Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Ρίτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Ρίτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Η κόρη | Γιάννης Ρίτσος

Δεν είχε τίποτ'άλλο για ν'αντισταθεί- δεκαοχτώ χρονώ κορίτσι-
μόνο δυό χέρια λιγνά , πολύ λιγνά, ένα φόρεμα μαύρο,
τη θύμηση από 'να ψωμί πολύ προσεχτικά μοιρασμένο
κι αυτό που λέγαμε «πατρίδα» κρυφά μιλημένο τις νύχτες.

Όταν την έριξαν μες στο σκοτάδι, δεν είχε φωνή να μιλήσει.
Τ'άλλα κελιά δεν την ακούσανε. Μονάχα το πουλί της Περσεφόνης
της έφερε σ'ένα μαντήλι λίγους σπόρους ροδιού και τα παιδιά
τη ζωγράφισαν στα μαθητικά τετράδια τους, κάτω απ'τη λάμπα
μια μικρή Παναγιά σε μια καρέκλα λαϊκού καφενείου
με πολλά ψάρια και πουλιά στους όμως και στα γόνατά της.


Κυριακή 10 Ιουνίου 2018

Kαπνισμένο τσουκάλι | Σίμος Ανδρονίδης


‘Καπνισμένο Τσουκάλι’
«Ήταν όμως κι ένας σκύλος που ούρλιαζε, Σώπασε πια, πρέπει να ήταν ο τρίτος πυροβολισμός, Καλύτερα, απεχθάνομαι ν’ ακούω σκύλους να ουρλιάζουν» (Ζοζέ Σαραμάγκου, ‘Περί Φωτίσεως).





Η ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου με τον τίτλο 'Καπνισμένο Τσουκάλι'[1] εγγράφεται στο πεδίο και στο περιεχόμενο της 'φορτισμένης' ελληνικής ιστορίας, στο χασματικό πεδίο του εμφυλίου πολέμου (1946-1949), καθότι γράφτηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων στο Κοντοπούλι της Λήμνου, την περίοδο 1948-1949. Η ίδια η ιστορία «συλλαμβάνει» το ποιητικό συμβάν[2], για να ανατρέξουμε (παραφράζοντας ελαφρά) στην περί ιστορίας ανάλυση του Gilles Deleuze.

Πολιτικός κρατούμενος και ο ίδιος, βιώνει τις μετατοπίσεις της εμπρόθετης γενεαλογικής 'αφιλίας', την ευρύτητα της 'σύλληψης' της έννοιας του 'απάτριδος εχθρού', τις συνθήκες εγκλεισμού που όμως, δύνανται να παράγουν & να αναπαράγουν όψεις και τάσεις χειραφέτησης που 'εδαφοποιούνται' στο εσωτερικό του ποιήματος, το οποίος δια-κρατεί μία φυγόκεντρη ρυθμικότητα, προσιδιάζοντας προς την δόμηση και την έκφραση του 'άλλου' εαυτού: μία συλλογικότητα ή μία συντροφικότητα που αθροίζει τις σιωπές ενός εκάστου..


Διαμεσολαβώντας την τομή του δικού του 'τραύματος', ο Γιάννης Ρίτσος, στο 'Καπνισμένο Τσουκάλι'[3] προσεγγίζει τους όρους εμπιστοσύνης προς μία ποιητική κειμενικότητα η οποία συγκροτείται ενώπιον μίας ιστορίας που μαίνεται και εξελίσσεται σωρευτικά..

Σε ώρες και εποχές επωδυνότητας, σε συνθήκες εγκλεισμού σε έναν τόπο πρόσληψης της ‘ιερής εθνικοφροσύνης’: «Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει. Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα, γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα, γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα. Πολύ κρύο εφέτος».[4]

Το συρματόπλεγμα αναπαράγει και οριοθετεί τον χώρο του στρατοπέδου, φέρει προβολές και εγκλήσεις σταθμίσεως των σωμάτων, σημαίνει την ίδια την ιδιαιτερότητα του: την αντανάκλαση των πολιτικών-ιδεολογικών όρων διεξαγωγής του εμφυλίου πολέμου. Και ο ‘άνεμος’ εκλύει μνήμες, επιτηρήσεις και κανόνες.

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Γυμνό σώμα | Γιάννης Ρίτσος


Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.

Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.

Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.

Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.

Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.

Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;

Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.

Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.


Τρίτη 8 Αυγούστου 2017

Η σονάτα του Σεληνόφωτος | Γιάννης Ρίτσος

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη
γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει
φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις
ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η
Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να’ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να’ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις
πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.
Άφησε με να’ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο
του φουστανιού μου
σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).
Άφησε με να’ ρθω μαζί σου

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να’ρθω μαζί σου.