα ακόμα πιο βαρύ, όμως -για πρώτη φορά- έφτασε στο τρένο νωρίς. 15:05. Στο παράθυρο, σαν μακρινή φιγούρα πάνω στις άχαρες απέναντι πολυκατοικίες, το είδωλο ενός γνώριμου προσώπου. Δεν πήρε το βλέμμα απ’το είδωλο αυτό, εκτός από μια στιγμή που κοίταξε ξανά στην μικρή τσάντα. Όλα τα πράγματα ήταν εκεί. Σηκώθηκε την τελευταία στιγμή, περπάτησε με βήμα που δε θύμιζε σε τίποτα τον προηγούμενο ρυθμό του. Βγήκε απ΄το σταθμό τρέχοντας κι άφησε το τρένο να φεύγει απ’την αντίθετη κατεύθυνση.
Η τσάντα γεμάτη, βαριά.
Κάτι, όμως, είχε αφήσει πίσω. Επέστρεψε. Ξανά.
Κυριακή 5 Απριλίου 2020
Νυχτωδία | Γιώργος Ρήγας
Άνοιξη.Οι τελευταίες βροχές δίνουν τη θέση τους στις πρώτες λιακάδες,μετά από καιρό-προοίμιο καλοκαιριού.Η πόρτα του μπαλκονιού μισάνοιχτη, ίσα που να μπαίνει λίγος ζεστός αέρας και να κάνει την λεπτή κουρτίνα να κινείται νωχελικά. Κατέβασε το παλιό γραμμόφωνο που είχε μείνει ξεχασμένο στο πατάρι. Όχι,δε θέλησε τ'ακουστικά, ήθελε εκείνο το παλιό γραμμόφωνο.Έψαξε για λίγο τους δίσκους, μέχρι να βρει κάτι που να ταιριάζει στη διάθεσή της.
-Το "La vie en rose" άρχισε ν'ακούγεται χαμηλόφωνα-
Έριξε το βλέμμα σ'εκείνο το μικρό κομμάτι ουρανού που μπορούσε να διακρίνει απ'το σημείο που βρισκόταν. Σαν να έπαιρνε τώρα, με τη δύση, ένα χρώμα που της άρεσε πολύ. Ξεχάστηκε εκεί για λίγη ώρα με τη μουσική να εξακολουθεί να παίζει χαμηλόφωνα από πίσω. Ύστερα έκανε μια κίνηση να πιάσει ένα κομμάτι χαρτί για να σημειώσει κάτι, μα το μετάνιωσε αμέσως κι επέστρεψε στην προηγούμενη θέση της, αφού το τραγούδι δεν είχε τελειώσει ακόμη. Με τις τελευταίες νότες είχε ήδη αρχίσει να γράφει.
Η ώρα πέρασε. Ίσως να ξεχάστηκε μέσα στις σημειώσεις, κάτι που συνέβαινε συχνά. Έψαξε το ρολόι της, μα πριν το βρει κοίταξε ξανά εκείνο το κομμάτι ουρανού. Είχε πια νυχτώσει. Μα, αλίμονο, αγαπούσε πολύ τη νύχτα. Ακόμα και μια νύχτα σε αστικό φόντο, όπου τα γύρω φώτα της έκρυβαν τ' αστέρια. Ας είναι. Δεν έχανε την ομορφιά της η νύχτα. Άναψε ένα τσιγάρο και κάθισε λίγο να ηρεμήσει.
Προσπάθησε να τακτοποιήσει τα βιβλία που είχαν μείνει στο γραφείο και πάνω στο κρεβάτι. Πάνω απ' το σωρό των βιβλίων, η "Αίθουσα του Θρόνου", ανοιχτή. Κοίταξε τα λόγια της Γλαύκης, μια αγαπημένη της φράση, χαμογέλασε. Κάτω από ένα απ'τα βιβλία βρήκε μια παρτιτούρα τσαλακωμένη. Έκλεισε με μια κίνηση του χεριού την πόρτα, πήρε αγκαλιά την κιθάρα κι αφού βεβαιώθηκε πως δεν την άκουγε κανείς, ξεκίνησε να τραγουδά...
Δευτέρα 29 Απριλίου 2019
Απογευματινός Περίπατος | Γιώργος Ρήγας
Απόγευμα.
Στο φόντο ένα αστικό τοπίο δίπλα στη θάλασσα,λίγα λεπτά πριν το ηλιοβασίλεμα.Η
βουή της διπλανής λεωφόρου δεν εμποδίζει, δεν σ'ενόχλησε ποτέ.
-Μετά τη
στροφή του δρόμου θυμήσου να σηκώσεις το βλέμμα στον ορίζοντα.-
Είναι λες
κι ένας τέτοιος περίπατος σου χρωστά μια συνάντηση -ποιος ξέρει γιατί;- μ'ένα
αγαπημένο πρόσωπο.Όχι από εκείνα που σε συντροφεύουν στην καθημερινότητα και
μοιράζονται μαζί σου το γέλιο τους κι ίσως ν'ακούνε τα προβλήματά σου.Όχι.
-Έφτασες
στη στροφή,τώρα η δύση ξεπλένει και τις τελευταίες υποσχέσεις σου-
Δεν είναι
εκείνος ο φίλος που σμίγετε το γέλιο σας σχεδόν κάθε βράδυ με τα ανόητα-κι όμως
παρηγορητικά-αστεία σας.Ούτε ο ξεχασμένος εκείνος έρωτας (αλήθεια,υπήρξε ποτέ
έρωτας;)που σου χαμογελά ακόμη σε μια τυχαία συνάντηση στο δρόμο.
Δεν είναι
συγγενής,όχι .Δε φαίνεται να μοιράζεστε το ίδιο αίμα.
Είναι εκείνο
το πρόσωπο που γνωρίζεις από χρόνια,ακόμη κι αν χρωστάτε ο ένας στον άλλον την
πρώτη σας χειραψία που δεν έγινε ποτέ. Κι όμως, δες! Αντικρίζετε ο ένας τον άλλον
με την ηρεμία αυτή δύο ανθρώπων που γνωρίζονται από αιώνες.
Είναι
εκείνο το πρόσωπο που σε κάθε του απουσία κάνει την παρουσία του πιο ηχηρή. Κι
αν γυρίσεις το βλέμμα σου προς τον ουρανό στον ορίζοντα, μέσα σ'εκείνο το λυρικό
άλικο του ηλιοβασιλέματος, θα τον δεις.
Ένας
απογευματινός περίπατος χρωστάει μια τέτοια συνάντηση...
Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2018
"Φοβάμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ'αγαπώ" | Γιώργος Ρήγας
Ποτέ δεν είχα στο νου μου τον Σεφέρη σαν ερωτικό ποιητή.Η ποίησή του μου έδωσε μια εικόνα διαφορετική για τον ίδιο,με συγκινεί,όμως,ιδιαίτερα ο τρόπος μέσα απ'τον οποίο προβάλλει τον έρωτα και την απουσία της αγαπημένης του στην αλληλογραφία του με εκείνη.Ο τρόπος με τον οποίον περιγράφει τα-κοινά στους έρωτες-ευτυχή και δυστυχή σημεία.
"Φοβάμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ'αγαπώ",όπως γράφει.Κι εδώ πάλι,μερικές λέξεις σου δίνουν την αφορμή κι έχουν ακόμη δύναμη.
Μιλώντας,λοιπόν,για τον ερωτικό αυτό λόγο,δεν μπορώ να μην θαυμάσω όλη την απλότητα που τον χαρακτηρίζει και που ίσως τελικά χρειάζεται στον έρωτα.
"...Μου λείπεις.Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά μου".Ξανά εδώ ο πόνος της απόστασης στις γραμμές των γραμμάτων...
«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ' έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»
Με κάνει να σκεφτώ πόσο έντονη είναι η επίδραση της απουσίας και της απόστασης στη δημιουργία.Τα μικρά αυτά μνημεία ερωτικού λόγου του Σεφέρη,τα γράμματά του,γράφτηκαν για να
καλυφθεί ένα κενό.
"Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα -κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα"
Ενδεχομένως η δημιουργία,ορισμένες φορές,να χρειάζεται την απουσία και την απόσταση,το κενό εκείνο που έρχεται για να καλύψει.Όσο κι αν σε αυτές τις περιπτώσεις το φορτίο για τον άνθρωπο είναι βαρύ-κι εκείνος,μόνος έχει την ευθύνη να το σηκώσει-η κάθε "παρουσία" ίσως να μην τον έβαζε σε αυτή την διαδικασία να σβήσει τις αποστάσεις.
Κι ο καθένας τι θα επέλεγε,αν ήταν στο χέρι του η επιλογή;
Σάββατο 9 Ιουνίου 2018
Λίγο πριν την αυγή | Γιώργος Ρήγας
Στάθηκα για λίγο,να κοιτάξω τον κόσμο.Μια τεράστια αρένα βαμμένη σ'ένα βαθύ κόκκινο χρώμα.
Τα παιδιά έχουν πια σταματήσει να παίζουν.Εκείνα τα παιχνίδια τους με τα τενεκεδένια όπλα και τις χάρτινες ασπίδες που μύριζαν αθωότητα,τώρα μοιάζουν πιο αληθινά.
Τώρα τα παιδιά τρέχουν να κρυφτούν απ'αυτά τα παιχνίδια.Άραγε στο μέλλον θα θελήσουν να δουν ξανά όπλο,έστω και σαν παιχνίδι;
Κι οι γονείς;
Ένας Θεός ξέρει πότε θ'ανταμώσουν οι πατέρες τα παιδιά που άφησαν κάποιο πρωινό,όταν τους έδωσαν εκείνο το φιλί και τα χαιρέτησαν μ'ένα χαμόγελο.
Οι μητέρες έχουν κι εκείνες το δικό τους χρέος.Έχουν να φτιάξουν έναν κόσμο απ'την αρχή για τα παιδιά αυτά,ο παλιός αργοπεθαίνει...
Κι εμείς;
Κάποιος πρέπει να'ναι θεατής σ'αυτό το αιμοτοβαμμένο έργο.Αλλιώς τί αξία έχει;
Σωστά;
Ξύπνησα απότομα σήμερα το πρωί. Είδα τον ήλιο απ'το παράθυρο,μα ακόμη δεν έχει ξημερώσει.Είναι λίγο πριν την αυγή...
Σάββατο 26 Μαΐου 2018
14 ζωές στη Σαλονική | Γιώργος Ρήγας
Με φόντο τη Θεσσαλονίκη στις
αρχές του Σεπτέμβρη,η Βίκυ Κλεφτογιάννη μας αφηγείται 14 διαφορετικές
ιστορίες,14 ζωές ανθρώπων-κι όχι μόνο-που τοποθετούνται σε διάφορα σημεία της
πόλης.
Κάποιες με φανερά χιουμοριστική και εύθυμη διάθεση κι άλλες που επιφέρουν
συγκίνηση.Όλες τις μαζεύει ένα παιδί με ποδήλατο στην καθιερωμένη του βόλτα,τις
ενώνει,σαν κομμάτια ενός παζλ,και μας τις παρουσιάζει μέσα απ'τα δικά του μάτια.
Κάθε ιστορία έχει κάτι να σου
πει.Κάθε ιστορία σου περνά,με το δικό της τρόπο,ένα διαφορετικό αίσθημα και
σίγουρα έχει τη δύναμη να σε αγγίξει.Πρόκειται,επίσης,για μια άκρως γοητευτική
περιγραφή του αστικού τοπίου που περικλείει όλες τις ιστορίες,όλες τις ζωές που
ξεδιπλώνονται στις σελίδες,μετατρέποντάς το σ' έναν κρυφό ήρωα ο οποίος με τον
τρόπο του επηρεάζει τις ζωές αυτές.Ένας,ακόμη,λόγος που μ'έκανε να αγαπήσω τη
συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων είναι πως μου θύμισε το όμορφο εκείνο δέσιμο
του ανθρώπου μ'έναν τόπο,μια "πατρίδα" που για τον καθένα παίρνει
διαφορετική μορφή.Στα δικά μου μάτια,η ακραιφνής αγάπη γι'αυτήν την πατρίδα
είναι η πραγματική πρωταγωνίστρια στις σελίδες του βιβλίου...
Σάββατο 19 Μαΐου 2018
Αυτοί που κρύβουν τον ήλιο | Γιώργος Ρήγας
Είναι ώρα να κοιτάξουμε δίπλα μας.Δεν έχουμε μάθει,βέβαια,να μιλάμε βλέποντας τον πόνο του διπλανού,μοναχά όταν πονέσουμε οι ίδιοι ανοίγουμε το στόμα.
Αλλά τώρα χρειάζεται μια ματιά στην Ανατολή:
Πόσος πόνος χωράει σε λίγα εικοσιτετράωρα;
Πόσα δακρυσμένα μάτια θ'αφήσουν πίσω τους;
Πόσα παιδιά φοβούνται πλέον να κοιτάξουν τον ουρανό;
Θεατές,εμείς,σ'ένα έργο γνώριμο.Το συνηθίσαμε πια και δεν μας τρομάζει.
Η δυστυχία σ'έναν τόπο λίγα χιλιόμετρα μακριά μας έχει αποκτήσει ένα πρόσωπο που το ξέρουμε,το έχουμε ξαναδεί.
Αυτοί που κρύβουν τον ήλιο από τόσους ανθρώπους είναι το τέρας μέσα μας.Δεν το σκοτώσαμε,έμεινε εκεί να μεγαλώνει.
Και τώρα τι κάνουμε;
(Μια αθώα,περαστική ματιά στον καθρέφτη για να πείσουμε τους εαυτούς μας πως δεν φταίνε)
Τα παιδιά που πεθαίνουν εκεί είναι τ'αδέρφια μας,τα παιδιά μας,οι φίλοι μας.
Οι γονείς που πεθαίνουν είναι οι γονείς μας.
Η μητέρες που κλαίνε είναι οι δικές μας μητέρες.Τις ακούς να πενθούν πίσω απ'τα κλειστά παράθυρα.
"Καληνύχτα Κεμάλ,αυτός ο κόσμος δεν(;) θ'αλλάξει ποτέ(;)..."
Καληνύχτα...
Κυριακή 13 Μαΐου 2018
Για ένα όνειρο | Γιώργος Ρήγας
Στη διάρκεια μιας ζοφερής εποχής η ανάγκη για ένα ανοιχτό παράθυρο προς τον ήλιο είναι πάντοτε παρούσα.Ένα τέτοιο,λοιπόν,παράθυρο επιχειρούν διαρκώς να ανοίξουν ορισμένοι άνθρωποι,τόσο για τους εαυτούς τους όσο και για τους γύρω τους,ο καθένας με τον δικό του τρόπο,συναντώντας καθημερινά απροσμέτρητα εμπόδια.Μέσα από θέατρα,συναυλιακούς χώρους,εκθέσεις εικαστικών τεχνών ή απ'τις σελίδες των βιβλίων τους δίνουν μια ανάσα με τρόπο μοναδικό.Δεν παύω να τους βλέπω όλους αυτούς σαν παράλληλους κόσμους,σαν συγκοινωνούντα δοχεία που αλληλεπιδρούν για να χαρίσουν την ομορφιά μέσα σ'έναν καιρό δύσκολο.
Σήμερα τα όνειρα κοστίζουν ακριβά.Βλέπω ανθρώπους,νέους και μεγαλύτερους,να ματώνουν αδιαλείπτως και να παλεύουν "κόντρα στον καιρό" να ζήσουν με αυτό που αγαπούν και από αυτό που αγαπούν.Ανθρώπους που ποτέ δεν έκαναν πίσω,στις άδειες θέσεις των συναυλιών και των θεατρικών παραστάσεων,στις οικονομικές δυσχέρειες που-εκτός εξαιρέσεων-γνώριζαν εκ των προτέρων ότι θα τους συνοδεύουν στο υπόλοιπο του δρόμου τους.Μοχθούν για να υλοποιήσουν το όνειρο εκείνο που υπήρξε πρώτα μέσα τους ζωντανό.
Μέσα σε μία εποχή που δεν μπορεί να υποσχεθεί ένα καλύτερο αύριο,τους βλέπεις να προσπαθούν οι ίδιο,με τα-κάθε είδους-έξοδα δικά τους,να πορευτούν σύμφωνα με το τι ζητά η ψυχή τους κι όχι οι βραχύβιες εξωτερικές επιταγές.Δε νοιάστηκαν πού θα τους οδηγήσει αυτός ο δρόμος και τον επέλεξαν έχοντας απόλυτη συνείδηση των δυσκολιών που ακολουθούσαν.Κι όσο τους παρατηρώ,τόσο περισσότερο τους θαυμάζω για τον κόσμο που φτιάχνουν...
Ο κόσμος αυτός δεν φωνάζει,δεν κάνει θόρυβο.Λειτουργεί σιωπηλά,δεν έχει χαθεί.Είναι η εξαίρεση.Αν γυρίσουμε το βλέμμα θα τον δούμε πίσω απ'τις αυλαίες,σε μικρές σκηνές,σε μπάντες,σε ομάδες ανθρώπων που θέλουν να δώσουν το δικό τους "παρών".Η ανάγκη αυτή παραμένει πάντοτε ίδια.Σήμερα,όμως,καλείται να σηκώσει μόνος,στις δικές του πλάτες το φορτίο,καθώς βοήθεια δεν έρχεται.Σε πείσμα των καιρών στέκεται όρθιος και αφήνει το στίγμα του. Παλεύει,πειραματίζεται,ανανεώνεται,υπάρχει.Για ένα όνειρο...
Τρίτη 17 Απριλίου 2018
"Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι" | Γιώργος Ρήγας
Πέρασε τα παιδικά του χρόνια αλλάζοντας συχνά τόπο διαμονής,καθώς ακολουθούσε μαζί με όλη την οικογένεια τον πατέρα του που,ως νομομηχανικός,γνώριζε συχνά μεταθέσεις.Έτσι,έζησε για κάποιο διάστημα στην Τρίπολη,τη Λευκάδα,τη Λάρισα,την Καλαμάτα,τα Χανιά και άλλες πόλεις.Ο πρώτος έρωτας του Καρυωτάκη για τον οποίον γνωρίζουμε είναι μια κοπέλα στην Κρήτη,η Άννα Σκορδύλη,ένας έρωτας που θα συνεχίσει να τον επηρεάζει για αρκετό καιρό.
Το 1913 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών απ'την οποία αποφοίτησε το 1917.Μέσα,λοιπόν,στα χρόνια της εφηβείας του θ'αρχίσει να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε περιοδικά και εφημερίδες,μέχρι το 1919 που θα εκδόσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτων",η οποία,ωστόσο,δεν θα γνωρίσει ιδιαίτερα θετικές κριτικές.
Άλλη μια προσπάθειά του ήταν η έκδοση του σατιρικού περιοδικού "Η Γάμπα",του οποίου το περιεχόμενο θεωρήθηκε προσβλητικό κι έτσι η κυκλοφορία του απαγορεύτηκε απ'τα πρώτα κιόλας τεύχη.
Επιχειρεί,επίσης,μαζί με τον Χαρίλαο Σακελλαριάδη να γράψει μια θεατρική επιθεώρηση με τίτλο "Πελ-Μελ".Το 1920 θα διοριστεί στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης,καθώς οι προσπάθειές του να εξασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου απέτυχαν.Έπειτα από μερικές μεταθέσεις,διορίζεται το 1922 στη Νομαρχία Αττικοβοιωτίας.Τότε,μόλις είχε κυκλοφορήσει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο "Νηπενθή".
Στη Νομαρχία,λοιπόν,θα γνωρίσει τη Μαρία Πολυδούρη,η οποία θα αποτελέσει κι έναν μεγάλο σταθμό στη ζωή του.Ένας έρωτας που θα σημαδέψει τόσο τη ζωή όσο και το έργο των δύο ποιητών.
Περνούν ένα διάστημα μαζί,ωστόσο λίγο καιρό μετά ο Καρυωτάκης μαθαίνει πως πάσχει από σύφιλη και μοιράζεται το νέο με την Πολυδούρη.Τότε,εκείνη θα του ζητήσει να παντρευτούν,μια πρωτοβουλία ιδιαίτερα τολμηρή για μια γυναίκα εκείνη την εποχή,ο Καρυωτάκης όμως θα αρνηθεί,γεγονός που θα την κάνει να αποκτήσει αμφιβολίες για τα αισθήματά του.Τότε,ο Καρυωτάκης δημοσιεύει το ποίημα με τίτλο "Ωχρά Σπειροχαίτη",ομολογώντας, ουσιαστικά,την ασθένειά του:
"...Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος,όταν
γελώντας αινιγματικά,μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο,την άβυσσο που ερχόταν"
Αφού χωρίσουν,ο Καρυωτάκης και η Πολυδούρη εξακολουθούν να βρίσκονται,περισσότερο ως φίλοι,να συζητούν και να αλληλογραφούν,ακόμη κι όταν η Πολυδούρη θα προσβληθεί από φυματίωση.
Στο μεταξύ,οι μεταθέσεις του Καρυωτάκη συνεχίζονταν.Μετά από μια σειρά ταξιδιών στο εξωτερικό,ο Καρυωτάκης επιστρέφει κι εκδίδει το 1927 την τρίτη και τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο "Ελεγεία και Σάτιρες".Ακολουθούν δύο ακόμα μεταθέσεις το 1928,στην Πάτρα και την Πρέβεζα.Η τελευταία βαραίνει απελπιστικά τον Καρυωτάκη.Βρίσκεται σε μία επαρχιακή πολή,μόνος και με την πίκρα της αρρώστιας του.Η δυσκολία συνέχισης της θεραπείας του χωρίς να μαθευτεί η ασθένειά του στη μικρή κοινωνία της πόλης δεν ήταν εύκολη,αν όμως σταματούσε τη φαρμακευτική αγωγή κινδύνευε από παράλυση κι ενδεχομένως και τρέλα.Όλο αυτό το βάρος οπλίζει το χέρι του και τελικά,τη νύχτα της 27ης Ιουλίου του 1928 βουτά στη θάλασσα σκοπεύοντας να πνιγεί,χωρίς,ωστόσο,να τα καταφέρει.Το πρωί της επόμενης μέρας βγαίνει ζωντανός,επιστρέφει στο σπίτι του κι όταν ξαναβγαίνει στην πόλη κάθεται σ'ένα καφενεδάκι και γράφει το τελευταίο του σημείωμα.Ως το τέλος παραμένει σαρκαστικός:
"Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου."
Λίγο αργότερα,στρέφει ένα όπλο στην καρδιά του και πατά τη σκανδάλη.Για πολλούς,αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη πράξη ελευθερίας και αντίδρασης του Καρυωτάκη,μαζί,ίσως,με την ποίησή του.Σε κάθε περίπτωση,η ποίησή του θ'αποτελεί πάντα πηγή ενδιαφέροντος,τόσο για τους "μισημένους από θεούς κι ανθρώπους" όσο και για τους υπόλοιπους...
Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018
"Οι λέξεις κι οι ιδέες μπορούν ν'αλλάξουν τον κόσμο" | Γιώργος Ρήγας
Η ιδέα μιας αλλαγής του κόσμου προς το καλύτερο,μια ματιά αισιόδοξη όσο και απαραίτητη,υπήρχε πάντα στις καρδιές ορισμένων ανθρώπων μέσα στους αιώνες.Κάποιοι μνημονεύονται ακόμα με διθυράμβους γι'αυτή τους την ιδέα,άλλοι υπήρξαν-και ενδεχομένως παραμένουν-λοιδορούμενοι. Ο καθένας τους αφήνει το αποτύπωμά του-προσωπικό και μοναδικό-περνάει και φεύγει χωρίς να χαθεί,όμως,ποτέ.
Δεν χρειάζονται πολλά,ποτέ δεν χρειάστηκαν.
(Ας σταματήσουμε για λίγο κι ας κοιτάξουμε στον καθρέφτη...)
Οι λέξεις κι οι ιδέες θα αλλάξουν τους ανθρώπους.Εκείνοι με τη σειρά τους θα πάρουν στις πλάτες τους την ευθύνη μιας αλλαγής που ο κόσμος έχει τεράστια ανάγκη.Μη γελιόμαστε.
"Η ποίηση,η ομορφιά,ο ρομαντισμός,η αγάπη είναι αυτά για τα οποία μένουμε ζωντανοί",συνεχίζοντας τον θαυμάσιο μονόλογο.Πράγματι.Και εδώ,στα δικά μου τουλάχιστον μάτια,μέσα στη λέξη "ποίηση" δεν κρύβονται μόνο τα λόγια των ποιητών,αλλά κάθε τέχνη και κάθε έργο αυτής που μπορεί να γίνει χρήσιμο για τον άνθρωπο και την ψυχή του.Έτσι,λοιπόν,οι λέξεις κι οι ιδέες,που λειτουργούν σαν σύμβολο,έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τα πάντα και να μας κρατήσουν ζωντανούς.
Τώρα ας ξανακοιτάξουμε τον καθρέφτη:Δεν είμαστε ίδιοι πια.Η ποίηση,οι "λέξεις κι οι ιδέες" μας άλλαξαν.Αλλά είμαστε ακόμη στα μισά του δρόμου...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









