Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζένιφερ Ντέρλεθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζένιφερ Ντέρλεθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

Nuclear Aftermath | Τζένιφερ Ντέρλεθ


Οι χίλιοι σταυροί της Χιροσίμα καρφώθηκαν στη γη.
Εκεί που το Πλουτώνιο έσμιξε με τον μουτρωμένο κάποτε έφηβο
σε εκείνο το χώμα που ρίζες φύτρωσαν μόνο μιας ξεμωραμένης υπερηφάνειας.
Για κάτι που δε σε συγκινεί να μην κλαις, είναι τρομακτικό για όλους εμάς
που ριψοκίνδυνοι εξερευνητές διασχίσαμε ολόκληρο αυτόν τον παλαβωμένο χάρτη
με σκοπό να αφήσουμε το τελευταίο μας δάκρυ στο σημείο μηδέν του Καρκίνου.

Για κάτι που δε σε συγκινεί ποτέ σου να μη λες, είναι θλιβερό για όλους εμάς,
θλιβερό όπως ένα κουκούτσι προσπαθεί να γίνει μηλιά σε μια γη άγονη και φαρμακερή.
Στο σημείο εκείνο που οι πολυκατοικίες σαν νεαρές, ελαφρώς αδέξιες μπαλαρίνες
έχασαν την ισορροπία τους και τα βήματα, λιποθύμησαν από κάποιο σοκ του δευτερολέπτου.
Όλες μαζί, ζαλισμένοι κύκνοι έγιναν έδεσμα-τροφή και κολλύριο στα γυαλισμένα μάτια
του μεγάλου γκρίζου πόνου Τρωκτικού.

Γυρνώντας από εδώ κι από ‘κει σαν τοξικομανής, άστεγος αγέρας
συνάντησα σε κείνο το ρυάκι, το ποτισμένο από ρουμανική βότκα, πικρό το χαμόγελο της Μαρίας Κιουρί κι ένα σημείωμα σε χαρτί με αλλόκοτες λέξεις γραμμένο:

«Nuclear Aftermath σιωπή, έχω στο στήθος χαραγμένο με αίμα ανθρώπου και Ουρανίου
όλων εκείνων των πατέρων την τελευταία λέξη.
Nuclear Aftermath οργή, έχω για πόδια μου μεταλλικά τις ουλές και το κακό
του πιο σακατεμένου κόσμου.
Nuclear Aftermath γιορτή, έχω για σκέψη στο μυαλό την περηφάνια ενός γιατρού
το γέλιο νέου κοριτσιού και της μάνας ακρωτηριασμένη αγκαλιά.
Να τραγουδάτε και να κλαίτε για μένα σα να υπήρξα το μεγαλύτερο αγκάθι.»


Γυρνώντας από εδώ και από ‘κει σαν άμυαλος, νεογέννητος στρόβιλος
συνάντησα έναν πυροσβέστη ανώνυμο και αλκοολικό.
Μου 'πε πως στην παλιά βιομηχανία της πυρηνικής ενέργειας πλανιέται στο φως ανέκδοτο σωματιδιακό συγκροτημένο από καπνούς, χημεία και σκόνη:

«Ανάθεμα πως του Κελσίου τα Παιδιά δεν άντεξαν, λύγισαν και έβαλαν φωτιά
στις χημικές Κόρες του Κβαντικού βασιλιά. Σπάστε τα ποτήρια σας μεθυσμένοι γιατί απόψε
έσκασε πυρηνική μανία.»

Τότε ακούστηκε μια φωνή σαν μνήμη θολωμένη και ερχόμενη από μακριά:
«Σηκώστε τον, τον ηλίθιο. Ήρθε μεθυσμένος για δουλειά».
Δεν ήτανε όμως πιωμένος, ήτανε νεκρός και οι σάρκες στο πρόσωπό του λιωμένες.

Και όλοι εμείς, οι ολίγον τι μουρλοί έφηβοι, γουστάραμε και τσουγκρίσαμε τα ποτηράκια μας με τα ραδιενεργά φαντάσματα με τις λευκές κουκούλες.




*Nuclear Aftermath είναι το πνεύμα/ον/αποτέλεσμα κάποιας ραδιενεργής πυρηνικής έκρηξης, γεννιέται ταυτοχρονισμένα με τη μητέρα έκρηξη τη στιγμή του μπαμ και μετά πλανιέται αιώνια στην ευρύτερη περιοχή. Είναι το ίδιο πνεύμα που στοιχειώνει τη Χιροσίμα, το Ναγκασάκι και το Τσέρνομπιλ. Θυμίζει στους αλαφροΐσκιωτους περαστικούς πως είναι η ζωή στην πυρηνική της εκδοχή. Κάποιοι μουρλέγκες μπορούν να το βαφτίσουν οικολογική καταστροφή, κοινωνική καταστροφή με όλα της τα επακόλουθα και τα σχετικά.


Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Τα ποιήματα του τρελού Έλριχ. | Tζένιφερ Ντέρλεθ


Πέρα εκεί στους κόκκινους ουρανούς.
Στους ουρανούς που καίγονται για τους ψόφιους σεξπιρικούς πρίγκιπες.
Ως εκεί βουίζει η ποίηση του τρελού Έλριχ.
Γιατί είναι η ποίηση του τρελού Έλριχ.

Είναι η ποίηση που βουτάει στην πόλη με τα ρουφηχτά πεζοδρόμια.
Στα πεζοδρόμια που σπάνε τα πέλματα μου καθώς περπατώ.
Συνεχίζω να σέρνομαι, τη βλέπω να τσακίζεται στην άσφαλτο.
Γιατί είναι η ποίηση του τρελού Έλριχ.

Ζει για να τη ρουφήξει η άσφαλτος.
Ζει για να βασιλέψει στο φρικτό της εφιάλτη.
Πέρα εκεί στην πόλη, που οι βλοσυρές μορφές μου σπάνε τα χέρια καθώς προχωράνε. Γελάνε φαφούτικα, τρέχουν παρακμιακά, στριφογυρίζουν άσματα και νεκρικοί ψαλμοί.

Και καθώς με πλησιάζει για να μου τσακίσει τα κόκαλα, με ρωτά:
"Ακόμα δε ξύπνησες; Ξημέρωσε."
Εγώ αναρωτιέμαι γιατί κοιμάμαι όρθιος.

***

Κάτω από την Παλαιά Λίμνη ζει η κακιασμένη Κόρη.
Και καθώς δεν την ταΐζω αναδύεται, με κυνηγά, με καταπίνει.
Μας χαζεύει η Σελήνη και ψέλνει ρομαντικά.
Στους ατσάλινους θορύβους όλοι στρέφουμε το βλέμμα πάνω της.
Και εκείνη με όλη τη φόρα του σκοταδιού της περιφέρεται ρυθμικά στους αιθέρες.
Ξεριζώνει τα μαλλιά της Αριάδνης τα φτιάχνει χλωμό, καρκινιάρικο στεφάνι και το φορά.
Με το χρυσό της μαχαίρι καρφώνει την καρδιά και το στομάχι του Ουρανού.
Για να έχουμε την τύχη όλοι να βρεθούμε νεκροί μέσα σε μια κόκκινη νύχτα.
Ζητωκραυγάζει παρακμιακά και προσγειώνεται με το φτερωτό φεγγάρι πίσω για να ρουφήξει το θόρυβο της.
Μασουλάει υστερικά το επόμενο μου ποίημα και βουτάει.
Τα βλέμματα στραμμένα πάνω μου, οι περαστικοί παρατηρητές πίνουν μπίρα σε ρημαγμένα μπουκάλια.
Μακάρι να μην ξυπνούσα ποτέ.

***

Στις αεροπλανικές Corvette πριν αυτές καρφωθούν και γίνουν ένα με τον τοίχο.
Στο ουρλιαχτό του φρικαρισμένου Κόκορα που κυνηγάει τη νύχτα σαν δαιμονισμένος μπάτσος.
Πριν τα Άσματα μου γίνουν οι μόνιμες κατοικίες των τρελών, των παλαβών, των ψυχοπαθών.
Στους σκαρφαλωμένους στις ταράτσες των πολυκατοικιών που αγκαλιάζουν και φροντίζουν την ατμόσφαιρα.
Κλαίνε τα παραπονεμένα τους χρόνια και τσακίζονται σαν αθώα μικρά παιδιά.
Κλαίνε τα παραπονεμένα χρόνια, παγώνουν τα χρόνια και σκορπιούνται στα χώματα.
Βροντάνε οι ουρανοί και σαν Λιοντάρια βρυχώνται και σαπίζουν με το βάρος την ατμόσφαιρα.
Στις ανήμπορες έφηβες γυναίκες που σαν γερόντισσες ψιθυρίζουν τις κατάρες και ετοιμάζονται για το μεγάλο κακό.
Για το μεγάλο κακό που θα πέσει στα κεφάλια τους ή για το μεγάλο κακό που θα πέσει στο κεφάλι μου;
Στις κρεβατοκάμαρες που έγιναν νεκροταφεία, στα πιάτα που κατεδαφίζονται στην κουζίνα, στο φαγητό που χύνεται στα τραπέζια.
Και στο σαλόνι που κοιμάμαι όρθιος, ζει ένας θόρυβος, ο μόνος αποψινός θόρυβος που κατασπαράζει τους βουβούς.
Στο θεριό που κατοικεί στην πλάτη μου, ματώνει τους λοβούς μου και με τις χυμένες φωνητικές χορδές στο πάτωμα τραγουδάει ξεδιάντροπα.
Στο φωνακλά Έλριχ των τρελών, τον Αυστριακό με την αστεία προφορά, υπηρέτη της γκουβερνάντας του Εωσφόρου.
Στο ψηλότερο διαμέρισμα του Βερολίνου.
Νερό και αλάτι στις τσέπες μου, διαλύομαι σε νερό, χύνομαι στα φρεάτια και χάνομαι.
Στο Neo Tokyo, στο επόμενο Μυστικό δείπνο για να γευτώ τα οπιούχα εδέσματα.
Στον νεότερο από τους γιους του Ποσειδώνα στο μεγαλύτερο ναυάγιο που μέσα του κατοικούν ταλαιπωρημένες ψυχές.
Μέσα στην σκιά του Πατέρα μου.
Στη γη των λιωμένων εντόμων που κατοικώ απόψε έγινε γιορτή.
Όλοι ένιωσαν τη γιορτή και μεθυσμένοι μέσα στην αεροπλανική μας Corvette λιώσαμε στον τοίχο.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

616 | Τζένιφερ Ντέρλεθ

Mε τους αδιάβαστους στη Γη, εξεταζόμαστε σε θέματα επιβίωσης.
Tα πρωινά δουλεύουν σε σφαγεία με τις μύγες στο μέτωπο κολλημένες.
Πορνεία και ΚΑΖΊΝΟ οι φωλιές τους και πέφτουνε σαν ντόμινο σε σειρά, από το αλκοόλ.
Στραγγαλίζουν τις γκόμενες τους πάνω σε κρεβάτια, μέσα στα διαμερίσματα.
Κατεδαφίζουν τους Πύργους, κρυμμένοι στις σκαλωσιές.
Ψοφάνε για καλημέρες το πρωί, καθώς ο εγκέφαλος βυθίζεται στη βαβούρα από το μποτιλιάρισμα.
Γλείφουνε τις βιτρίνες, γλείφουνε τις εκπτώσεις.
Ζει και πεθαίνει στο δρόμο, πεθαίνει και ζει στο δρόμο.
Παρέα με ένα πόστερ κάποιου καλοκαιρινού νησιού καρφιτσωμένο στον πίσω τοίχο ενός μουχλιασμένου μυαλού.
Οι κυρίες, κουβαλάνε βλέμματα και ρυθμούς.
Την Κάλλας να φωνάζει την Τραβιάτα και τα φτερουγίσματα του αηδονιού.
Το VIVA VERDI.
Πνίγονται από τις καλημέρες και ντρέπονται.
Πίνουν το μιλκσέικ με το τελευταίο ίχνος της απειροελάχιστης θερμίδας.
Γλείφουνε τις βιτρίνες, γλείφουνε τις εκπτώσεις.
Ζυγίζονται, φωτογραφίζονται και χαζοχορεύουν σε trance party.
Αναστατώνουν, προκαλούν και στραγγαλίζονται.
Με τις αδιάβαστες στη Γη εξεταζόμαστε σε θέματα ισορροπίας.

Εγώ πήγα και εξετάστηκα στα θέματα της Marvel πραγματικότητας.
Στη γη 616, αδιάβαστη.
Είχα αντιρρήσεις για όλα τα προβλήματα και έτσι έγραψα για ένα σύμπαν-νησί που όλοι οι ήρωες είναι αράχνες αλλά όχι spidermen.
Γέννησα με τη φαντασία τη μορφή μου.
Με τη σούπερ δύναμη.
Την εμφάνισα ακριβώς απέναντι από το θρανίο μου και την έβλεπα μόνο εγώ.
Έτσι πλησίασα το πιο σπασικλιάρικο παιδάκι και αντέγραψα τις απαντήσεις.
Αρίστευσα και κράτησα την αξιοπρέπεια μου.
Ποια αξιοπρέπεια;
Έχω μια αξιοπρέπεια για κάθε κάθαρμα που γεννάω και αυτό είναι αρκετό.
Χειραγωγούσα και κατεύθυνα με αρμονία το αόρατο είδωλο μου.
Το οδήγησα μπροστά της;
Κλότσησα τη δασκάλα στο καλάμι και την έφτυσα στο σαγόνι και στη μύτη.
Αυτή σάλεψε και έφυγε τρέχοντας από την αίθουσα.
Μιλώντας μόνο για φαντάσματα στους γιατρούς και στους ιερείς.
Υποφέρει.
Ύστερα, ψιθύρισα γλυκά στη σαχλορόκ κουλ γκόμενα του διπλανού θρανίου.
"Το μυαλό σου σε πονάει, άλλαξέ το".
Με αισθάνθηκε, αλλά δε με πρόλαβε.


Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

Ποιήματα για γυναίκες με 8 plus χέρια. | Τζένιφερ Ντέρλεθ

α'
Το κορίτσι που δακρύζει στις σκοτεινές γωνιές των φεγγαριών.
Τα δάκρυα που γίνονται υγροί κομήτες.
Οι άντρες που γίνονται σκοτεινοί λύκοι. Τρώνε τις σάρκες.
Οι γυναίκες που γίνονται υγροί καταρράκτες. Κολυμπάνε στις σάρκες.
Τα μαξιλάρια που γίνονται ονειρικοί κουβάδες. Τρώνε τα σάλια.
Οι ερωτιάρηδες νεαροί εραστές, γίνονται χορευτές. Κολυμπάνε στα σάλια.
Τα μαξιλάρια υποφέρουνε και τρίζουνε και κλαίνε, τα κλωτσάνε πόδια.
Ανάποδα πράγματα εκατόν ογδόντα και η μοίρα έδειξε το κρεβάτι που θα κεραυνοβοληθώ απόψε.


β'
Η συνταγή είναι τόσο απλή και αρχαία. Μυημένη σε γυναικεία εγκεφαλικά χαλάσματα από αντρών τσαρλατάνων τεχνάσματα.
Καθώς χορεύετε σε χασισοσυννεφιασμένους βασιλικούς ρυθμούς. Με πιανίστα το τελευταίο σκελετωμένο σολίστ των Τim Burton ονείρατων.
Με μουσικά υπόβαθρα το τελευταίο σας κόλλημα και λόγο που γράφετε τον τελευταίο σας σποραδικό καημό.
Είστε μόνη και κλαίτε και υποφέρετε και τον θέλετε και το ξέρουμε. 
Τα χέρια σας όταν συγγράφετε, όπως λέτε αγαπητή μου δέσποινα, δεν είναι δύο, είναι πάντα δυνάμεις του δύο, 
τόσα όσα σας επιτρέπει η φαντασία σας, όπως λέτε. Τη φαντασία σας που την έχετε χιλιοδανεισμένη από αφάνταστα ηλίθιες εγκεφαλικές τράπεζες,
φτηνά ξεπουλημένη σε ποιήματα γραμμένα με οχτώ πλας χέρια, μία κούπα τσάι για το λονδρέζικο γόητρο, 
έναν λεβεντόκορμο κύριο με κέρατα και ένα αντισνομπ τραγούδι στο ριπίτ του τελευταίου σας κινητού τηλεφώνου.
Τη φαντασία σας που προκλητικά κλέβω εγώ η Τζένιφερ και γράφω το υποποίημα β' της ενότητας "Η ποίηση ως αντικείμενο ποζεριάς" αυτή τη στιγμή.
Καλό κουράγιο.

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Ματαιότητα | Τζένιφερ Ντέρλεθ

Η απίστευτη ματαιότητα του να είσαι εξωγήινη.

Ένας καθρέφτης κρέμεται αιώνια από τον ουρανό
με παλιά ξεσχισμένα σκοινιά αλλά αντέχει να σου θυμίζει
εσένα αλλιώς.
Εσύ αντέχεις να τον αντικρίζεις, να σου θυμίζεις την αντισυμπαντική σου υπόσταση που σίγουρα έχει περισσότερο ενδιαφέρον από σένα.
Σύρε και γαμήσου τώρα

Κατεβαίνω τη σκάλα του ουρανού περήφανη
άγγελοι και Παναγίες μου γνέφουν, με ζητάνε, με παρακαλούν
τους κάνω κωλόχερο αγέρωχη και συνεχίζω. Η άφιξις μου προβλέπεται αιώνια.

Μόλις έφτασα, η πόλη με υποδέχτηκε με το πιο γκρίζο της φόρεμα
είχα χρόνια να τη δω.
Μέσα μου μουρμουρίζω ευχές, αγάπες και κατάρες
είχα δεν είχα πάλι κοντά της βρέθηκα. Λες και απλώνει
πάνω μου αόρατους ιμάντες. Είμαι κλωστή, ακόμα μια στο αιώνιο πλεκτό της και αν δε με κάψεις δεν μπορώ να φύγω από εδώ.

Οι Θεοί με κοιτάνε αφ' υψηλού και σαρδόνια χαμόγελα στολίζουν
τα ύπουλα πρόσωπα της "δήθεν", της άυλης ύπαρξης.
Χαίρονται για το μπλέξιμο μου και το δείχνουν κάθε στιγμή.
Βριζόμαστε κάμποσους αιώνες, ενώ ξεχνώ να προσπαθώ να λυθώ. Μένω εκεί.
Πεθαίνω εκεί. Ξαναγιεννιέμαι για να πεθάνω εκεί. Με τους φίλους μου τα απόβλητα Της, παραμυθιαζόμαστε και νομίζουμε πως χαιρόμαστε.
Μεθύσαμε και νομίσαμε πήγαμε κόντρα στους αιώνιους, θεούς κηδεμόνες μας.
Κι όταν με κοιτάς νομίζω πως θα σπάσεις τους ιμάντες, μα και εσύ δεμένη και ανόητη είσαι.
Δεν το ξέρεις;

Παρανοϊκές μορφές ρίχνουν τις λεπίδες ματιές τους καθημερινά πάνω μου.
Γι'αυτό κρύβομαι στο σκοτάδι τον τελευταίο καιρό. Εκεί που δεν μπορεί να με αναζητήσει κανείς.
Είναι οι φύλακες μας οι περαστικοί, είναι οι φυλακές μας τα βλέμματα τους.
Είναι βαλτοί, να μας προσέχουν και όταν ξωκύλουμε στα στενά σοκάκια της μεγαλειότητας Tης μας θέλουν γεμάτους αίματα καρφωμένους στην άσφαλτο,
μας κυνηγούν με ψέματα του τύπου:"Eίστε ο τρόμος της, είστε ο βούρκος της."
Είναι οι φύλακες μας οι πεζοί. Είναι βαλτοί απ' τους Θεούς.

Είκοσι φράγκα τα 60 λεπτά μαζί σου. Χαμένη στα αρώματα της σημερινής σου σάρκας.
Είκοσι φράγκα για να μεθύσω και μεθώ και τους ξεχνώ.
Πόσα φράγκα για να μεθύσω παρέα με τη μεγαλειότητα Tης;
Για να με ξεράσει αηδιασμένη από το βρωμερό στομάχι της μια για πάντα.
Πόσες φορές δοκίμασα μάταια να μεθύσω τα βλοσυρά της μάτια. Αλλά μάταια.
Ήταν αυτοί εκεί. Είναι οι φύλακες μας οι πεζοί. Είναι βαλτοί απ' τους Θεούς και δε με άφησαν.

Η Κόρη του Ε.Τ. μου  λέει τέτοιες ανοησίες κάθε φορά που την μεθώ, συντετριμμένη που δεν κατάφερε ποτέ να αφήσει αυτόν το πλανήτη.


Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Κόκκινο | Τζένιφερ Ντέρλεθ


Έξι κατακόκκινα άλογα τρέχουν ελεύθερα στους λαβύρινθους της Αθήνας.
Έξι κόκκινα άλογα πίνουν λυσσασμένα νερό στους δροσερούς κήπους της πόλης.
Πέντε άλογα τρέχουν δακρυσμένα στον πυρήνα της Αθήνας.
Η Ελπίδα ξυπνάει κατακόκκινη και ιδρωμένη.
Ο μεσημεριανός ύπνος στο κρεβάτι με τις φλόγες του καλοκαιριού ποτέ
δεν της έκανε καλό. Εκεί που κουβεντιάζουν οι εφιάλτες συνωμοτικά
ποτέ μην κοιμηθείς.

Η Ελπίδα είναι δεκαεννιά, σαν εμένα, κατοικεί σε ένα φοιτητικό διαμέρισμα.
Όπως λέει η ίδια στα κουφώματα κατοικούν πεθαμένα σώματα παλιών.
Η Ελπίδα είναι αλαφροϊσκιωτη, κοινώς περίεργη, πονεμένη ψυχή, ευαίσθητη και σκοτεινά όμορφη.
Ακούει μελωδίες της τζαζ και όπως λέει η ίδια αθάνατες ψυχές στροβιλίζουν χορευτικά στα ταβάνια της. Ή στα ταβάνια του εγκέφαλού της, λέω εγώ.

Την τελευταία φορά που πήγε για καφέ με τον Μάρκο, 
ένα συνομίληκο σπασίκλα αντικοινωνικό-παιδί με κόκκινο πρόσωπο απ' την ντροπή,
συνεχώς ιδρωμένο με ήπιες απόπειρες κακού χιούμορ,
τον ρώτησε:
-Γιατί να είμαστε τόσο ιδιαίτεροι και να μην ξεκρεμαστούμε από τον ουρανό μια φορά,
γιατί να μη μείνουμε κολλημένοι στο πάτωμα αυτή τη φορά;
-Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς.
-Κοίτα τους γύρω σου και ίσως να με καταλάβεις.

Η Ελπίδα πάντα αισθάνονταν πως ο κόσμος την κοιτάει τόσο περίεργα, 
λες και η ίδια στέκεται ή αιωρείται ανάποδα στο χώρο, δεμένη από τις φτέρνες με αλυσίδες.
Αλυσίδες που είναι δεμένες και αυτές με τη σειρά τους στα σύννεφα, 
ιδίως τις βροχερές μέρες με τα κόκκινα νυχτερινά σύννεφα το ένιωθε περισσότερο αυτό.
Έτσι διάβασα και σας μεταφέρω από το ημερολόγιο της.

Ίσως για τα βλέμματα του κόσμου να έφταιγαν τα μαύρα ρούχα της,πάντα μαύρα, 
και τα μαλλιά της που είχαν την απόχρωση της φωτιάς. Όχι, οι αλυσίδες σας λέω εγώ.
Ίσως να έφταιγε ο περίεργος Μάρκος που έσερνε πάντα μαζί της, σαν πιστό σκυλάκι
και για τις βροχερές μέρες, που το αίσθημα αυτό γίνονταν εντονότερο, 
να έφταιγε το μακιγιάζ της που ξέβαφε από τις σταγόνες και την έκανε ασχημότερη. 
Κανένα σύννεφο και καμιά αλυσίδα, σας λέω εγώ.

Παρόλα αυτά η Ελπίδα είχε πέντε καλούς φίλους, τον ντροπαλό Μάρκο, 
την Ιουλία την ώριμη,τον Αντώνη, αγόρι της Ιουλίας, κάτι σαν αρχηγός της μικρής αυτής συμμορίας. 
Τον Πάτροκλο και τον Φώτη, αυτοί οι δυο ήταν αχώριστοι, 
όλη μέρα μαζί διάβαζαν κόμιξ και έπαιζαν τις κιθάρες τους, αν δεν ήταν φίλοι η ζωή τους δε θα είχε νόημα.

Νόημα δε θα είχε και η ζωή της Ελπίδας 
αν δεν ήταν και αυτοί οι πέντε φασαριόζοι ολονυκτίς στο διαμέρισμα της,
σχεδόν καθημερινά , κάνοντας φασαρίες, 
πίνοντας και παίζοντας μέχρι το πρώτο φως του Αυγουστιάτικου ήλιου.

Μια παρέα δεμένη σαν μια ρομποτική ανώτερη νοημοσύνη, 
με εγκέφαλο και νου της την Ιουλία, φαντασία τις φανταστικές ιστορίες της Ελπίδας, 
ρομποτικά μέλη το σώμα του Αντώνη, την ευαισθησία του γλυκούλη Μάρκου, 
και τη ζαβολιά των "διδύμων" όπως αποκαλούσαν τον Πάτροκλο και τον Φώτη, 
μετουσιωμένη στα δυο μεγάλα ατσάλινα σπαθιά του ρομπότ.
Μια παρέα Φρανκενστάιν με φλέβες, μέταλλα, καλώδια και χαμόγελα, όπως έγραφε η Ελπίδα στις ιστορίες της.

Μια παρέα που την προστάτευαν τελώνια και αόρατες ψυχές. 
Καθημερινές περιπέτειες και ζωηρές ταινίες, με τρύπες στην ιστορία. 
Λίγο αλκοόλ, γενέθλια 19 και τούρτες πολύχρωμες. 
Η θεά η καταραμένη του βάλτου, θεά της σκανταλιάς 
και η θέα από το μπαλκόνι της Ελπίδας, η τσιμεντένια θέα.

Η θεά του βάλτου καλεί το ρομπότ για χορό και πάρτι. 
Ο ατσάλινος Φρανκεστάιν βγαίνει τσιρίζοντας και φτύνοντας χαμόγελα και ατμούς από τα αυτιά του στην πόλη. 
Θέλει να χαλάσει την Αθήνα, προσπαθώντας να κόψει το δέντρο της ζωής, 
το ένα ατσάλινο σπαθί σπάει και γίνεται κομμάτια και δάκρυα.

Τα 100 χιλιόμετρα την ώρα καταμεσής της εθνικής αγκάλιασαν και έκλεψαν το ξίφος.
Η νεράιδα που βγαίνει τσάρκα στις εφτά έβγαλε μια κραυγή και ξύπνησε τα βαριεστημένα κοκορόμυαλα παιδιά και εμένα μαζί, γι'αυτό είμαι εδώ τώρα.
Κανένα τελώνιο δε βρέθηκε να τον προστατέψει, κανένα να τον κλάψει.
Μόνο οι δρόμοι ράγισαν από την πίκρα τους και τα πουλιά έμειναν πεζά εκείνη τη μέρα, να περπατάν στους ραγισμένου δρόμους,
αποδίδοντας τιμή στον ατσάλινο αγαθό γίγαντα που έκλαιγε στη σκιά του δέντρου της ζωής. Έκλαιγε το ένα χαμένο του σπαθί.
Αγκαλιά με το κόκκινο αίμα του προσώπου.

Σελίδα δώδεκα η Ελπίδα το χε δει, σελίδα πεντακόσια είκοσι πέντε, εγώ άργησα να το καταλάβω.
Έξι κατακόκκινα άλογα τρέχουν ελεύθερα στους λαβίρινθους της Αθήνας.
Έξι κόκκινα άλογα πίνουν λυσσασμένα νερό στους δροσερούς κήπους της πόλης.
Πέντε άλλογα τρέχουν δακρυσμένα στον πυρήνα της Αθήνας.

Πάντα είχα ένα σπάνιο χάρισμα. 
Πάντα κατάφερνα να μαζεύω και να ακουμπάω όλο το χαλάζι, τις βροχές και τις θλίψεις
από τα βιβλία που διάβαζα πάνω στο κρεβάτι μου.
Ένα διαμαντένιο δάκρυ κράτησα στο σεντόνι μου και για τον Πάτροκλο.
Δεν το έχω χάσει, το βάζω στο πρόσωπό μου που και που για να τον θυμάμαι.





Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Άλλωστε βρίσκεις όμορφα πράγματα στα σκουπίδια. | Τζένιφερ Ντέρλεθ

1

Οι πόλεις γέμισαν με γκρι θηρία κτίρια.
Τα είδα όταν ξύπνησα την 7η μέρα.

Τα παιδιά αλυσοδέθηκαν στις κολώνες σα σκύλοι
και οι ενήλικες ξεσάλωσαν στις πισίνες σα μοντέλα σε πασαρέλα.

Ο Σποκ κατέβηκε από τον ουρανό με ποπ κορν.
ο Τζόνι Κέιτζ βαρέθηκε να βαράει περαστικούς στα αρχίδια σε στάση σπαγγάτο.

Και ο Μοντεσάντος επέστρεψε φάντασμα βρεγμένο στις θάλασσες
το έσκασε λέει από το τρελοκομείο.

Ο Πιανίστας του soundtrack τρελάθηκε και άρχισε
να πυροβολεί το πιάνο του με μια καραμπίνα.

Πήγε και έγινε ντράμερ έμαθα, δεν άντεξε.
Τα ζώα το έσκασαν από το ζωολογικό.

Βγήκαν στους δρόμους, ξενέρωσαν όμως
και κλειδώθηκαν από μόνα τους στα κελιά τους.

Ρώτησα ένα πίθηκο τι γίνετε, ο τυπάς αρνήθηκε
να μου πει οτιδήποτε. Τον πυροβόλησα στο κεφάλι.

Ο Πεισματάρης Τιβέριος , ο μαλάκας αυτός που κατοικεί
στο πίνακα πάνω από το κεφάλι μου δηλαδή,

κατουρήθηκε στις 3 τη νύχτα και μούσκεψε
το τοίχο και το πρόσωπό μου.

Πυροβόλησα το στρατηγό στο κεφάλι.
Πριν πεθάνει χέστηκε πάνω του, λέρωσε τον πίνακα.

Οι συμμαθητές μου αυτοκτόνησαν, κρεμάστηκαν σε σειρά στην ταράτσα μου.
Ωραία. Χαίρομαι, θα μας μείνουν όλα τα γλυκά, η κόκα κόλα και οι πίτσες.

Την 8η μέρα, βγήκα βόλτα με τον Άντριου Σάλιβαν.
Ήπιαμε καφέ και γράψαμε ποίηση.

Οι πολυκατοικίες τραγουδάνε.
Καλωσορίζουν τα παιδιά στα κοιμητήρια.

2

Τα παιδιά στα κοιμητήρια χαιρετάνε
μου γνέφουν, φοράνε τα καλά τους
και κάνουνε πάρτι.
Ξενέρωτα πάρτι.

Τα σνομπάρω γιατί είναι ηλίθια,
ηλίθια που πέθαναν και μ'άφησαν μόνη
στην πόλη με έναν γέρο μόνο για παρέα.
Αχ, τι απελπισία.

Το μόνο ωραίο που μπορούμε να προσφέρουμε
στην κοινωνία είναι η ύπαρξη μας.
Δεν υπάρχει κοινωνία στα χαλάσματα.
Υπάρχει μόνο αίμα.

Η κοινωνία μεταφέρθηκε στα κοιμητήρια
και γω το μόνο που προσφέρω σε αυτή
είναι γλυκά κάτουρα στους τοίχους.
Επιτέλους μόνη, σχεδόν μόνη.

Σαν έμεινα σχεδόν μόνη, έγινα η σκύλα
της πόλης, περιφέρομαι με ένα μπουκάλι
και γαβγίζω στα αυτοκίνητα τα άδεια.
Βαριέμαι.

Πηγαίνω στις χλιδάτες πισίνες και δαγκώνω
τα σάπια πτώματα των ενηλίκων.
Διαβάζω αποσπάσματα από πορνογραφίες
δυνατά σε μικρόφωνο μέσα στις εκκλησίες.

Κάθε Κυριακή έχω ραντεβού με τον Σάλιβαν.
Γράφουμε αμαρτωλή ποίηση μέσα σε καφετέριες
με νεκρές ζόμπι σερβιτόρες, που μα σερβίρουν
λέγοντας μας νεκρές καλημέρες.

Το μόνο ωραίο που μπορούμε να προσφέρουμε
στην κοινωνία είναι η ύπαρξη μας.
Το μόνο ωραίο που μπορούμε να προσφέρουμε
στην ποιήση είναι οι κάδοι με τα σκουπίδια.
Άλλωστε βρίσκεις ωραία πράγματα
αν ψάξεις στα σκουπίδια.

Ακόμα βαρετά είναι εδώ.

3

Το τρία, τι να πεις για το τρία αγαπητέ Ματ Μέρντοκ;
Το τρία ήταν το αγαπημένο σου ποίημα μόλις
στο διάβασα, από τη ζήλια σου το έκαψες
με τον αναπτήρα σου μπροστά μου και άναψες ένα τσιγάρο.

Σου έδωσα ένα χαστούκι και έφυγα. Αφιερώνω το τρία
σε όλες τις κατάρες που ευχήθηκα να πάθει η κακομούτσουνη φάτσα σου.


4

Καταιγίδα σπέρματος χύθηκε στα αυτιά μου.
Οι πάνω μου, γαμιούνται από πάνω μου και τους σιχαίνομαι.

Τους σιχαίνεται και η σκούπα μου, που βροντάει
τα ταβάνια αυτή τη στιγμή που σας γράφω.

Τους σιχάθηκε και το μπουκάλι μου με το τζιν.
Που αδειάζει αυτή τη στιγμή που σας γράφω.

Τους σιχαίνεται το ρολόι μου και οι μπαταρίες του.
Που σταμάτησε στην ένδειξη 5 και 34 τα χαράματα.

Τους σιχάθηκε και το τελευταίο μου όνειρο και ο σκηνοθέτης.
Τελείωσε πριν ο πρίγκιπας παντρευτεί την πριγκίπισσα Χταπόδη.

Τους σιχάθηκε και Ο Λουί Άραγκον, και κρύφτηκε
ανάθεμα να ξέρω που στο διάολο κρύφτηκε και τον ψάχνω άγρυπνη και βαρεμένη.

Στην τηλεόραση δείχνει χόρορ με σπλατιερές.
Χασμουριέμαι νυσταλέα και μου μπαίνουν ιδέες.

Τους σιχάθηκε και το τσεκούρι μου
που έχει καρφώσει το βλέμμα του πάνω μου συνοδευμένο με ένα ύπουλο γελάκι.

Παίρνω το σιχαμένο τσεκούρι μου
και χτυπάω το κουδούνι των από πάνω με χαμόγελο.

5

Το 5 είναι αφιερωμένο στη συλλογή τρία.
Στη συλλογή που δε θα σκεφτεί ποτέ κάποιος να γράψει.
Στη συλλογή που δε θα γραφτεί ποτέ.
Στη συλλογή που θα έφερνε τη συντέλεια της ποίησης.
Τη συντέλεια των θεών, που θα τη διάβαζαν βαριεστημένα
στα κατεδαφισμένα ,θρύψαλα παλάτια τους και θα αυτοκτονούσαν.

Το 5 είναι αφιερωμένο, σε όλα τα χαρτιά
με βαμμένα μπλε στιχάκια και σε όλους
τους τοίχους με τις ματαιόδοξες τους προσπάθειες για φτιασίδωμα.
Μοντέρνες γυναίκες κουτουλάνε ζαλισμένες σε μοντέρνους τοίχους.

Τα καταπληκτικά ποιήματα της συλλογής τρία
είναι αφιερωμένα σε όλους τους εραστές με τα υγρά μάτια.
Νομίζω είναι ποιήματα ερωτικά και αμαρτωλά, τα χάραξα στον εγκέφαλο μου
τα διάβασα στα κρυφά σε ένα σκοτάδι μυστικό και σαγηνεύτηκα.

Τα ποιήματα της συλλογής τρία και το ποίημα 5 της συλλογής δύο
είναι αφιερωμένα στα κορίτσια που θα αγαπηθούν δύσκολα
ή δε θα αγαπηθούν ποτέ, γιατί είναι σκληροτράχηλες γάτες
και όχι αγαπησιάρικα κουτάβια υποταγμένα στους άντρες.

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Εωσφόρος | Τζένιφερ Ντέρλεθ

Εγκλωβισμένη για νύχτες σε αιώνιες δηλητηριασμένες ατμόσφαιρες
που δεν έφτιαξα εγώ.
Βαριέμαι ακόμα και να τους φωνάξω "Βαριέμαι¨.
Περικυκλωμένη από το άγευστο σκοτάδι τους
και χωμένη σε ένα κυβικό κελί.
Να σπαρταράω και να καταριέμαι κάθε λεπτό που περνά.
Τοποθετημένη στο κέντρο του ενδιαφέροντος τους,εξουθενωμένη, σχεδόν νεκρή
να σέρνομαι να φτάσω στην έξοδο ,έχοντας ξεμείνει από ανάσες και τσιγάρα.
-Είμαι μεθυσμένη.
-Δεν είσαι μεθυσμένη.
-Είμαι ζαλισμένη.
-Δεν είμαι ζαλισμένη.
-Είναι άλλη μια νύχτα.
-Δεν είναι άλλη μια νύχτα.
Άρχισα να φοβάμαι πρώτη φορά τόσο έντονα.
Μου το ψιθυρίζει η καρδιά μου,το φωνάζει το υγρό μου μέτωπο.
Στο δωμάτιο έπαψα να είμαι μόνη.
Ουράνιοι πατέρες,φωνές,μορφές και άλλες τέτοιες λογοτεχνικές αηδίες με πλησιάζουν.
Θέλουνε να με καταπιούν ,να μου ξεσκίσουν με τα λόγια τους τα μαχαίρια
την πέτσα και να με ξεφορτωθούν.
Πονάει η καρδιά μου,πονάνε τα νεφρά μου,
ποναν' τα κύτταρα μου, πονάνε τα παιδιά μου.
Πονάμε.Πονάμε.Πονάμε.Πονάνε.Πονάμε.Πονάμε.
Πονάμε.Πονάνε.
Πονάτε;
Μία σκοτεινιάζει,μία έχει ήλιο,μία συννεφιάζει
ψάχνω να βρω τι στα σκατά το νου μου διαταράζει.
Ψάχνω να βρω τον ήλιο.Ψάχνω να βρω το φίλο.
Ψάχνω να βρω τον χρόνο.Ψάχνω να βρω το γρύλο.
Ξημέρωσε, ήρθε και με βρήκε ο Εωσφόρος.
Μπήκε μια δυνατή γουλιά αέρα στα πνευμόνια μου.
Ξαναείδα την ελπίδα.Άλλη μια νύχτα.


Μια νύχτα νομίζω πως τρελάθηκα. | Τζένιφερ Ντέρλεθ

Ατσάλινο μπαούλο.
                 
Κλείδωσα την τελευταία νύχτα σε ένα ατσάλινο μπαούλο.
Πετάω το κλειδί, φαντάζομαι πόσο θλιβερές βραδιές θα ζήσουν οι άνθρωποι του μπαούλου και γελάω υστερικά.
H τραγική κοινωνία μόλις απέκτησε ακόμη μια θλιβερή ανώνυμη ιστορία.
Ανόητη γυναίκα, ανώριμη κοπέλα. Τους καταριέμαι και γελάω υστερικά.
Οι σκιές οι μαύρες να τους κυνηγάνε καθημερινά.
Είναι ήδη καταραμένοι, μια ακόμα κατάρα δε θα τους βλάψει, δε θα τους πειράξει.
Οι άνθρωποι οι παντοτινά κλεισμένοι στο μπαούλο μου έχουν μάθει να κουβαλάνε ομπρέλες καθημερινά
για να φυλάσσονται από τις μαύρες μπόρες. Έχουν κάνει βιβλία τους τις ασπρόμαυρες μου φωτογραφίες και κοιμούνται με αυτές.
Έχουν κάνει όπλα τους τις αναμνήσεις και φρούρια τα άδεια κουτάκια με τα σοκολατάκια που θυμίζουν εσένα κι εσένα.
Άγνωστο σε μένα για το πόσο έτοιμοι είναι, οι άνθρωποι του μπαούλου με τις μπόρες θέλουν να δραπετεύσουν από το ατσάλινο κουτί.
Οι άνθρωποι με τις μπόρες θέλουν να βγουν και να με κεράσουν γλυκό θάνατο σε ραγισμένο ποτήρι με κόκκινο κρασί.
Εγώ σκύβω στοργικά πάνω από το μπαούλο και τους κρυφακούω να βασανίζονται, να επιβιώνουν τις μέρες τους, να συνομωτούν εναντίον μου και γελάω υστερικά.
Θα αναρωτιέστε πως μπόρεσα και έβγαλα απ' τη μήτρα μου μια τέτοια φετιχίστρια θεά;
Γέννησα δεκαεννιά τέτοιες, μια γέννα για ένα έτος της ζωής μου, όλες κατοικούμε στο βασιλικό μου διαμέρισμα.
Όλες λεπτεπίλεπτες με καθώς πρέπει τρόπους, ελαφρώς αθάνατες και καλοθρεμμένες. Κατοικούμε στο βασιλικό μου διαμέρισμα.
Οι δεκαεννιά θεές μαστιγώνουν με μανία και αίμα τους άνθρωπους με τις μπόρες. Ήθελαν λέει να το σκάσουν απ' το κουτί που τους έβαλα τότε.
Η μητέρα τους τις χαζεύει από το σαλόνι πίνοντας ένα ποτήρι κονιάκ.


Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

"Το λευκό σπίτι με τα κάγκελα." | Τζένιφερ Ντέρλεθ

Τον βλέπεις εκείνο τον τιποτένιο τενεκέ;
Ο Μαρκ είναι, το καστανόξανθο, χλωμό αγόρι.
Ο Μαρκ μου έχει κλέψει την καρδιά, τριγυρίζει με αυτή
καλά κρυμμένη στο πορτοφόλι του, παρέα με 20 δολλάρια
για αλκοόλ, μπέργκερ και τσιγάρα.

Πάνε οι καιροί που δεν κάπνιζα, τώρα καπνίζω σα μανιακή
για να τον συναντώ μέσα στους καπνούς.
Κάθε μου τσιγάρο , μια τρίλεπτη συνάντηση μαζί του.
Τυχεροί οι δαίμονες που με παρέσυραν μαζί του, τη δουλειά τους κάνουν.
Άτυχη εγώ που ερωτεύτηκα και βάρυνα τους πνεύμονές μου με πέντε κιλά καθαρό θάνατο.
Κι όλα αυτά για να τον βλέπω.

-Κυρία Άναμπελ,δεν είμαι καλά!Υποφέρω λέμε!
-Το ξέρω μικρή μου, εγώ είμαι εδώ.
Η κύρια Άναμπελ δεν ψελλίζει ποτέ παραπάνω από μια δυο προτάσεις ή αυτό
πάντα θυμάμαι εγώ καθώς ξυπνάω με ένα κεφάλι σα χιλιοχτυπημένο από τσιμεντένιες
μπουνιές δώδεκα ώρες μετά. Κάθε μέρα , κάθε μήνα , δέκα μήνες. Πόσο θα κρατήσει;
Αναθεματισμένα άσπρα σκηνικά. Για μένα το άσπρο είναι το χρώμα της κόλασης.

Τον βλέπεις εκείνο τον τιποτένιο τενεκέ;
Ο Μαρκ είναι, είμαι ερωτευμένη μαζί του.
Χαζεύω τον αέρα να καλεί σε χορό το καστανόξανθο μαλλί του καθημερινά
από το λευκό μου σπίτι με τα κάγκελα.


Από την ποιητική συλλογή "Βλέπεις το μοβ Λονδίνο;"