Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Μαλεσιάδας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Μαλεσιάδας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2021

«Αν δεν ‘ρθήτε νικηταί, να μην έρθετε ποτέ» | Γράφει ο Τάσος Μαλεσίαδας



 «Αν δεν ‘ρθήτε νικηταί, να μην έρθετε ποτέ»

Δεν έχει υπάρξει Έλληνας που να μην έχει ακούσει και τραγουδήσει το αφάνταστα υπέροχο τραγούδι «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά», της Σοφίας Βέμπο. Κάθε άλλη της ανάμνηση μπορεί να χαθεί, να σβήσει, μα αυτό το τραγούδι θα υπάρχει όσο υπάρχει και ένας Έλληνας πάνω στη γη.

Οι στίχοι του πολεμικού τραγουδιού γράφτηκαν πάνω στη μουσική από τη «Ζεχρά», το γνωστότερο τραγούδι της εκείνη την περίοδο, ένα από τα ωραιότερά της τραγούδια, γενικά.

Όταν ζήτησε από τον Μίμη Τραϊφόρο να της γράψει ένα πολεμικό τραγούδι εκείνος αποσύρθηκε και όταν επανήλθε, της έδωσε το χαρτί με τους στίχους.

Η Σοφία Βέμπο σάστισε. Ο τελευταίος στίχος ήταν σαν να τον έλεγε η αρχαία Σπαρτιάτισσα στον γιο της, δίνοντάς του την ασπίδα του ανά χείρας.

«Αν δεν ‘ρθήτε νικηταί, να μην έρθετε ποτέ», έγραψε ο Τραϊφόρος και μέσα σε έναν στίχο σαν ηλεκτρισμός διαπέρασαν 3.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας, αλτρουισμού, καθήκοντος και αγάπης για την Πατρίδα.

Η Σοφία Βέμπο το βρήκε σκληρό. Δεν ήθελε να φορτίσει περισσότερο την ψυχική κατάσταση πολιτών και στρατευμένων. Τού ζήτησε να το αλλάξει.

Λίγα λεπτά μετά ο Τραϊφόρος επέστρεψε. Η Βέμπο διάβασε πάλι το τραγούδι. Και χαμογέλασε. Το χαρτί έγραφε:

«Μέσ’ στους δρόμους τριγυρνάνε

οι μανάδες και κοιτάνε

ν’ αντικρίσουνε,

τα παιδιά τους π’ ορκιστήκαν

στο σταθμό όταν χωριστήκαν

να νικήσουνε.


Μα για `κείνους που `χουν φύγει

και η δόξα τους τυλίγει,

ας χαιρόμαστε,

και ποτέ καμιά ας μη κλάψει,

κάθε πόνο της ας κάψει,

κι ας ευχόμαστε:


Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά,

που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά,

παιδιά στη γλυκιά Παναγιά

προσευχόμαστε όλες να `ρθετε ξανά.


Λέω σ’ όσες αγαπούνε

και για κάποιον ξενυχτούνε

και στενάζουνε,

πως η πίκρα κι η τρεμούλα

σε μια τίμια Ελληνοπούλα,

δεν ταιριάζουνε.


Ελληνίδες του Ζαλόγγου

και της πόλης και του λόγγου

και Πλακιώτισσες,

όσο κι αν πικρά πονούμε

υπερήφανα ας πούμε

σαν Σουλιώτισσες.


Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά,

που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά,

παιδιά στη γλυκιά Παναγιά

προσευχόμαστε όλες να `ρθετε ξανά.


Με της νίκης τα κλαδιά,

σας προσμένουμε παιδιά»



Και όσα χρόνια και αν περάσουν, και όσες γενιές Ελλήνων κι αν διαβούν πάνω σε αυτή τη γη, πάντα το τραγούδι θα μάς συγκινεί το ίδιο και θα μάς γεμίζει τα μάτια δάκρυα και την καρδιά αγάπη.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Χωροχρόνος | Τάσος Μαλεσιάδας



Οι ώρες της μέρας αυξάνονται πολλές φορές σαν νά 'χουν εντολή από ψηλά
κι εμείς, ανεξέλεγκτοι περιπατητές φορτωμένοι τις ενοχές μας,
τα ευλογημένα όχι, τα δυσανάλογα ναι
τραβάμε προς το ξέφωτο
ή τις παλιές ράγες που εκτράπηκαν.


Αυτό το λουλούδι ή την αγκαλιά
- ή το ποδοπατημένο "σ' αγαπώ" ανάμεσα στα αιμοβόρα δόντια της
κάποτε θα πρέπει να τα κάνω τραγούδι ή ταφόπλακα ( το ίδιο δεν είναι; )
ώρες που έπαψα να έχω σώμα και ήμουν ένας άλλος
ώρες που δεν είχα φωνή και τις απαντήσεις μου τις έδωσε άλλος.


Α, θα φύγουμε μία μέρα, μόνοι
και δε θα έχουμε καταλάβει γιατί αυτά που σκέφτεσαι στο φως της μέρας
έχουν άλλη υφή σαν τα σκέφτεσαι τη νύχτα.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

Τα γράμματα που έφτασαν | Τάσος Μαλεσιάδας



Λέξεις που δεν γράφτηκαν ποτέ και μελάνια που γίνανε θάλασσες
από τα δάκρυα
ο ταχυδρόμος είχε από καιρό αφήσει τη δουλειά του και μες στην τσάντα του
είχε τρία μαύρα πουλιά που έκραζαν γεμάτα θαυμασμό
τα μάτια τους γίνονταν ένα με τη συνειδητοποίηση
και κάθε αργά άκουγες το απαλό φτερούγισμα από τα λόγια
- πότε θα φτάσει η απάντηση, ρώτησα τον γέρο που οι φάκελοί του για σύνταξη
εμπεριείχαν ένα "ευχαριστώ"


Και απόκριση καμιά.

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Τελικός προορισμός | Τάσος Μαλεσιάδας



"Στη μητέρα μου
που δε με άφησε ποτέ
ενώ εγώ έφυγα"

Ήταν τότε που τα μάτια της σφάλισαν και ένιωσα τις κλειδωμένες πόρτες να με σφίγγουν σαν ηλάγρες - το σφίξιμο στο στομάχι θα έμενε πολύ καιρό ακόμα και ερχόταν από πολύ καιρό νωρίτερα- και πλάι στα παλιά αγάλματα του πάρκου έπαιρνα κι εγώ τη θέση μου, έτοιμος να αφηγηθώ τις ιστορίες μου για το πώς άφησα τη βροχή να με ξεπλύνει ή για εκείνες τις γυμνές γυναίκες που παρέσυρα στην ηδονή πίσω από τις θημωνιές Ξεδιάντροπος εξομολογητής στιγμών που έπρεπε να μείνουν κρυφές και δακρύων που ποτέ δε χύθηκαν έγκαιρα.
Τα καράβια που ανεβήκαμε δεν είχαν συνειρμούς και για αυτό στραφήκαμε στα τρένα, μα δεν είχαμε να περιμένουμε δικαιοσύνη από πουθενά κι ας ευαγγελιζόμασταν τους αγαθούς, δύο ερωτικά ποιήματα και δέκα τραγούδια στιγμάτισαν τις ζωές μας, ίδια μωσαϊκές εντολές ( που τις κατακρημνίσαμε σε έναν βωμό παγανιστικό για λίγη ψόφια ξένη σάρκα ).
Έτσι μπορούσα να κρατήσω στη μνήμη μου πολλά σπουδαία ή λιγότερο σπουδαία πράγματα, ακόμα και αν οι επιλήσμονες με ρωτούσαν το γιατί - ποιος μπορεί να απαντήσει σε επανειλημμένες απορίες χωρίς να απαυδήσει- ίσα για να δικαιολογήσω την άγνοιά μου στα σημαντικά και να τους δείξω ότι δεν είμαι σαν εκείνους.
Και τις νύχτες ρωτούσα τους πλευρικούς φανούς των πλοίων να μου δείξουν το μέλλον ώσπου παρασύρθηκα από την πολυλογία τους και κατέληξα στη θάλασσα - παιδί μου, πότε θα επιστρέψεις; ρωτούσε η μητέρα, - έχω ακόμα πολλούς βυθούς να κυλήσω, μητέρα, αποκρίθηκα- κι από τότε έπαψε να μαραζώνει και επισκέφτηκε το άγαλμά μου στο πάρκο ή μια φωτογραφία πάνω στον κομό όπου φοράω τη στολή μου και τα ποτίζει αδιάλειπτα με τα μάτια της.

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Όροι ίσης σημασίας | Τάσος Μαλεσιάδας


Gift στα αγγλικά σημαίνει δώρο
και στα γερμανικά το δηλητήριο.

Αυτή τη νύχτα καθώς σκέφτομαι εσένα
με μόνο φως πάνω στο χαρτί
τη φωτιά από το τσιγάρο που σιγά σιγά
καίει ως και το φίλτρο

δε βρίσκω καμία διαφορά
ανάμεσα στις δύο λέξεις.


Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Αρνημένοι Ήρωες | Τάσος Μαλεσιάδας


 Βλέπεις τη μέρα να περνάει και να φεύγει, τη ζωή να προχωρά· και εσύ, πολλές φορές κι άλλες τόσες, μένεις να αναρωτιέσαι τι σε κρατάει πίσω, τι σε κάνει να προχωράς ή να αποτελματώνεσαι, τι σε άγει και σε φέρει και πού σε οδηγεί. Σαν ένας απλός θεατής στο θεατρικό της ίδιας σου της ζωής.
           Άλλες φορές η ζωή μοιάζει με κινούμενη άμμο, που όσο την καταπαλεύεις τόσο σε πνίγει και σε καταπίνει και σε ρουφάει μέσα στην άβυσσό της, στα δίχτυα της. Ή σα μια θάλασσα που τα κύματά της θα σε ξεβράσουν ρημαγμένο, σαν ένα σαπισμένο κομμάτι, από παλιό σκαρί, που οι ορυμαγδοί το ξετίναξαν. Μα ζωντανός θα φτάσεις στο νησί και πίσω σου θα είναι η θάλασσα, γαλήνια· τα κύματα θα 'ναι ένα λεπτό αφρισμένο χαλί, που στις όχθες θα μαλάσσουν τα πέλματά σου. Πλάι στην κολλημένη στο πρόσωπό σου άμμο θα συναντήσεις το χάδι της πρώτης μέρας της νέας σου ζωής. 
          Είναι σκληρή η ζωή και άδικη, λένε. Μα είναι κι όμορφη, παράλληλα. Ένα ταξίδι, μέσα στα χιλιόμετρα δοσμένο. Βιβλία που χωρίς να μετακινηθείς φεύγεις μακριά. Ένα ανεπαίσθητο χάδι στη μέση της νύχτας ή ένα αθέλητο φιλί. Το χρώμα του ηλιοβασιλέματος και της ανατολής. Ένας πίνακας, μία φωτογραφία, τα μάτια της. 
          Το υλικό των «ηρώων» δεν προσμετράται και δεν αποτιμάται μηδέ υπολογίζεται με το τι βαθμούς έφερες στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, πόσα βιβλία διάβασες ή τι επαγγελματικό προσανατολισμό έχεις διαλέξει. 
          Συνήθως, οι άνθρωποι με περίσσιες πληγές, οι άνθρωποι που δεν τους δόθηκε η ευκαιρία, Οι άνθρωποι που τους έκλεισαν τις πόρτες, τους έκοψαν το ρεύμα, τους πήρανε το σπίτι. Τους έδιωξαν από τη δουλειά, έμειναν στο καταχείμωνο χωρίς μία κουβέρτα ή μεθυσμένοι από όνειρα και πολύ αλκοόλ ή ναρκωτικά ή εθισμένοι στο φαγητό, στα τσιγάρα, στην άρνηση, είναι οι άνθρωποι που μέσα τους, τη δύσκολη στιγμή όταν τα μάτια των «σοφών» παγώνουν και αναδιφούν μέσα στα βιβλία. Ανατρέχουν στις σημειώσεις των παλιών. Οι ψυχές και τα χέρια αναζητούν τη λύτρωση στις καρέκλες και στα οφίκια των «δυνατών». Τότε, τη στιγμή εκείνη, είναι οι πληγές που «παράγουν» το αμόλευτο φως και τη δύναμη που προκύπτει μέσα από τους αμαρτωλούς και τους «αρνημένους», που μέσα από την καθαρότητα της ταλαιπωρημένης ψυχής τους προκύπτουν οι «ήρωες».


Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

Μία μόλπη που τραβά μακριά | Τάσος Μαλεσιάδας

Μέσα από χείμαρρους και χρόνια 
βρήκαν τα οστά μου και κανείς δεν κατάφερε
να εξηγήσει πώς και τι.

Φεγγαρένια, αχλύ της νύχτας μου,
σε ξέσκεπα αστέρια και σε παλιούς καμβάδες ζήτησα ζωή
και στα χαρτιά που μάταια με έδειξαν στον κόσμο,
τον κόσμο που μακριά σου σεληνιακό τοπίο μοιάζει, σαν πόνος.

Πέρασαν ώρες και μέρες σαν χιλιετηρίδες,
τα οστά μου βρήκαν και δεν εξήγησαν το πώς και το γιατί
οι νευρώνες και η καρδιά μου ζούσαν με τη δική σου τη μορφή.


coffee and cigarettes

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Κώδικας Ονειρικής Κυκλοφορίας | Τάσος Μαλεσιάδας

Κάποια μέρα, 
θα αναγκαστώ να σας πω την ιστορία του ποιητή
που περνώντας από τους γνώριμους δρόμους της πόλης
επέτρεψε στις αναμνήσεις του να τον ποδοπατήσουν.

            Γιατί αυτές είχαν προτεραιότητα.

London Street Photography by Joshua K. Jackson black and white candid City City Life colour EyeEm EyeEm Best Shots fujifilm joshkjack Light light and shadow London people people photography person Rain Raindrops Rainy Days street street photography streetphotography umbrella urban urbanphotography Weather

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Μάρτυρας | Τάσος Μαλεσιάδας

Ήτανε τις προάλλες
νομίζω
που κάποιος θέλησε
να περάσει τις γραμμές
δίχως να δει
το τρένο που περνούσε.

Όταν τον διέλυσε το τρένο, δίχως οίκτο,
τρέξαμε μακριά
μην τυχόν και μας καλέσουν
να λογοδοτήσουμε
για ενός ξένου τον θάνατο
μιας και δεν ξέραμε και τίποτα γι' αυτόν
για τη ζωή του, τις χαρές ή και τις λύπες

έτσι και λόγο δε θα είχαμε
νομίζω
να πούμε κάτι
και για τον θάνατό του.





Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

Πρωτεσίλαος και Λαοδάμεια | Τάσος Μαλεσιάδας

Το χέρι άπλωσα στο μακρινό κενό 
- και σκέφτομαι γιατί πονώ-
ο χρόνος, είναι, που αμείλικτος περνά
ή Εκείνη που ’ναι μακριά;

Στο χιόνι το αίμα μου απλώνεται, κυλά,
όπως θυμάμαι τα λυτά της τα μαλλιά.
Μπροστά μου οι μνήμες αφάνταστα περνούν
και πώς μπορούν τα μάτια να κοιτούν;

Και δεν ραγίζει η καρδιά
τώρα που βρίσκεται μακριά…

Η κάθε μέρα που περνά
μοιάζει με μάχη ως ξεκινά
και οι σάλπιγγες που μας καλούν
σε ποιον χαμό μας οδηγούν;

Νόμιζα θα σε ξαναδώ
και ουράνιο έστησα χορό
με μουσικές, βεγγαλικά
και Τάγματα αγγελικά. 

Ο ίσκιος ήταν μοναχός
και το κορμί μου δίχως φως
πώς να σε δω αν είναι σκοτεινά
και πώς αν ζεις αληθινά;

Μα είμαι από καιρούς νεκρός,
είμαι ένας ίσκιος δροσερός
πάνω στα φύλλα της φτελιάς
είμαι ένας ίσκιος μοναξιάς.

Τ’ αγέρι έχω οδηγό
τον ουρανό για αρχηγό
κι έφτασα για μια μιλιά
στα πύρινα της τα μαλλιά.


Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018

Εκείνη | Τάσος Μαλεσιάδας

Και περπατάς και βλέπουν μία όμορφη γυναίκα,
δίχως να ξέρουν την εμορφιά που μέσα σου γεννάται.
Κοιτούν τις άκρες του προσώπου ή των ποδιών σου,
τα στήθη, τους μυώνες, τα μαλλιά,
το ερωτικό σου ανάστημα ή πώς σιγά τα μάτια
τα μισοκλείνεις, χωρίς να θες, χωρίς να υπολογίζεις.


Δε βλέπουν οι άλλοι τα μάτια σου,
τά που για μένα υπήρξαν
η αλέα που διάβαινα τις άκρες του μυαλού μου,
ή τα δάχτυλα ποίηση, φιλοσοφία και λέξεις
που είχαν λάβει το χρώμα απ' τα μαλλιά σου
και που χωρίς αυτά ζωή, μου είπες, δε φτιάχνεις.


Και έτσι μαλάκωσε η φωνή και η καρδιά μου εχάθη•


κι έγινε κτήμα στο σύγνεφο, στο ονειρεμένο κήπος


κι έγινε σώμα που έκλεινε βαθιά μες στο κρεβάτι


και μαζευόταν και έχανε τον κοσμικό του χώρο


κι έγινε λέξη που έσβηνε στων αστεριών τον χάρτη


και παραλία ολόκλειστη απ' τη ματιά των ξένων


κι έγινε σκλήθρα που διέρρηξε το σώμα, την ψυχή μου


και ποταμούς τα μάτια μου γεννήσαν από πρίνους


κι ήταν ωραία η αυγή και ήταν γλυκό το δείλι


και ήταν η ανάσα μου κερί και η καρδιά μου επίσης


μα τώρα πια δεν είναι•


έσβησε τ' αγέρι τη φωτιά, έσβησε την ψυχή μου
και το ποτάμι πέτρωσε, τ' αστέρια γίναν στάχτη


στο μακρινό στερέωμα, μαζί με την καρδιά μου.


Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

Η αμάραντη | Τάσος Μαλεσιάδας

Η αστροφεγγιά που τρύπωσε απ' τις τρίλιες είν' η Αλήθεια·
και το τραγούδι έπαψε στα στήθη ν' αντηχεί
-το ρυθμικό εμβατήριο που έκανε την ψυχή
ν' αναζητά, στα πέρατα της γης, να βρει βοήθεια.

Το χρώμα της αστροφεγγιάς δεν ήταν τ' ασημί
ούτε στο λαμποφέγγισμα αντίκρισα σελήνη·
ποιος ξέρει από τους στίχους μου ποιος είναι για να μείνει
και ποιος θένα χαθεί.

Στα δειλινά, στα πρωινά, στο λιόγερμα και στις αυγές ακόμα
από τις λέξεις και τις έννοιες τις εσώτερες η ανάληψη
στο σώμα μου, ενός κλαδιού μεσογειακού, με άρωμα και χρώμα
με στήθη, μυώνες και φωνή μου 'δείξαν την κατάληξη.

Και στα μακριά, του παρελθόντος, σκοτεινά, πια, δώματα
και στους λειμώνες των παρειών σου, τους ευανθείς

μένουν αφίλητα, χωρίς χαρές, τα στόματα
μη φύγεις πριν με φιλήσεις και χαθείς.


Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Ζωή σαν γραφομηχανή | Τάσος Μαλεσιάδας

Δύναμη στα χέρια και στα δάχτυλα
και η μουσική, η μέσα μου,
φαντάζει σαν βροχή
την ώρα που τα πλήκτρα ολοχτυπούν,
Μαινάδες
και Σάτυροι αλαφροΐσκιωτοι
στα ρεζεντά χωμένοι.

Αλτάνες λέξεις θέριεψαν
και μοιάζουν με κισσοί.

Ας γράψω «λάθος».
Στη λέξη πάνω μία γραμμή
και σκίζω τη σελίδα.

Ζωή σαν γραφομηχανή
το κάθε «λάθος» στοίχισε
«λάθος» εγώ δεν είδα.


Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

Στην πλευρά όπου ξάπλωνες | Τάσος Μαλεσιάδας

Τα τελευταία βράδια κοιμάμαι στην
πλευρά όπου ξάπλωνες.
Μονάχα εκεί μπορώ να κλείσω τα μάτια μου
γιατί όταν είναι ανοιχτά νιώθω 
και όταν νιώθω φοβάμαι.

Έτσι, κοιμάμαι στην πλευρά όπου ξάπλωνες και εξυπηρετώ δύο σκοπούς:
δεν κοιτώ την άδεια πλευρά του κρεβατιού
που ακουμπούσες


και ούτε, όμως, πιστεύω πως θα ξαναρθείς.


Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018

Τα δειλινά | Τάσος Μαλεσιάδας

Εκεί, πίσω από τις παλιές μας τις ματιές, εκεί που τα λεωφορεία δε με φέρνουν πια σε σένα, οι ουρανοί δεν ανοίγουν για να σε δω και δεν φτάνω ψηλότερα για να σε αγγίξω. 

Ο χρόνος δεν περνάει για να σε συναντήσω, η ζωή δεν υφίσταται χωρίς να σε έχω πλάι μου κι εγώ

Τριγυρνώντας στους δρόμους σαν ίσκιος πλάι στα χάσματα των τοίχων ή όπως ο δρόμος χάνεται στο μήκος της πόλης. 

Ελπίζω και ασφυκτιώ τις νύχτες χωρίς να υπολογίζω
Και δίχως να διστάζω

Τα δειλινά που άφησα.




Σάββατο 16 Ιουνίου 2018

Ο Μάνος Χατζιδάκις, η Λιλί Μαρλέν και μία ιστορία -σαν παραμύθι- για το πρώτο τραγούδι της μουσικής μας ιδιοφυΐας. | Tάσος Μάλεσιαδας

Επί της επετείου του θανάτου του...

Είμαι φανατικός ακροατής του Μάνου Χατζιδάκι.


   Μέσα στην ψυχή μου ολογυρνά και αέρινα ξεδιπλώνεται κάθε συγχορδία που μες απ' τα χέρια, το μυαλό, τα ατέλειωτα τσιγάρα πάνω από τις παρτιτούρες του γεννήθηκε. Από την «Οδό Ονείρων» ως τον  «Μεγάλο Ερωτικό» και από τα κινηματογραφικά του έργα ( που τόσο τα υποτιμούσε ) ως τον «Οδοιπόρο, το μεθυσμένο κορίτσι και τον Αλκιβιάδη». Γνωστά ή άγνωστα, αγαπημένα ή όχι και τόσο, τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι θίγουν κάθε έκφανση ενός νου. Από τα αισθαντικά ΤΟΥ μέρη ως και την πολιτικοποιημένη χροιά και από την εσώτερη έκφραση ως και την κραυγή. 

   Μα περισσότερο απ' όλα ένα τραγούδι του μού προξενεί τη μεγαλύτερη συγκίνηση και αν μπορώ να το πω με σιγουριά, είναι και το αγαπημένο μου τραγούδι του.

          «Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς»

 Όπως μας αφηγείται και ο ίδιος, στο ένθετο του δίσκου του « ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ 2000 Μ.Χ.», το τραγούδι αυτό κρύβει μία ιστορία σαν παραμύθι, αντάξια της μελωδίας του. Γράφτηκε μες στα χρόνια της Κατοχής και πρωτακούστηκε στην ταινία «Δύο Κόσμοι», του 1949, όπου και το τραγούδησε η Ίντα Χριστινάκη που πρωταγωνιστούσε.

«Στη διάρκεια της κατοχής ακούγαμε ένα τραγούδι, που ιδιαίτερα εμένα, με είχε συγκλονίσει. Την “Λιλή Μαρλέν”. Ένα κορίτσι που κάθε βράδυ πήγαινε στους στρατώνες και όλοι τη φώναζαν με τ’ όνομά της, ώσπου ένα βράδυ, βγαίνοντας έξοδο οι στρατιώτες δεν την βρίσκουν. Η “Λιλή Μαρλέν” είχε πεθάνει. Και οι στρατιώτες, λυπημένοι, τραγουδούσαν το τραγούδι της, γνωρίζοντας πως δεν θα την ξαναδούν ποτέ.
Τόσο μου ταίριαζε αυτό το τραγούδι, που έμαθα να το παίζω στο πιάνο σαν να διηγούμαι την ιστορία του κοριτσιού. Και όλοι ήθελαν να ακούσουν το τραγούδι από εμένα παιγμένο στο πιάνο. Τόσο οι δάσκαλοί μου όσο και οι φίλοι μου.
Μαζί με ένα φίλο μου -δεκαεξάχρονο εκείνο τον καιρό- τον Γιάγκο Αραβαντινό, μαγεμένοι από τη φωνή της κοπέλας που το τραγουδούσε, της Λάλε Άντερσεν, αποφασίζουμε να γράψουμε γι’ αυτήν ένα τραγούδι μεσογειακό -απάντηση στη βόρεια Λιλή Μαρλέν- που θα της το δίναμε να το τραγουδήσει, όταν θα τελείωνε ο πόλεμος. Και γράψαμε το “Ήρθε βοριάς ήρθε νοτιάς”. Ο πόλεμος τελείωσε. Ξεχάσαμε την “Λιλή Μαρλέν” και την Λάλε Άντερσεν.
Το ’61, που όλος ο κόσμος τραγουδούσε “Τα παιδιά του Πειραιά”, η Φραγκφούρτη με καλεί επίσημα, για να μου δώσει ο δήμαρχος το κλειδί της πόλης. Φτάνω στις επτά το βράδυ, χειμώνα, μ’ ένα τετρακινητήριο αεροπλάνο. Με περίμεναν τρεις χιλιάδες κόσμος, μια μεγάλη ορχήστρα που έπαιζε το τραγούδι μου και όλοι οι ραδιοφωνικοί σταθμοί της Ευρώπης. Από την ώρα που κατέβηκα απ’ τ’ αεροπλάνο, βρισκόταν συνέχεια πλάι μου μια κυρία με άσπρη και γκρίζα γούνα, που χαμογελούσε και της μιλούσαν όλοι με σεβασμό. Σε μια στιγμή ακούω να την ρωτάει ένας ρεπόρτερ ραδιοφωνικού σταθμού: Και σεις, κυρία Άντερσεν, μετά την “Λιλή Μαρλέν”, η πιο μεγάλη σας επιτυχία είναι το “Ένα καράβι έρχεται;” (έτσι έλεγαν τα “Παιδιά του Πειραιά” στην Γερμανία). Και ένας άλλος συμπληρώνει την ερώτηση: Κυρία Άντερσεν το “Ένα καράβι έρχεται” ήταν η θριαμβευτική σας επιστροφή στο τραγούδι; Διακόπτω τη συζήτηση και την ρωτάω μπρος στα μικρόφωνα των ραδιοφωνικών σταθμών αν είναι η Λάλε Άντερσεν. Μα φυσικά είμαι, μου απάντησε γλυκά. Και τότε αρχίζω και διηγούμαι όλη την ιστορία μου από την κατοχή. Γίναμε φίλοι και μου ζήτησε να τραγουδήσει το τραγούδι αυτό. Της το έδωσα και πήρε ένα δεύτερο χρυσό δίσκο».

Αυτή είναι η πανέμορφη ιστορία ενός από τα πρώτα τραγούδια του μεγάλου συνθέτη. Ένα πρελούδιο των επερχόμενων μοναδικών τραγουδιών του, με τη γλυκύτητα της νιότης, την αγχίνοια της ιδιοφυίας και τον Έρωτα. Τον Έρωτα που ύμνησε, ενσάρκωσε, διέδωσε και χρωμάτισε. Θα το συναντήσουμε δισκογραφικά στη «Ρωμαϊκή Αγορά» σε εκτέλεση Ηλία Λιούγκου και Μάνου Χατζιδάκι καθώς και στο «ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ 2000 Μ.Χ.» σε δική του εκτέλεση. Τραγουδισμένη με τον ιδιαίτερο τρόπο του, τον ίδιο τρόπο τον οποίο ζητούσε από τους καλλιτέχνες να τραγουδήσουν τα κομμάτια του.

          
 «Ήρθε βοριάς ήρθε νοτιάς»

                                                                               
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις                   
Στίχοι: Γιάγκος Αραβαντινός


Αγάπη μου, σε γύρευα σ’ αυγή και σε φεγγάρι
και στα ψηλά τα σύννεφα σε γύρευα τυφλός
μα ήρθε ο καιρός, ήρθε η βροχή κι η δροσερή σου χάρη
αγάπη μου, σε γύρεψα γιατί ήσουν ουρανός.
                                                  
Κι αν ο Θεός που σ’ έπλασε με μιαν ευχή μεγάλη
να ’χεις αστέρι στα μαλλιά και μια χρυσή καρδιά
στ’ αλώνια ευθύς υψώθηκε το χρυσαφένιο στάρι 
κι η αγάπη μου μ’ αγάπησε γιατί ήμουν ουρανός.

Αγάπη μου, πώς σ’ έχασα, πώς η καρδιά μου εστάθη
και τα πουλιά σ’ αρπάξανε μες στην πολλή βροχή
ήρθε νοτιάς, ήρθε βοριάς το κύμα να σε πάρει
αγάπη μου, που μού ’φυγες γιατί ήσουν ουρανός.

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Κώδικας Ονειρικής Κυκλοφορίας | Τάσος Μαλεσιάδας


Κάποια μέρα,
θα αναγκαστώ να σας πω την ιστορία του ποιητή
που περνώντας από τους γνώριμους δρόμους της πόλης
επέτρεψε στις αναμνήσεις του να τον ποδοπατήσουν.

Γιατί αυτές είχαν προτεραιότητα.

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

Παγανισμός | Τάσος Μαλεσιάδας



Και πλάι στα ερείπια της
εκκλησίας,
χιλιάδες χρόνια μπροστά μας σε πέτρες,
για πες μία εξήγηση
λογική•

γιατί κοιτώ και προσκυνώ εσένα;
 

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Φεύγοντας πήρα μαζί μου | Τάσος Μαλεσιάδας



Φεύγοντας δεν πήρα μαζί μου

τίποτα από όλα εκείνα τα λόγια που έλεγες το βράδυ, 

τα μεγάλα λόγια όπως η θλίψη.

Πήρα τα μαλλιά σου, μαύρα σαν την ανέφελη νύχτα, 

πήρα τα μάτια σου και σήκωσα το βάρος 

στους ώμους μου σα τους ωραίους εκείνους πόνους που χάρισες.

-ξανά, ξανά και για πάντα- 

απ' ό,τι επέτρεψες να κρατήσω. 

Φεύγοντας, δεν πήρα μαζί μου τίποτα παραπάνω

Αλλά με ό,τι πήρα μαζί μου άρχισα να χτίζω έναν πύργο.

Ό,τι δεν κάηκε, ό,τι δεν σάπισε.

Και σίγουρα κάποια θα καθίσω εκεί μέσα.

Από σένα.

Και θα είναι όλα αυτά που πήρα μαζί μου φεύγοντας.


Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

Σε αγάπησα | Του Αλεξάντρ Πούσκιν


Σε απόδοση Τάσου Μαλεσιάδα


Σε αγάπησα και ίσως ακόμα σ' αγαπώ, 
αυτή η φωτιά δεν έχει ακόμα σβήσει
την ψυχή μία φωτιά μέσα καίει ησύχως,
δεν πρέπει πλέον αυτό να σε στεναχωρήσει.
Σιωπηλά κι απέλπιδα σε αγαπώ
φορές-φορές με ζήλια υπέρμετρη και άλλες με ντροπή
να σ' αξιώσει ο Θεός να σε αγαπήσει
κάποιος· όπως από μένα έχεις αγαπηθεί.