Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοκριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοκριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2023

Βιβλιοκριτική | Elizabeth Strout- Όλιβ Κίττριτζ | Νινέτα Πλυτά




Ξενόγλωσσος Τίτλος: Olive Kitteridge 
Εκδόσεις: Άγρα
Μεταφράστρια: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Χρονολογία έκδοσης: 2020
Αριθμός σελίδων: 368

Ζώντας σε μια μικρή κοινωνία, αυτό το βιβλίο με άγγιξε. Τόσο απλό αλλά και τόσο σημαντικό ταυτόχρονα. Οι άνθρωποι φαίνονται καθημερινοί και συνηθισμένοι. Μέχρι που αποκαλύπτεται ότι δεν είναι έτσι ακριβώς. Όλοι έχουν τις δικές τους ιδιαιτερότητες και παραξενιές, τα δικά τους μυστικά. Τους βλέπουμε να μεγαλώνουν, να εξελίσσονται, να βαραίνουν συναισθηματικά  και να ανέχονται την αδιακρισία του κόσμου. "Ο κόσμος έχει παρατηρήσει μια αλλαγή στον Χένρυ" είπε η Σύνθια Μπίμπερ.  "Αλλά και σ' εσένα. και ίσως η συμβουλευτική κρίσεων να είχε βοηθήσει είναι κι αυτό μια σκέψη. Ίσως μπορεί ακόμα και τώρα να βοηθήσει" (άνετα θα της πετούσα το βιβλίο στο κεφάλι της μαντάμ αλλά για καλή της τύχη είμαι κατά της βίας).

Ενδιαφέρουσα είναι και η επιλογή της πρωταγωνίστριας: μία συνταξιούχος καθηγήτρια που άλλοτε μπαίνει στις ζωές των προσώπων και άλλοτε τους παρακολουθεί από μακριά. Τους περισσότερους όμως τους γνωρίζει προσωπικά: είτε ως πρώην μαθητές/τριες της είτε ως γείτονες. Η ίδια δεν είναι και ο πιο συμπαθής άνθρωπος. Είναι δύσκολος χαρακτήρας, ιδιότροπος (όλοι όμως δεν είμαστε ως έναν βαθμό; ). Οι ιδιότητές της ως μητέρα και σύζυγος είναι αυτές που την απασχολούν περισσότερο, όχι όμως με τον αναμενόμενο τρόπο. Δεν υπερκαλύπτουν την υπόλοιπη προσωπικότητά της. Όσο περνάνε τα χρόνια τη βλέπουμε να αναλογίζεται όσα έζησε, και κυρίως τη σχέση με τον γιο της. Το πώς καταλήγει αυτή η σχέση είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα επίσης ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας, ρεαλιστικό, χωρίς ωραιοποιήσεις για να μη μας χαλάσει τη μέρα. 

Κάτι που ίσως έχω ξαναπεί είναι ότι μου αρέσει που η στροφή της εποχής μας προς την ψυχολογία του ατόμου αποτυπώνεται και στη Λογοτεχνία (πώς όχι άλλωστε; ). Η πραγματικότητα δεν είναι πια τόσο γυαλιστερή και ήρεμη. Τα "κάτω απ' την επιφάνεια" που είναι κοινά μυστικά αλλά κρυμμένα στους 4 τοίχους αποκαλύπτονται. Αυτό νομίζω κρατάω εγώ απ' αυτό το βιβλίο.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

Βιβλιοκριτική | Beth O' Leary - Οι συγκάτοικοι | Νινέτα Πλυτά




Ξενόγλωσσος Τίτλος: The Flatshare
Εκδόσεις: Πατάκης
Μεταφράστρια: Ειρήνη Αποστολάκη
Χρονολογία έκδοσης: 2020
Αριθμός σελίδων: 496


Αγαπητή κυρία Ο' Λίρυ, 

Το βιβλίο σας ήταν καταπληκτικό! Δεν πρόκειται για μία απλή ρομαντική-κοινωνική ιστορία. Για μένα ήταν ένα βιβλίο με επίκαιρα μηνύματα, που θα σύστηνα σε κάθε άνθρωπο, οποιασδήποτε ηλικίας. Μπορεί η συναισθηματική κακοποίηση στο βιβλίο να γινόταν από άντρες προς γυναίκες αλλά στην πραγματικότητα μπορεί να συμβεί σε όλους, ανεξαρτήτως φύλου. 

Για μένα, αυτό το βιβλίο δεν ήταν μόνο μία αστεία ιστορία συγκατοίκησης (παρεμπιπτόντως πολύ έξυπνη ιδέα η μοιρασιά του κρεβατιού. Ό,τι πρέπει για να ελαφρύνει το κλίμα). Ήταν μια ιστορία για τη συναισθηματική κακοποίηση, τόσο φανερή στους άλλους αλλά τόσο καλά κρυμμένη απ' το ίδιο το θύμα. Παρακολουθούμε την Τίφφυ να περνά από όλα τα στάδια της συνειδητοποίησης (φόβος, στεναχώρια, αμφιβολία, πόνος, θυμός, οργή) την ίδια ώρα που η κακοποίηση συνεχίζεται. Πόσες και πόσες τέτοιες συμπεριφορές δεν έχουμε ζήσει ή ακούσει; Ίσως και να τις έχουμε εκδηλώσει εμείς οι ίδιοι, δεν αποκλείεται. Δίπλα στην Τίφφυ όμως βρίσκεται ο Λίον, ο λιγομίλητος και εσωστρεφής Λίον, με τα δικά του οικογενειακά προβλήματα. Ο Λίον όμως έχει και έναν άσσο στο μανίκι του: έχει γίνει μάρτυρας μιας τέτοιας συναισθηματικής κακοποίησης, έχει δει τι κάνει στους ανθρώπους και πόσο τους στιγματίζει, και γι' αυτό είναι σε θέση να σταθεί σαν ακλόνητος βράχος δίπλα στην διαλυμένη Τίφφυ.  

Ο λόγος που σχολιάζω τόσο βαθιά την πλοκή, με τον κίνδυνο να προβώ σε spoilers, είναι ότι αυτό το βιβλίο μάς ανοίγει τα μάτια σχετικά με 3 τύπους ανθρώπων: του θύτη- κακοποιητή, του θύματος και αυτών που στάθηκαν δίπλα στο θύμα (πέρα απ' τον Λίον,  η Τίφφυ είχε κοντά της και την παρέα της). Βλέπουμε δηλαδή τις κακοποιητικές συμπεριφορές που μπορεί να στιγματίσουν κάποιον, τις συνέπειες αυτών αλλά και τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να βοηθήσουμε το θύμα, πρώτα να συνειδητοποιήσει κι έπειτα, με τον καιρό, να ανακάμψει. 

Συγκλονιστικό βιβλίο, κυρία Ο' Λίρυ! Τόσο ρεαλιστικά δοσμένο
 
το πόσο έβρισα τον Τζάστιν δε λέγεται. Γέλασα όμως και αρκετά. Αλλά κυρίως προβληματίστηκα. 

                                                                                                Νινέτα, xx

Υ.Γ.1 Η μορφή επιστολής εμπνευσμένη απ' τα post-it της ιστορία.

Υ.Γ.2 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Βιβλιοκριτική | Βίβιαν Στεργίου - Δέρμα | Νινέτα Πλυτά



Εκδόσεις: Πόλις
Χρονολογία έκδοσης: 2022
Αριθμός σελίδων: 360

Δεν συνηθίζω να διαβάζω διηγήματα. Είμαι περισσότερο της πλοκής και του <<και μετά; και μετά;>>. Παρόλα αυτά απόλαυσα πολύ αυτή τη συλλογή!

Επέλεξα να διαβάσω το συγκεκριμένο βιβλίο μετά από διάφορα αποσπάσματα και συνεντεύξεις της συγγραφέως που μου άρεσαν. Με κέρδισε ήδη απ' το πρώτο κείμενο αλλά είχα την αγωνία αν θα συνεχίσει να με ενθουσιάζει <<και μετά>>. Τελικά συνέχισε. Και θα σας πω γιατί. 

Αρχικά, λατρεύω αυτό το στιλ γραφής που θίγει επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα με ειρωνεία και σαρκασμό. Το ύφος αυτό επιτυγχάνεται άλλοτε με τριτοπρόσωπη άλλοτε με πρωτοπρόσωπη αφήγηση (καμιά φορά ακόμη και με δεύτερο πρόσωπο) και με τον personal favorite μου ελεύθερο πλάγιο λόγο. Όλα αυτά δεν τα αναφέρω επειδή είμαι φιλόλογος και θέλω να κάνω επίδειξη γνώσεων αλλά επειδή θεωρώ ότι στη μικρή φόρμα παίζουν μεγάλο ρόλο στην αναγνωστική απόλαυση. Τουλάχιστον αυτό συνέβη μ' εμένα. 

Επίσης, θα έλεγα ότι το ύφος δοκιμιο-φέρνει (και το αγάπησα γι' αυτό). Αν ήμουν Γ' Λυκειου θα το κατέτασσα στο λογοτεχνικό-στοχαστικό δοκίμιο. Οι ιστορίες έχουν πλοκή, που όμως διακόπτεται από τους εκτενείς συνειρμούς - παρεκβάσεις του αφηγητή ή της αφηγήτριας, οι οποίοι μου θυμίζουν περισσότερο άρθρα με καταγγελτικό τόνο παρά αποσπάσματα από διηγήματα (για τη συγκεκριμένη παρατήρηση άφησα την φιλολογική μου ιδιότητα και τα συγγράμματα με τα χαρακτηριστικά του διηγήματος στην άκρη και μίλησα ως αναγνώστρια). Και αυτός ο μακροπερίοδος λόγος που ξεπερνά του Θουκυδίδη και μπορεί να βρεις τελεία μετά από μία σελίδα αλλά αποδίδει ακριβώς αυτό τον ασθματικά γρήγορο ρυθμό που γίνονται όλα ή το άγχος που νιώθουν οι άνθρωποι, των οποίων τα πτυχία βρίσκονται σ' ένα σκονισμένο συρτάρι ενώ οι παραγγελίες έρχονται ασταμάτητα και τα έξοδα τούς κατατρέχουν; Κι αυτόν τον αγάπησα θα ήταν ωραίο παράδειγμα στο μάθημα της Έκθεσης για το πώς ο τρόπος που γράφουμε συμβάλλει στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Κι έπειτα επιστρέφουμε και πάλι στην ιστορία, εν είδει αποφόρτισης από την ένταση των συνειρμών. Μέχρι την επόμενη αφορμή. 

                                               

Ενδιαφέρον είναι και ο τρόπος που επιλέγει η συγγραφέας να δομήσει τη συλλογή: τα διηγήματα σχετίζονται ανά δύο και οι ιστορίες κάθε ζεύγους αλληλοσυμπληρώνονται είτε άμεσα είτε έμμεσα. Το αγαπημένο μου ήταν το ζευγάρι με το νούμερο Εφτά.

Ως προς τα θέματα, τα διηγήματα με άγγιξαν πολύ γιατί θίγουν ζητήματα που με έχουν απασχολήσει αρκετά το τελευταίο διάστημα. Πέρα από τα κοινωνικά, όπως η θέση της γυναίκας, η πατριαρχία, η σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο της εργασίας και του Πανεπιστημίου, η θέση των social media στη ζωή μας, το body shaming κ.ά., θίγονται ταυτόχρονα και θέματα ακαδημαϊκά, όπως η αντίληψη των -πρακτικών- Ελλήνων για τους θεωρητικούς <<που λένε ότι είναι θεωρητικοί σαν ν' απολογούνται>> ερευνητές, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι φοιτητές, οι οποίοι καλούνται να εργάζονται ταυτόχρονα για να βιοποριστούν αλλά και εκείνοι που έχουν το προνόμιο να διαβάζουν χωρίς να εργάζονται. Τα πιο αγαπημένα μου, προφανώς, είναι αυτά που αφορούν τους νέους. Πέρα απ' τα ακαδημαϊκά, υπάρχουν ολόκληρα διηγήματα που αναφέρονται στις εργασιακές συνθήκες στην Ελλάδα, το brain drain, τη νεανική ανεργία, τους digital nomads ή expats, όπως τους αναφέρει η συγγραφέας. 

Ομολογώ ότι αναρωτιόμουν μήπως τα θέματα που θίγονται αφορούν τους λίγο μεγαλύτερους από εμένα, τη γενιά των 30+, που γεννήθηκαν σε μια εποχή που όλα φαίνονταν εφικτά και κατέληξαν να προσπαθούν να σταδιοδρομήσουν σε αυτή που ζούμε σήμερα. Τελικά διαψεύστηκα. Τα κείμενα αυτά με αφορούν και, δυστυχώς, μάλλον θα αφορούν τους νέους για αρκετά χρόνια ακόμα. 

Συμπέρασμα: Ως μία 26χρονη που «ζει το μπέρδεμα από γεγονότα που σε χτυπάνε κατακέφαλα χωρίς να βγάζουν απολύτως κανένα νόημα, πέρα απ' το ότι απλώς σε οδηγούν στο μέλλον σου εντελώς ξαφνικά» έχω να πω το εξής: η Στεργίου καταφέρνει τον στόχο της, να εκπροσωπήσει τη νέα γενιά στη λογοτεχνία, και αυτός είναι ο λόγος που συνιστώ να διαβάσετε αυτό το βιβλίο, είτε είστε νέοι που παλεύετε να ορθοποδήσετε, είτε όχι.

Υ.Γ. Εξοπλιστείτε με μολύβι, θα σας χρειαστεί. 

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

Βιβλιοκριτική | Μεταξία Κράλλη- Σύρα Σάκρα | Νινέτα Πλυτά



Εκδόσεις: Ψυχογιός 
Χρονολογία έκδοσης: 2022
Αριθμός σελίδων: 734

«Άραγε υπάρχει ερωτική ευτυχία σ' αυτόν τον κόσμο;» Το ερώτημα αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να συνοψίσει τις ιστορίες που περιλαμβάνονται μέσα σ' αυτό το βιβλίο. 3 βασικές ιστορίες γύρω απ' τις οποίες εκτυλλίσονται κι άλλες, λιγότερο βασικές. Μέσα από αυτές τις ιστορίες η Μεταξία Κράλλη μάς ταξιδεύει στη Σύρο του 19ου αιώνα aka την αγαπημένη μου εποχή από την ιστορία του νησιού μου. Αγαπώ αυτή την εποχή καθώς τότε ήταν που η Σύρος άνθισε οικονομικά και πολιτισμικά. Το βιβλίο όμως δεν δίνει τόσο έμφαση σε αυτούς τους τομείς όσο στον θρησκευτικό, ο οποίος έχει εμπνεύσει αρκετούς συγγραφείς τα τελευταία χρόνια λόγω της συνύπαρξης καθολικών και ορθοδόξων.

Στην εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία, καθολικοί και ορθόδοξοι δεν είχαν τόσο καλές σχέσεις. Ήταν χωροταξικά διαχωρισμένοι (Άνω Σύρος και Ερμούπολη αντίστοιχα) και απέφευγαν τους γάμους μεταξύ τους. Φέρνοντάς το στο σήμερα, με χαρά σας πληροφορώ ότι, ευτυχώς, δεν υπάρχουν πια οι διακρίσεις με βάση το δόγμα. Ακόμα μπορεί κανείς να καταλάβει το δόγμα με βάση τα επίθετα, αν και οι καθολικοί είναι φανερά λιγότεροι απ' ό,τι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Σύρου. Επίσης γίνονται και μεικτοί γάμοι (εγώ π.χ. είμαι απόγονος ενός τέτοιου γάμου, όπως και πολλοί άλλοι).

Το βιβλίο μού άρεσε πολύ. Παρόλο που ήταν αρκετά εκτενές, δεν μπορούσα να το αφήσω απ' τα χέρια μου. Η γιαγιά μου, που το διάβασε πρώτη, είπε ότι την μπέρδεψαν και την κούρασαν τα πολλά ονόματα. Δεν την αδικώ σ' αυτό. Κι εγώ, αν δεν το διάβαζα όλο σε μερικές μέρες, ίσως να μπερδευόμουν. Τα δευτερεύοντα ονόματα, όμως, έκαναν φανερή, κατά τη γνώμη μου, την ενδελεχή έρευνα της συγγραφέα για την ιστορία του νησιού. Τα περισσότερα απ' αυτά τα γνώριζα, πολλά απ' αυτά αποτελούν ονόματα οδών πλέον (κι ας μην τα πηγαίνουμε καλά με τις οδούς εδώ στη Σύρο).

Είναι ωραία εμπειρία να πλάθεις στο μυαλό σου τις εικόνες που περιγράφει ένας συγγραφέας -με μία μεγάλη δόση αυθαιρεσίας, εννοείται, η νέα γενιά δεν τα πάει καλά με τις περιγραφές. Είναι όμως ακόμη πιο ωραία εμπειρία οι εικόνες αυτές να παίρνουν μορφή στο μέρος που γεννήθηκες και μεγάλωσες. Οι ήρωες έκαναν βόλτα στην πλατεία κοντά στο σπίτι μου, τηρώντας τις κοινωνικές συμβάσεις που έχω ακούσει απ' τη γιαγιά μου, παρακολουθούσαν θεατρικές παραστάσεις εκεί που παρακολουθώ κι εγώ σήμερα, εκκλησιάζονταν στον ναό του οποίου την καμπάνα ακούω κάθε μέρα να σημαίνει την ώρα. Αν δεν είναι αυτό μία δυνατή εμπειρία, τότε τι ειναι; 

Όσοι έχετε επισκεφτεί ήδη τη Σύρο, σας συνιστώ να διαβάσετε αυτό το βιβλίο. Όσοι δεν το έχετε κάνει ακόμη, πάρτε το πλοίο, πάρτε και το βιβλίο κι ελάτε. Σας περιμένουμε! (not sponsored)

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2022

Βιβλιοκριτική| Annie Ernaux - Ο τόπος | Νινέτα Πλυτά

 


Ξενόγλωσσος Τίτλος: La place
Εκδόσεις: Mεταίχμιο
Μεταφράστρια: Ρίτα Κολαΐτη 
Χρονολογία έκδοσης: 2022
Αριθμός σελίδων: 107

Ο Τόπος είναι το πρώτο βιβλίο της Ernaux που διαβάζω. Δεν το επέλεξα τόσο λόγω του Νόμπελ που πήρε αλλά επειδή χαζεύοντας σ' ένα βιβλιοπωλείο, μου κίνησε την περιέργεια το θέμα. Η σχέση πατέρα-κόρης και η απόκλιση στις αντιλήψεις που προκύπτει απ' την είσοδο της στο πανεπιστήμιο και ταυτοχρόνως σε μια άλλη ζωή. 

Το θέμα μού φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και στην αρχή θεώρησα ότι είναι κάτι πολύ κοινό, με την έννοια ότι μπορεί να συμβεί στον καθένα μας. Διαβάζοντας όμως την ιστορία κατέληξα ότι δεν είναι τόσο κοινό όσο νόμιζα. Σίγουρα η απόσταση μεταξύ πατέρα και κόρης είναι κάτι που όντως μπορεί να συμβεί στον καθένα. Αλλά οι λόγοι που συνέβη αυτό στην συγκεκριμένη ιστορία δεν είναι τόσο κοινοί. Η είσοδος της κόρης στο πανεπιστήμιο είναι (πλέον) κάτι σχετικά σύνηθες. Η είσοδος της κόρης στο πανεπιστήμιο σε μία εποχή που ακόμη η αγροτική οικονομία ήταν στο φόρτε της, που η αστική τάξη δεν είχε αναπτυχθεί τόσο, δεν ήταν κάτι τόσο σύνηθες. Ή ακόμη κι αν ήταν, μπορούσε να δημιουργήσει μεγάλες αποκλίσεις λόγω του διαφορετικού τρόπου ζωής. Ας μην ξεχνάμε ότι το βιβλίο γράφτηκε το 1983 υπό διαφορετικές κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η συγγραφέας, ο πατέρας της οποίας προερχόταν από αγροτική οικογένεια, <<Κάθε φορά που μου μιλούσαν γι' αυτόν (εννοεί τον παππού της), άρχιζαν λέγοντας "δεν ήξερε μήτε να διαβάζει μήτε να γράφει", θαρρείς και τούτη η αρχική δήλωση ήταν αναγκαία για να εξηγήσει τη ζωή και τον χαρακτήρα του>> .

Από το πού δίνει έμφαση η ηρωίδα στην διήγηση της ιστορίας του πατέρα της φαίνεται ότι κατά τη γνώμη της η αιτία της απόστασης μεταξύ πατέρα και κόρης οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην κοινωνική τάξη, στην ταπεινή καταγωγή του, η επίγνωση της οποίας πολλές φορές τον κρατούσε πίσω στις συζητήσεις, στην επαγγελματική ανάπτυξη κλπ.. Για εκείνον όλα είχαν να κάνουν με την οικονομική ευχέρεια, στο μυαλό του δεν ήταν όλα για όλους. 

Με τη σειρά της και η κόρη επιβεβαιώνει ότι δεν έμεινε ανεπηρέαστη απ' τις διαφορές μεταξύ κοινωνικών τάξεων που είχαν αρχίσει να γίνονται ορατές: <<Ενέδωσα στην επιθυμία του κόσμου που ζω, ενός κόσμου που σε υποχρεώνει να λησμονήσεις τις αναμνήσεις μιας ταπεινής ζωής θαρρείς και ήταν κάτι που πρόδιδε κακό γούστο>>.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Γιατί ίσως όλα αυτά στάθηκαν εμπόδιο στο να ταυτιστώ με την ηρωίδα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μου άρεσε το βιβλίο. Ίσα ίσα, ήταν κι ένα άγνωστο σε μένα βίωμα που με βοηθάει να κατανοήσω προηγούμενες γενιές. Ή τώρα που το καλοσκέφτομαι, δεν είναι και τόσο μακρινό αλλά μπορεί να περιγράψει τη σχέση γιαγιάδων/παππούδων με τα εγγόνια τους και την απόκλιση ως προς τον τρόπο ζωής και τις αντιλήψεις. Κι αν το σκεφτώ λίγο παραπάνω, ίσως να καλύπτει και ανθρώπους που ζουν στην επαρχία, όπου η ζωή δεν είναι τόσο έντονη όσο στις μεγάλες πόλεις, κι έτσι μπορεί να υπάρξει απόκλιση ως προς τις αντιλήψεις. Ειδικά όταν ένα νέος φεύγει από την επαρχία για να πάει να σπουδάσει. Σε αυτή την περίπτωση, παρόλο που δεν ζούμε στο 1980, θα συναντήσουμε διαφωνίες τόσο κατά τη διάρκεια των σπουδών και πολύ περισσότερο αργότερα, που οι ορίζοντες έχουν διευρυνθεί και ο άνθρωπος έχει μάθει κι άλλα πράγματα, είτε πάνω στο αντικείμενο σπουδών είτε όχι.

Τέλος, αναφορικά με τον τρόπο γραφής, νομίζω ότι η συγγραφέας πέτυχε να αποδώσει αυτή την απόσταση που ένιωθε. Όπως επισημαίνει η ίδια, περιγράφοντας γεγονότα, συγκεντρώνοντας λόγια, χειρονομίες και γενικά τα αντικειμενικά σημάδια της ύπαρξης του πατέρα της, χωρίς λυρικές αναπολήσεις, θριαμβευτική επίδειξη ειρωνείας αλλά με έναν ακύμαντο τρόπο γραφής, όπως απευθυνόταν στους γονείς της όταν τους έγραφε γράμματα. Σαν εξωτερικός παρατηρητής, σαν η ζωή να μην ήταν δική της. Αυτό ίσως να προβληματίσει τον αναγνώστη. Ομολογώ ότι κι εγώ περίμενα εσωτερικούς μονολόγους, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, έντονα συναισθήματα απογοήτευσης, ίσως και κατηγορίες προς τον πατέρα. Συνειδητοποίησα όμως ότι αυτές οι αναγνωστικές προσδοκίες έχουν να κάνουν και με την εποχή μας, η οποία έχει στραφεί περισσότερο στην ψυχολογία του ατόμου και στην έκφραση των ανείπωτων. Ακόμη δηλαδή και οι συγγραφικές επιλογές σχετίζονται με την χρονική περίοδο συγγραφής, χωρίς φυσικά αυτό να μειώνει την αναγνωστική εμπειρία. Απλώς μας φέρνει σε επαφή με κάτι διαφορετικό, το οποίο όμως μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε κάποιες πτυχές του δικού μας εαυτού. Ακόμη και το ότι εγώ προσωπικά περίμενα πιο προσωπική γραφή δείχνει κάτι για μένα ως άνθρωπο. Γιατί αυτό είναι η λογοτεχνία: ένα παράθυρο στον εξωτερικό αλλά και στον εσωτερικό μας κόσμο, μια ευκαιρία να γνωρίσουμε τον εαυτό μας μέσα από τις εμπειρίες των άλλων.


Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

Βιβλιοκριτική | Ζοζέ Σαραμάγκου - Περί τυφλότητος | Νινέτα Πλυτά

 



Ξενόγλωσσος Τίτλος: Ensaio sobre a cegueira
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Μεταφράστρια: Αθηνά Ψυλλιά
Χρονολογία έκδοσης: 2010
Αριθμός σελίδων: 384

Μια επιδημία λευκής τυφλότητας χτυπάει σταδιακά όλους τους ανθρώπους μιας πόλης. Οι αρχές, στην προσπάθεια τους να περιορίσουν τη διασπορά, κλείνουν τους πρώτους τυφλούς σε ένα εγκαταλελειμμένο φρενοκομείο χωρίς επαφή με τον έξω κόσμο, χωρίς βοήθεια και πολλές φορές χωρίς τρόφιμα. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τη ζωή των τυφλών τροφίμων του φρενοκομείου που μοιάζει με μια μικρογραφία κοινωνίας υπό κατάρρευση, την οποία ο Ζοζέ Σαραμάγκου έχει υπολογίσει <<με γραφειοκρατική ακρίβεια>>.

Όταν δεν μπορείς να καλύψεις τις βασικές ανάγκες της τροφής, της καθαριότητας, του ύπνου. Όταν οι αισθήσεις αχρηστεύονται γιατί δε θες να ακούς, να μυρίζεις, να γεύεσαι αυτό που υπάρχει γύρω (να το βλέπεις δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς σαν επιλογή). Όταν κάθε έννοια οργάνωσης και πολιτισμού έχει χαθεί, τότε ποια είναι η διαφορά του ανθρώπου απ' τα ζώα;

Το βιβλίο αυτό μου φάνηκε (δυστυχώς) πιο επίκαιρο από ποτέ: από τη μία η καραντίνα και ο φόβος μετάδοσης αυτής της άγνωστης αρρώστιας που θυμίζει τα τελευταία δύο χρόνια αλλά και οι εικόνες των τελευταίων ημερών από τη Σαγκάη, από την άλλη η εξαθλίωση της ανθρώπινης ύπαρξης που θυμίζει ειδήσεις από την Ουκρανία, με έκαναν να αναρωτηθώ (ίσως με κάποια υπερβολή, ίσως και όχι): τελικά πόσο μακριά βρισκόμαστε από αυτόν τον "επιστημονικής φαντασίας" κόσμο που περιγράφει ο Σαραμάγκου;

 «[...] κατεβήκαμε όλα τα σκαλοπάτια της αναξιοπρέπειας, όλα, μέχρι που φτάσαμε στην εξαχρείωση [...]. Διαβάζοντας το παραπάνω απόσπασμα σκέφτηκα ότι οι άνθρωποι αυτοί έφτασαν στο κατώτατο σκαλί της αξιοπρέπειας γιατί κάπως έπρεπε να ζήσουν. Για εμάς σήμερα ποια είναι η δικαιολογία που ενώ βλέπουμε επιλέγουμε να μη δούμε; Η σκέψη αυτή με τρόμαξε. Θυμήθηκα τον Πρωταγόρα και την σύσταση των πρώτων κοινωνιών: «[...] αναζητούσαν λοιπόν να συγκεντρώνονται και να διασώζονται χτίζοντας πόλεις·κάθε φορά λοιπόν που συγκεντρώνονταν, αδικούσαν ο ένας τον άλλο, επειδή πράγματι δεν κατείχαν την πολιτική τέχνη, με αποτέλεσμα πάλι να διασκορπίζονται και να αφανίζονται ».

Εδώ αντί της πολιτικής τέχνης δεν κατείχαν την όρασή τους, χωρίς την οποία δεν ήταν πια οι ίδιοι. Κι έτσι η κοινωνία που με τόσο κόπο είχαν συστήσει καταστράφηκε «σαν κάστρο από τραπουλόχαρτα ».

Και μέσα σε όλον αυτό τον χαμό, έρχεται το μεγάλο ερώτημα: Σε έναν κόσμο τυφλών, τι θα έκανες αν έβλεπες;

Δε θα κρύψω ότι σε κάποια σημεία βρήκα το βιβλίο πολύ σκληρό, μπήκα στον πειρασμό να το παρατήσω αλλά ήθελα τόσο να μάθω τη συνέχεια που τελικά έφτασα ως το τέλος. Με έκανε όμως να αναλογιστώ για πρώτη φορά το ενδεχόμενο να υπάρχει trigger warning στα βιβλία. Όσο για την ταινία, δε νομίζω ότι θα τη δω. Αρκετές εικόνες έχω ήδη.

Τρίτη 26 Απριλίου 2022

Βιβλιοκριτική | Tzvetan Todorov - Η λογοτεχνία σε κίνδυνο | Νινέτα Πλυτά



Ξενόγλωσσος Τίτλος: La litterature en péril
Εκδόσεις: Πόλις
Μεταφράστρια: Χρύσα Βαγενά
Χρονολογία έκδοσης: 2013
Αριθμός σελίδων: 120

Το συγκεκριμένο βιβλίο το διάβασα σε μία μέρα τόσο λόγω έκτασης (120 σελίδες) όσο και λόγω ενδιαφέροντος. O Τodorov μιλώντας απλά και κατανοητά, χωρίς ακαδημαϊκές εξάρσεις και ορολογίες, εξηγεί πώς φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση της σχολικής λογοτεχνίας (και ό,τι αυτή συνεπάγεται) προκειμένου να προτείνει μία λύση προς βελτίωσή της. Υποστηρίζει ότι η λύση βρίσκεται στην αλλαγή της αντίληψης για τη λογοτεχνία, <<η γνώση της οποίας δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μια από τις βασιλικές οδούς που οδηγούν στην ολοκλήρωση του καθενός>>, καθώς η έμφαση που δίνει το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα στην δομική κυρίως επεξεργασία του λογοτεχνικού κειμένου δεν αφήνει τους μαθητές να συνειδητοποιήσουν ότι η λογοτεχνία είναι ένας λόγος για τον κόσμο μέσα απ' τον οποίο θα γνωρίσουν τον εαυτό τους αλλά και τους γύρω τους.

Έτσι, κάνει μία διάκριση μεταξύ του τι πρέπει να γνωρίζουν οι μαθητές και τι οι καθηγητές τους: <<Στην ανώτατη εκπαίδευση είναι νόμιμο να διδάσκονται (επίσης) οι προσεγγίσεις, οι αντιλήψεις που εφαρμόστηκαν στα έργα, οι τεχνικές. Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που δεν απευθύνεται στου ειδικούς της λογοτεχνίας αλλά σε όλους, δεν μπορεί να έχει το ίδιο αντικειμενο: είναι η ίδια η λογοτεχνία που προορίζεται για όλους, όχι οι λογοτεχνικές σπουδές>>.

Η συνολική πρόταση του Todorov για μία διαφορετική προσέγγιση της λογοτεχνίας γίνεται σε πνεύμα πλήρους επίγνωσης της δύσκολης θέσης στην οποία βρίσκονται οι εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας, οι οποίοι έχουν το βαρύ καθήκον να εσωτερικεύσουν όσα έμαθαν στο πανεπιστήμιο αλλά να τα επαναφέρουν στην κατάσταση ενός αοράτου εργαλείου 
την ώρα της διδασκαλίας.

Ένα από τα πιο αγαπημένα μου σημεία ήταν εκείνο στο οποίο αναφέρεται στη διάκριση μεταξύ λογοτεχνίας της μάζας και  λογοτεχνίας της ελίτ, ένα θέμα που απασχολεί πολλούς βιβλιόφιλους σήμερα, μεταξύ αυτών κι εμένα (βλ. στο τέλος της σελίδας). Η διάκριση αυτή ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα όταν και <<δημιουργείται μια άβυσσος μεταξύ της [...] λαϊκής παραγωγής που βρίσκεται σε άμεση επαφή με την καθημερινή ζωή των αναγνωστών της, και της λογοτεχνίας της ελιτ, που διαβάζεται από επαγγελματίες -κριτικούς, καθηγητές, συγγραφείς- που δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο για τα τεχνικά επιτεύγματα των δημιουργών τους. Από τη μια πλευρά η εμπορική επιτυχία, από την άλλη η καθαρά καλλιτεχνική ποιότητα.>> Ως προς αυτό το ζήτημα, ο Todorov καταλήγει ότι <<"η λογοτεχνία δολοφονείται" [...] όχι όταν στο σχολείο διδάσκονται "μη λογοτεχνικά κείμενα", αλλά όταν περιγράφουμε τα έργα ως απλές απεικονίσεις μιας φορμαλιστικής ιδέας για τη λογοτεχνία>>.

Συμπερασματικά, ο Todorov υποστηρίζει ότι ο τρόπος για να διασωθεί <<η λογοτεχνία που βρίσκεται σε κίνδυνο>> είναι να την αγαπήσουν οι μαθητές. Κι αυτό δε θα γίνει μέσα από μία εξαντλητική ανάλυση των εσωτερικών στοιχείων των κειμένων αλλά μέσα από την γνωριμία με τους κόσμους των κειμένων, τις ιδέες τους, τους ήρωες τους, τα οποία θα εμπλουτίσουν τις εμπειρίες των μαθητών, συμβάλλοντας στην καλύτερη κατανόηση των ανθρώπων αλλά και του ίδιου τους του εαυτού. Όλα αυτά, βέβαια, με την υποστήριξη των διάφορων θεωριών και μεθόδων επεξεργασίας των κειμένων, τα οποία όμως θα λειτουργούν ως υποστηρικτικά εργαλεία κι όχι ως αυτοσκοπός.

Προσωπικά, η παραπάνω άποψη του Todorov σε συνδυασμό με την έμφαση στην ερμηνεία έναντι της εξήγησης, την αναγνώριση της ύπαρξης πολλών οπτικών και αναγνώσεων, την αμφισβήτηση της μίας και μοναδικής αλήθειας (με τα οποία ήρθα σε επαφή σε μεταπτυχιακό επίπεδο) άλλαξαν τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο, τους ανθρώπους και εννοείται τη λογοτεχνία. Ξαφνικά τα βιβλία δεν είναι ενδιαφέροντα μόνο επειδή έχουν μία καλή πλοκή αλλά επειδή θίγουν ζητήματα επίκαιρα ή και διαχρονικά, τα οποία προσεγγίζουν με ιδέες ή λογοτεχνικά τεχνάσματα που τους δίνουν έναν άλλο αέρα.

Ένα απ' τα πολύ θετικά στοιχεία του βιβλίου είναι <<η απλότητα και η διαύγεια της γραφής του>>, όπως αναφέρει και ο Νάσος Βαγενάς στο εισαγωγικό σημείωμα. Άλλωστε ο ίδιος ο Todorov,  σε συνέντευξή του αναφέρει ότι <<η μέγιστη καθαρότητα στην έκφραση είναι θέμα ηθικής, σεβασμού προς τον αναγνώστη. Η καλλιέργεια της σκοτεινότητας πολύ λίγο με ενδιαφέρει>>.

Τέλος, ενδιαφέρον έχει και η προσωπική του ιστορία, και κυρίως η μετακίνησή του από τη σοβιετική Βουλγαρία στη Γαλλία, τον καθοριστικό ρόλο της οποίας στη διαμόρφωση της άποψής του για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας αναγνωρίζει και ο ίδιος στον πρόλογό του παρόντος βιβλίου.

Με λίγα λόγια: το συγκεκριμένο βιβλίο το προτείνω σε κάθε λάτρη της λογοτεχνίας αλλά και εκπαιδευτικό που θέλει να συμβάλει στη γνωριμία των μαθητών του με τον κόσμο των βιβλίων αλλά και στο <<να ανταποκριθούν καλύτερα στην κλίση τους να είναι ανθρώπινοι>>.

Υ.Γ. Το βιβλίο αυτό είναι εξαντλημένο και δεν επανεκδίδεται. Αν κάποιος ενδιαφέρεται να μαζέψουμε υπογραφές για να επανεκδοθεί, εγώ είμαι μέσα 😂.


Διαβάστε ακόμη: 

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Βιβλιοκριτική | Alejandro Zambra - Η ιδιωτική ζωή των δέντρων | Νινέτα Πλυτά




Οπισθόφυλλο
Κάθε Κυριακή, ο Χουλιάν αφιερώνει χρόνο στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Και κάθε βράδυ, αυτοσχεδιάζει και αφηγείται στη θετή του κόρη, Ντανιέλα, λίγο πριν αυτή κοιμηθεί, πρωτότυπες ιστορίες με δέντρα.
Όμως, το αποψινό βράδυ δεν είναι σαν τ' άλλα: η Βερόνικα, γυναίκα του Χουλιάν και μητέρα της Ντανιέλας, καθυστερεί ανεξήγητα να γυρίσει σπίτι.
Κι όσο η νύχτα προχωρά και η Βερόνικα δεν επιστρέφει, ο Χουλιάν αναπολεί τη ζωή τους και φαντάζεται τι σκέψεις μπορεί να κάνει για το μυθιστόρημά του η Ντανιέλα καθώς θα μεγαλώνει... χωρίς μητέρα.

Ξενόγλωσσος Τίτλος: La vida privada de los arboles
Εκδόσεις: Ίκαρος
Μεταφραστής: Αχιλλέας Κυριακίδης
Χρονολογία έκδοσης: 2017
Αριθμός σελίδων: 100

Το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν πρόταση μίας φίλης, όπως και όλα του Zambra. Είναι το δεύτερο δικό του που διαβάζω. Το πρώτο ήταν το <<Τρόποι να γυρίζεις σπίτι>> (για το οποίο δεν έχει ανέβει ακόμη η άποψή μου), που μου άρεσε αρκετά ώστε να με κάνει να βάλω στη λίστα τα άπαντα του συγγραφέα. 

Το μυστήριο γύρω απ' το οποίο εκτυλίσσεται η  ιστορία (όπως προκύπτει και απ' το οπισθόφυλλο) έχει να κάνει με την ανεξήγητη καθυστέρηση της Βερόνικας, η οποία πήγε στο καθιερωμένο της μάθημα ζωγραφικής αλλά δεν έχει επιστρέψει ακόμη. Άραγε γιατί καθυστερεί η Βερόνικα; Ο Χουλιάν γνωρίζει κάτι επ' αυτού; Κι αν ναι, τι; 

Η αφήγηση της ιστορίας γίνεται με συνεχείς μεταπηδήσεις στον άξονα του χρόνου, απ' το τότε στο τώρα και απ' το τώρα στο τότε, που ενδέχεται στην αρχή να μπερδέψουν τον αναγνώστη. Μόλις όμως μπει στο κλίμα της ιστορίας, θα νιώσει (τουλάχιστον με εμένα αυτό συνέβη) ότι αυτά τα πισωγυρίσματα προσδίδουν ρεαλιστικότητα στη συνειρμική γραφή. 

Η ρεαλιστικότητα επίσης ενισχύεται μέσω των συλλογισμών που μένουν ατελείς, καθώς το μυαλό προχωρά στο επόμενο σενάριο, συχνά διαφορετικό απ' το προηγούμενο ως προς την αιτία της απουσίας αλλα και την κατάληξη της ιστορίας, και μέσω των παραστατικών εικόνων που μας προσφέρουν την ευκαιρία να δούμε μέσα απ' τα μάτια του ήρωα και να νιώσουμε μαζί του αυτόν τον καταιγισμό συναισθημάτων: ανησυχία, πανικός, φόβος, θυμός, οργή, προδοσία, ηρεμία, και πάλι πίσω. 

Όσο προχωρά η ιστορία, η αγωνία κορυφώνεται: πού είναι η Βερόνικα; Τι της συνέβη; Θα γυρίσει; Και τι θα απογίνουν η μικρή Ντανιέλα και ο Χουλιάν; 

<< [...] Καμιά φορά το ξημέρωμα τον έβρισκε ν' αναμοχλεύει όποιες λύσεις είχε σκεφτεί για το μυθιστόρημά του που, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν ακριβώς μυθιστόρημα, αλλά ένα βιβλίο με αποσπάσματα και σημειώσεις. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε να γράψει μυθιστόρημα· ήθελε απλώς να βρει μια ζώνη νεφελώδη και συμπαγή για να στοιβάξει τις αναμνήσεις του. Ήθελε να βάλει τη μνήμη σ' ένα σάκο και να κουβαλήσει αυτόν το σάκο ώσπου το βάρος του να του τσακίσει τη ράχη. >> (σελ.38) Άραγε το έγραψε το μυθιστόρημα που ήθελε; Και ποια είναι η σχέση του με αυτό που κρατάμε στα χέρια μας; 

<< [...] Κι αυτο δεν είναι προφητεία (ο Χούλιο δεν διαθέτει αυτό το χάρισμα), μα ούτε εκατό τοις εκατό επιθυμία, αλλά κάτι σαν σχέδιο, σαν σενάριο αγρυπνίας, γραμμένο στο πόδι, υπαγορευμένο απ' την απελπισία. Θέλει να διαβλέψει ένα μέλλον που ν' αντιπαρέρχεται το παρόν· τακτοποιεί τα γεγονότα όπως του αρέσει, όπως θέλει, με αγάπη, έτσι ώστε να προφυλάξει απ' το παρόν το μέλλον.>> (σελ.65)
πόσες φορές έχουμε κάνει κάτι αντίστοιχο; 

Ένα βιβλίο που, κατά τη γνώμη μου, μιλά για τη διαχείριση του φόβου κατά την αναμονή των μελλούμενων ή αλλιώς της συνέχειας του μυθιστορήματος που λέγεται ζωή.

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

Βιβλιοκριτική | Τσαρλς Ντίκενς - Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία | Νινέτα Πλυτά


Ο σελιδοδείκτης της φωτογραφίας 

      (που είναι και ένας από τους αγαπημένους μου) 

  είναι φτιαγμένος από την @bookish.jasmine.


Από την ίδια εφημερίδα που πήρα τα χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Τσέχοφ πήρα και τη συγκεκριμένη έκδοση της "Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας" του Τσαρλς Ντίκενς. Διπλή η χαρά λοιπόν, όχι μόνο γιατί είναι δύο βιβλία αλλά επειδή, πρώτον, είναι δύο βιβλία χριστουγεννιάτικα και δεύτερον... Το δεύτερο θα σας το πω ευθύς αμέσως.

Ανοίγω λοιπόν την πρώτη σελίδα αυτού του μικρού αλλά πανέμορφου (δείτε εξώφυλλο!!!) βιβλίου, ξεκινάω να διαβάζω και μια σκέψη με χτυπά κατακούτελα: είναι η πρώτη φορά που διαβάζω αυτή την ιστορία! Εγώ, μια λάτρης των βιβλίων και των Χριστουγέννων, να μην έχω διαβάσει την πιο γνωστή χριστουγεννιάτικη ιστορία! Αφήνω στην άκρη τους αναστοχασμούς και τις διερωτήσεις σχετικά με τις αιτίες αυτού του κακού και πέφτω με τα μούτρα στο διάβασμα. 

Η ιστορία είναι, φαντάζομαι, σε όλους γνωστή γι' αυτό θα εστιάσω στις σκέψεις που μου προκάλεσε η ανάγνωσή της. Και λέω η ανάγνωση γιατί όπως προανέφερα, δεν είχα ποτέ διαβάσει την ιστορία αλλά τη γνώριζα όπως οι περισσότεροι από τις άπειρες μεταφορές της στη μικρή και μεγάλη οθόνη καθώς και από την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου που είδα πέρσι.

Αρχικά, θα ήθελα να σχολιάσω το είδος του αφηγητή που επιλέγει ο συγγραφέας, όχι επειδή είμαι φιλόλογος αλλά επειδή έχει μεγάλη σημασία για τα συναισθήματα που μου προκάλεσε αυτό το βιβλίο (ξανατονίζω βιβλίο, γραπτό κείμενο, όχι εικόνες σκηνοθετημένες, επιτυχώς μεν αλλά προκαθορισμένες από άλλους). Ο αφηγητής εδώ είναι μεν τριτοπρόσωπος και παντογνώστης αλλά είναι και συναισθηματικά παρών στην ιστορία μέσα από τα εύστοχα σχόλιά του. Μου άρεσε πολύ ο σαρκασμός του προς την κοινωνία και τα κακώς κείμενα γενικότερα αλλά και προς τον τσιγκούνη, γκρινιάρη Σκρουτζ ειδικότερα. Μάλιστα, πολλές φορές απευθύνεται και στον ίδιο τον αναγνώστη, μετατρέποντας την αφήγηση σ' έναν εν δυνάμει διάλογο... με την καρδιά και τα συναισθήματα του αναγνώστη θα έλεγα. Μου άρεσε τόσο πολύ αυτή η επιλογή, η οποία έκανε κάπως πιο ανάλαφρο το κείμενο, παρά τις μεγάλες, και όχι πάντα τόσο ευχάριστες, αλήθειες που θ' ακολουθούσαν. Και εκεί ήταν που πρόσεξα ότι αυτή η επαφή με τους θεατές λείπει μερικές φορές από μια οπτική μεταφορά του βιβλίου είτε λόγω δραματουργικών συμβάσεων είτε χάριν συντομίας. Γι' αυτό και συνιστώ ανεπιφύλακτα να διαβάσετε ΚΑΙ το βιβλίο.

Κάτι που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η εμφάνιση του Πνεύματος των Παρόντων Χριστουγέννων, το οποίο φαίνεται σαν ηλικιωμένος αλλά με νεανική μορφή. Ο αφηγητής αυτό το αποδίδει έμμεσα στην πνευματική γαλήνη του Πνεύματος, η οποία και φαίνεται να εξασθενεί προς το τέλος, λόγω του ότι έχει μοιράσει το φως που διαθέτει. Το επισημαίνω αυτό γιατί κάτι ανάλογο διάβασα και στο ''Άλεφ'' του Coelho πρόσφατα (η άποψή μου γι' αυτό θα ανέβει αργότερα). Είναι αυτό που λέμε συχνά για την παιδική ψυχή και την παιδική λάμψη που μπορεί να 'χει ένας ενήλικας που αγαπά τη ζωή και τους γύρω του.

Ακόμη, αναρωτήθηκα κάτι σχετικά με το Πνεύμα των Μελλοντικών Χριστουγέννων: γιατί επιλέγεται να είναι σκοτεινό, τρομακτικό και σιωπηλό; Γιατί να μην είναι φωτεινό και πρόσχαρο όπως το Πνεύμα των Παρόντων Χριστουγέννων; Αυτά τα ερωτήματα δεν τα θέτω στον Ντίκενς γιατί καταλαβαίνουμε όλοι τι ήθελε να υποδηλώσει. Τα θέτω σ' εσάς και σ' εμένα.

Διαβάζοντας το κεφάλαιο του τελευταίου Πνεύματος συνειδητοποίησα και κάτι άλλο: το τρομερό σασπένς και την αγωνία που βιώνει ο Σκρουτζ μέχρι να καταλάβει ποιος είναι ο νεκρός που βλέπει μπροστά του. Περνάνε κάμποσες σελίδες (22 για την ακρίβεια, στη συγκεκριμένη έκδοση) και τότε είναι που βλέπει το όνομά του στην ταφόπλακα και τρομοκρατείται. Όλο αυτό το σασπένς εμείς το ζήσαμε την πρώτη φορά που είδαμε την ταινία. Δεν θυμάμαι πόσο διαρκούσε η αναμονή αλλά φαντάζομαι ότι το βιβλίο θα χρειαζόταν περισσότερο χρόνο που συνεπάγεται μεγαλύτερη κορύφωση της αγωνίας και άρα μεγαλύτερη κατανόηση του αναγνώστη για τον πρωταγωνιστή (κατά τη γνώμη μου πάντα).

Τέλος, κλείνοντας το βιβλίο δεν μπόρεσα να μην αναλογιστώ τη βαρύτητα όλων όσων θίχτηκαν, που γράφτηκαν κοντά 2 αιώνες πριν κι όμως είναι ακόμα τόσο επίκαιρα. Αφενός αυτό με κάνει ν' αγαπήσω περισσότερο τη Λογοτεχνία και τη δύναμή της αφετέρου λυπάμαι που αυτή η δύναμη δεν είναι αρκετή να εξαλείψει όλα αυτά που κατακρίνει ο Ντίκενς, τόσο τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά όσο και τα κοινωνικά προβλήματα. Δυστυχώς, όπως είχε πει κι ο Θουκυδίδης, όσο η ανθρώπινη φύση μένει ίδια, κάποιες καταστάσεις θα επαναλαμβάνονται (προσαρμοσμένες στις εκάστοτε συνθήκες βέβαια). Νομίζω όμως ότι με αυτή του την προσφορά στην παγκόσμια λογοτεχνία (γιατί περί παγκόσμιας εμβέλειας μιλάμε) ο Ντίκενς συνέβαλε με τον τρόπο του στην ευαισθητοποίηση των ανθρώπων, έστω κι αν για πολλούς ισχύει μόνο κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων, έστω κι αν διαρκεί όσο μια ταινία ή ένα βιβλίο 134 σελίδων. 

Σχόλια για την έκδοση: Αγάπησα το εξώφυλλο! Γραμματοσειρά σε κανονικό μέγεθος, σελίδες 134, εννοείται πως η ιστορία είναι τόσο για παιδιά όσο και για ενήλικες.

Αγαπημένα αποσπάσματα (σκέφτηκα να τα παραλείψω λόγω έκτασης του άρθρου αλλά θέλω να σας δώσω μια ιδέα από το κείμενο οπότε σας παραθέτω 5 αποσπάσματα που επέλεξα (όσα και τα κεφάλαια του βιβλίου)):
  • Σε αυτό εδώ το βιβλιαράκι με τα Πνεύματα επιχείρησα να γεννήσω το Πνεύμα μιας Ιδέας που δεν θα φέρει δυσθυμία στους αναγνώστες μου ούτε προς τον εαυτό τους τον ίδιο, ούτε προς τον συνάνθρωπο, ούτε προς τις ημέρες αυτές, ούτε προς εμένα. Είθε να στοιχειώσει τα σπιτικά τους ευχάριστα και κανείς να μη θελήσει να το χαλάσει. 
Ο πιστός Φίλος και 
Υπηρέτης τους, 
Τσαρλς Ντίκενς
Δεκέμβριος, 1843

  •   [...] θα μ' ευχαριστούσε, πραγματικά το ομολογώ, να είχα έστω και την ελάχιστη ελευθερία ενός παιδιού αλλά να ήμουν όσο άντρας χρειάζεται για να ξέρω την αξία της. (εύστοχο απόσπασμα αλλά και ενδεικτικό της παρουσίας του αφηγητή που προανέφερα) (σελ.62)

  • ''Υπάρχουν μερικοί σ' αυτή τη γη που κατοικείτε'' απάντησε το Πνεύμα (των Παρόντων Χριστουγέννων) ''που ισχυρίζονται πως με γνωρίζουν και που κάνουν πράξεις πάθους, αλαζονείας, κακίας, μίσους, φθόνου, μισαλλοδοξίας κι εγωισμού στο όνομά μου και οι οποίοι είναι τόσο ξένοι σε εμένα και στο σόι μου ολόκληρο λες και δεν έζησαν ποτέ τους. Να το θυμάσαι αυτό και τις πράξεις τους να τις επιρρίπτεις στους ίδιους κι όχι σε εμένα'' (σελ.76)

  • Μετά από λίγο έπαιξαν παιχνίδια της παρέας, γιατί είναι καλό να είσαι παιδί καμιά φορά και ποτέ δεν είναι καλύτερη ώρα απ' τα Χριστούγεννα, όταν ο μεγαλοδύναμος Θεμελιωτής τους ήταν παιδί κι ο ίδιος. (σελ.95)

  • Θα τιμώ τα Χριστούγεννα στην καρδιά μου και θα προσπαθήσω να τα κρατώ όλη τη χρονιά. Θα ζω στο Παρελθόν, στο Παρόν και στο Μέλλον. Τα Πνεύματα και των Τριών θα αγωνίζονται μέσα μου. Δεν θα κλείσω απέξω τα μαθήματα που διδάσκουν. Ω, πες μου αν μπορώ να σβήσω τ' όνομα από την πλάκα! (σελ.124, τα λόγια του Σκρουτζ όταν αναγνωρίζει το όνομά του στην ταφόπλακα. Σαν όρκος μου ακούγονται!)


Αξιοποιώντας κι εγώ (και αλλάζοντας λίγο) μια φράση του Ντίκενς που χαρακτηρίζει τον Σκρουτζ ως ''πατέρα μιας μακράς, μακράς διαδοχής λαμπερών γέλιων'', σας εύχομαι η ιστορία αυτή να γίνει η μητέρα ''μιας μακράς, μακράς διαδοχής λαμπερών γέλιων''.

Καλή χρονιά με υγεία, αγάπη, χαμόγελα και πολλά βιβλία!

Υ.Γ. Μπορεί τα Χριστούγεννα να έχουν περάσει εδώ και μέρες και οι γιορτές να φτάνουν σιγά σιγά στο τέλος τους όμως το βιβλίο αυτό αναφέρεται σε μια στάση ζωής (μια Ιδέα κατά τον Ντίκενς) που θα έπρεπε να έχουμε όλη τη χρονιά, όπως λέει και ο ίδιος ο Σκρουτζ στο τελευταίο απόσπασμα!

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

Βιβλιοκριτική | Αντόν Τσέχωφ - Τα Χριστούγεννα και άλλες χριστουγεννιάτικες ιστορίες | Νινέτα Πλυτά



Πριν ξεκινήσω να γράφω για το συγκεκριμένο βιβλίο, θα ήθελα να αναφέρω ότι είναι η δεύτερη μου επαφή με τον Τσέχωφ (η πρώτη ήταν μέσα από το διήγημα ''Η κυρία με το σκυλάκι'', επίσης φέτος) και συνειδητοποιώ ότι τον είχα παρεξηγήσει. Σαν όνομα τον γνώριζα από τον ''Βυσσινόκηπο'' (τον οποίο και δεν έχω διαβάσει) και για κάποιο λόγο θεωρούσα ότι επειδή είναι κάτι κλασικό και πολυσυζητημένο, θα είναι κάτι δύσκολο για το πεζό μυαλό μου. Τον είχα στο μυαλό μου κοντά στον, επίσης Ρώσο, Ντοστογιέφσκι, που δεν τον λες και απλό. Αυτό ως τροφή για σκέψη σχετικά με το βάρος του χαρακτηρισμού ''κλασικός'' και την, καμιά φορά, αποτρεπτική του λειτουργία (ιδίως για νεαρούς αναγνώστες) (για περισσότερα σχετικά με την άποψή μου για το ιδεολογικό βάρος του όρου ''κλασικός'' βλ. Τα παράπονα μιας νεαρής αναγνώστριας ).

Διαβάζοντας λοιπόν το σύντομο αλλά κατατοπιστικότατο βιογραφικό στο τέλος της συγκεκριμένης έκδοσης και έχοντας ανέκαθεν μια τάση να αναζητώ τα αυτοβιογραφικά στοιχεία καθώς και τον τρόπο που η ζωή του συγγραφέα μετουσιώνεται στα έργα του, δεν μπόρεσα να μην κάνω κάποιες συνδέσεις. Προσωπικά ένιωσα ότι στο πρώτο διήγημα με τίτλο "Ο Βάνκα", και στη συνέχεια στο δεύτερο διήγημα με τίτλο "Τ' αγόρια", όπου ο πρωταγωνιστής είναι ένα νεαρό παιδί που βρίσκεται μακριά απ' την οικογένειά του, αντικατοπτρίζεται η ψυχολογική κατάσταση του νεαρού Τσέχωφ, ο οποίος έζησε τρία χρόνια μακριά απ' την οικογένεια του όσο φοιτούσε στο Γυμνάσιο ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν για να βιοποριστεί. Μάλιστα στο δεύτερο διήγημα ο πρωταγωνιστής έχει ακριβώς αυτή την ηλικία και η ιστορία ξεκινά με εκείνον να επιστρέφει στο πατρικό του από άλλη πόλη ενώ ο πατέρας είναι ένας πρόσχαρος και καλόκαρδος άνθρωπος, γεγονός που δεν συνάδει με το πορτρέτο που προκύπτει απ' το βιογραφικό του συγγραφέα. Βλέπουμε δηλαδή τα βιώματα του Τσέχωφ σχετικά με την επιστροφή στο σπίτι άλλοτε να μεταφέρονται στο χαρτί ως μια επιθυμία που δεν ικανοποιήθηκε ποτέ, καθιστώντας το (πρώτο) διήγημα της συλλογής μια κραυγή αγωνίας και φόβου για κάθε παιδί που ζει σε αντίστοιχες συνθήκες βιοπάλης, ενώ άλλοτε ως μια επιθυμία που ικανοποιήθηκε σε συνδυασμό με ένα ζεστό σπιτικό και μια αγαπημένη οικογένεια (δεύτερο διήγημα). Τα αναφέρω όλα αυτά ως ένδειξη των πολλαπλών τρόπων που μπορεί η ζωή να αποτελέσει λογοτεχνική έμπνευση!

Επέλεξα να μην αναφερθώ ξεχωριστά στις υποθέσεις των 5 διηγημάτων καθώς λόγω της μικρής τους έκτασης (75 σελίδες, 95 μαζί με τα βιογραφικά στοιχεία) δε θα άφηνα τίποτα στη φαντασία του αναγνώστη που διαβάζει αυτό το κείμενο.

Θα αναφέρω μόνο ότι όλα τα διηγήματα θίγουν ποικίλα κοινωνικά ζητήματα που, κατά τη γνώμη μου, δεν έχουν τόσο ως στόχο να ψυχαγωγήσουν ή να διασκεδάσουν αλλά να προβληματίσουν και να ευαισθητοποιήσουν, αξιοποιώντας τη γιορτή των Χριστουγέννων ως έναν παράγοντα που κάνει πιο αισθητή την απουσία (ανθρώπων, χρημάτων, ανθρωπιάς κλπ.). Σε όλα τα διηγήματα λοιπόν γίνεται φανερό το ενδιαφέρον του συγγραφέα για την κοινωνία καθώς και η προσπάθειά του να υπερασπιστεί με την πένα του τους λιγότερο "τυχερούς", ακολουθώντας την γραμμή που εφάρμοσε και στην προσωπική του ζωή.

Πριν κλείσω αυτό το κείμενο, θα ήθελα να κάνω και άλλη μια επισήμανση. Πρόσφατα άκουσα μια ομιλία από έναν επιμελητή μεγάλων πανεπιστημιακών εκδόσεων και παλιό τυπογράφο για την διαφορά μεταξύ ''καλού κειμένου'' και ''καλού βιβλίου''. Όταν αναφερόμαστε σε ένα καλό βιβλίο, συμπεριλαμβάνουμε και την ίδια την έκδοση (εξώφυλλο, σελιδοποίηση, γραμματοσειρά κλπ.). Με αφορμή αυτή την εύστοχη, κατά τη γνώμη μου, επισήμανση, θα ήθελα να σχολιάσω την παρούσα έκδοση με τις λίγες γνώσεις που έχω επί του θέματος καθώς και την καθαρά υποκειμενική μου αντίληψη για την καλαισθησία. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου πάντα, για μια αρκετά προσεγμένη έκδοση, σκληρόδετη, με εξώφυλλο που παραπέμπει σε παλιότερες μορφές εικονογράφησης που θυμίζουν ζωγραφικούς πίνακες και απέχουν πολύ από τα σημερινά προερχόμενα από υπολογιστή και χιλιοεπεξεργασμένα εξώφυλλα που χαρακτηρίζονται συχνά από έντονα και φωτεινά χρώματα. Εδώ βλέπουμε μια πιο διακριτική επιλογή όπου κυριαρχούν χρώματα όπως μπλε σκούρο και μπορντό στο εξώφυλλο, άσπρο, μπλε και καφέ στην εικόνα. Σχετικά με το μέγεθος του βιβλίου, δε θα κρύψω ότι το περίμενα εκτενέστερο. Παρόλα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη τη γραμματοσειρά και την έκταση των διηγημάτων (το μεγαλύτερο είναι 15 σελίδες), νομίζω ότι πρόκειται για μια έκδοση φτιαγμένη να αξιοποιηθεί τόσο από μικρούς όσο και από μεγάλους.

Αυτά λοιπόν από εμένα. Σας εύχομαι καλή αναγνωστική απόλαυση και Καλά Χριστούγεννα!


Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020

Βιβλιοκριτική | Sophie Kinsella - Σου χρωστάω χάρη | Νινέτα Πλυτά



Οπισθόφυλλο:  Η Φίξι Φαρ έχει μεγαλώσει με το μότο του πατέρα της Πάνω απ’ όλα η οικογένεια. Αλλά από τότε που εκείνος πέθανε, τρέχει για όλα μόνο της στην οικογενειακή επιχείρηση, ενώ τα αδέλφια της τεμπελιάζουν. Μια μέρα, σ’ ένα καφέ, ένας άγνωστος της ζητά να έχει για μια στιγμή τον νου της στο λάπτοπ του, κι εκείνη όχι μόνο το προσέχει, αλλά το σώζει από βέβαιη καταστροφή. Ο Σεμπ, όπως συστήνεται, για να δείξει την ευγνωμοσύνη του, της υπογράφει μια δήλωση ότι της χρωστάει χάρη. Η Φιξι το παίρνει στ’ αστεία∙ άλλωστε ποτέ δε θα του ζητούσε τίποτα. Σωστά; Κάποια στιγμή, όμως, ξαναμπαίνει στη ζωή της ο παιδικός της έρωτας, ο Ράιαν, που έχει μείνει άνεργος. Τότε η Φίξι, που δεν ήθελε τίποτα για τον εαυτό της, ζητάει από τον Σεμπ να του δώσει μια δουλειά. Τώρα, λοιπόν, είναι πάτσι, αλλά σε λίγο πάλι κάτι συμβαίνει κι ο ένας χρωστάει χάρη στον άλλο, και πάει λέγοντας. Πώς θα τελειώσει, άραγε, όλο αυτό;

Μια απολαυστική ιστορία για μια περίπλοκη οικογένεια, για έναν άντρα που ίσως να είναι ο ιδανικός και για ένα κορίτσι που έχει μανία να διορθώνει τα πάντα αλλά… δυσκολεύεται να διορθώσει τη δική της ζωή.

Ήταν το πρώτο βιβλίο της Κινσέλα που διάβασα. Το τελείωσα γρήγορα και πήρα αμέσως κι άλλο δικό της!

Το "Σου χρωστάω χαρη" αφηγείται μια σχεδόν καθημερινή ιστορία. Και λέω σχεδόν γιατί δεν νομίζω να υπάρχουν πολλοί που "θα βουτούσαν" για να σώσουν έναν υπολογιστή, την ώρα που καταρρέει το ταβάνι από πάνω του. Και μάλιστα για έναν υπολογιστή που δεν τους ανήκει καν.

Η ιστορία της Φίξι (εδώ ας θυμηθούμε τα ομιλούντα ονόματα που μαθαίναμε στο σχολείο) είναι η ιστορία μιας κοπέλας που ήθελε να διορθώνει τα πάντα: από το στραβό κάδρο στον τοίχο μέχρι την οικονομική κατάσταση του αδελφού της, ο οποίος της φέρεται απαίσια. Μέχρι που θα 'ρθει στη ζωή της ο άνθρωπος, που θα της μάθει ότι, το να αγαπάς κάποιον, δεν σημαίνει ότι πρέπει να χάνεις τον εαυτό σου.

Συγκεκριμένα, το μότο της Φίξι είναι "πάνω απ' όλα η οικογένεια". Αυτό της είχε μάθει ο πατέρας της. Κάπου όμως στην προσπάθειά της να το τηρήσει, το παράκανε. Μέχρι που κάποιος της είπε ότι 
👉"αγάπη δε σημαίνει να γίνεσαι χαλάκι να σε πατάνε. Η αγάπη μπορεί να είναι σκληρή. Καμιά φορά η αγάπη πρέπει να είναι σκληρή" κι ότι πρέπει να αρχίσει να σκέφτεται λιγότερο τι χρωστάει στους άλλους και περισσότερο τι χρωστάει στον εαυτό της.

Κι έτσι, μετά από διάφορες περιπέτειες, η Φίξι άρχισε να εφαρμόζει το ρητό που της είπε η αδελφή της: 
👉"Αν θες να πας γρήγορα, πήγαινε μόνος. Αν θες να πας μακριά, πήγαινε με άλλους". 

Συνέχισε να έχει πάνω απ' όλα την οικογένεια, την οποία όμως άρχισε να βλέπει διαφορετικά, συμπεριλαμβάνοντας πέραν από τους συγγενείς εξ αίματος, ανθρώπους με τους οποίους μοιραζόταν την αφοσίωση, τη φιλία και τον σεβασμό. Έμαθε, ακόμη, ότι 
👉 ''το να αποτυγχάνεις, δεν σημαίνει ότι εσύ είσαι αποτυχία, σημαίνει απλώς ότι είσαι άνθρωπος''.

Ομολογώ ότι η συμπεριφορά του Ράιαν απέναντι στη Φίξι ήταν αναμενόμενη. Όσο αισιόδοξος κι αν είναι κάποιος για την αλλαγή ενός ανθρώπου, τόσο μεγάλη στροφή, δεν γίνεται (δε θα μπω σε λεπτομέρειες για ν' αποφύγω το spoil). Επίσης, αγάπησα την καλύτερη φίλη της Φίξι, τη Χάνα, η ακραία τελειομανία και οργανωτικότητα της οποίας, μολονότι αστεία, χτυπάει καμπανάκι σε πολλούς (πολλά καμπανάκια, όσα οι λίστες της).

Μια ιστορία που θα μπορούσε να ανήκει στον καθένα (αν εξαιρέσουμε τη βουτιά), με οικογενειακούς καβγάδες, με ανθρώπους που τους ενδιαφέρει μόνο η εικόνα τους, με ανθρώπους που θα εκμεταλλευτούν τα συναισθήματα άλλων για να ανέλθουν επαγγελματικά, οικονομικά, κοινωνικά. Αλλά και μια ιστορία, όπου ένα ταβάνι που καταρρέει, οδηγεί σε μια γνωριμία κι έπειτα έναν μεγάλο έρωτα. Έναν έρωτα που θα διδάξει πολλά στους εμπλεκόμενους, όπως την ανάγκη να ξεπεράσουμε την απώλεια αγαπημένων προσώπων και να πάμε παρακάτω, την απόρριψη, την απογοήτευση για τη διάψευση προσδοκιών και τη μη επίτευξη κάποιων στόχων. Κι όλα αυτά, δοσμένα με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αρκετό αυτοσαρκασμό και πολύ χιούμορ!

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2020

Βιβλιοκριτική | Μαρία Τζιρίτα - Αν δεν υπήρχε αύριο | Νινέτα Πλυτά



ΟπισθόφυλλοΗ Κατερίνα μένει μόνη με δύο παιδιά, όταν ο άντρας της την εγκαταλείπει για μια άλλη γυναίκα, έπειτα από είκοσι χρόνια γάμου. Ο Γιάννης, πλούσιος και όμορφος στα σαράντα πέντε του χρόνια, δεν έχει γνωρίσει ποτέ την αγάπη. Ο Μιχάλης, φιλοχρήματος και αγχώδης σε όλη του τη ζωή, μαθαίνει ότι πάσχει από καρκίνο. Η Μαριλένα, μια εικοσιδυάχρονη κοπέλα, περιμένει τον άντρα των ονείρων της για να ξεφύγει από την καταπιεστική οικογένειά της. 

Την 1η Απριλίου 2009 αυτοί οι τέσσερις άνθρωποι εγκλωβίζονται στα χαλάσματα του κτιρίου μιας αμερικανικής τράπεζας ύστερα από βομβιστική επίθεση. Μαζί τους κι ένας μυστηριώδης άντρας, ο οποίος, λίγο πριν ξεψυχήσει, τους εξομολογείται ένα τραγικό όσο και απίστευτο μυστικό. Για να τους βοηθήσει να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους; Για να τους παρηγορήσει; Ή μήπως για να τους δώσει μια τελευταία ευκαιρία να βρουν την προσωπική τους ευτυχία; Κανείς δε θα μάθει ποτέ… 

Αυτό το μυστικό όμως, που τους δένει με έναν όρκο σιωπής, τους αναγκάζει να δουν τη ζωή τους με άλλο μάτι και να προσπαθήσουν να βρουν την ευτυχία, ακόμα κι αν γι’ αυτούς αλλά και για ολόκληρη τη Γη δεν υπάρχει αύριο…

4 άνθρωποι, 1 βομβιστική επίθεση και 1 μυστικό που θα αλλάξει τον τρόπο που βλέπουν τη ζωή.

Οι τέσσερις πρωταγωνιστές γίνονται μάρτυρες μιας περίεργης και ιδιαίτερα τρομακτικής εξομολόγησης ενός ετοιμοθάνατου. Παρόλο που τους δένει ένας όρκος σιωπής, δεν παύουν να αναρωτιούνται για την αλήθεια των όσων τους εξιστόρησε, τα οποία τους οδηγούν να κάνουν κάτι που μέχρι πρότινος δεν τους περνούσε απ' το μυαλό: να ζήσουν.

Η ιστορία θίγει διάφορα ζητήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο μεταξύ των οποίων τα λεφτά, η πίστη στον Θεό και η αξιοπρέπεια στις ανθρώπινες σχέσεις.

Αυτό που με σόκαρε περισσότερο στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι η συνειδητοποίηση των προβλημάτων υγείας που μπορεί να προκαλέσει το άγχος. Παρόλο που είναι γνωστές οι αρνητικές του συνέπειες και, ανεξαρτήτως αν ευσταθεί επιστημονικά η πρόκληση καρκίνου του πνεύμονα από χρόνιο άγχος, η ιδέα και μόνο με ταρακούνησε αρκετά. Όπως λέει σε κάποιο σημείο και ο Μιχάλης:
👉Σκέφτηκα πως τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από την ίδια μας τη ζωή. Γιατί τη θεωρούμε δεδομένη και συνεχώς ζητάμε όλο και περισσότερα; Κι όταν καταφέρνουμε να τα αποκτήσουμε, πάλι δεν είμαστε ευχαριστημένοι. Κρατάμε κακία σε ανθρώπους που αγαπάμε κι αφήνουμε τη ζωή να περνάει σαν την άμμο μέσα από τα δάχτυλά μας και να χάνεται. Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ αποφάσισα να την κλείσω πια τη χούφτα μου!

Μία ιστορία - κίνητρο που μας θυμίζει ότι ο χρόνος μας κάποια στιγμή θα τελειώσει. Ότι οφείλουμε στους εαυτούς μας να τον αξιοποιήσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα, δοκιμάζοντας καινούρια πράγματα, αφήνοντας πίσω θυμούς και παρεξηγήσεις, δίνοντας ευκαιρίες σε ανθρώπους που με μια πρώτη ματιά μοιάζουν τελείως διαφορετικοί από εμάς. Με λίγα λόγια, ζώντας τη ζωή σαν να μην υπήρχε αύριο.

Κάποιος (ακόμη κι εγώ) μπορεί να πει "ωραία τα λες αλλά αυτά συμβαίνουν μόνο στα παραμύθια". Τότε θα έχει συμφωνήσει με κάποια λόγια της Κατερίνας, η οποία λέει χαρακτηριστικά:
👉 Θα δεις πόσο γρήγορα θα μας παρασύρει η ζωή στους δικούς της ρυθμούς και θ' αρχίσουμε να σκεφτόμαστε σαν πρώτα. Με το μυαλό κι όχι με την καρδιά.
Σας καλώ, λοιπόν, (κι εμένα μαζί) να προσπαθήσουμε να αντισταθούμε στους ρυθμούς της ζωής που σίγουρα θα επιδιώξουν να μας παρασύρουν. Να μην περιμένουμε την εκάστοτε "βομβιστική επίθεση" αλλά ν' αφήνουμε πιο συχνά την καρδιά να αναλαμβάνει τα ηνία. Άλλωστε νομίζω πως όλοι θα συμφωνούσαμε σε ένα πράγμα: πήξαμε στα μυαλά!

Άλλα αποσπάσματα που ξεχώρισα:
👉 Γιατί όταν μας απορρίπτει ένας άνθρωπος γκρεμιζόμαστε και νιώθουμε πως δεν αξίζουμε τίποτα; Γιατί πραγματικά δεν αξίζουμε, γι' αυτό. Γιατί δεν έχουμε δώσει αξία στον εαυτό μας, δική μας αξία, κι αναρωτιόμαστε από αυτήν που εκείνος μας δίνει. Κι όταν εκείνος φύγει, την παίρνει μαζί του. Κι εμείς μαζεύουμε τα κομμάτια μας. Άλλοτε με αξιοπρέπεια κι άλλοτε όχι.
👉 Είχε καταλάβει πλέον πως τα χρήματα όχι απλώς δεν μπορούν να την αγοράσουν (την ευτυχία) αλλά ούτε να τη διατηρήσουν.
Πώς μπορείς να είσαι ευτυχισμένος όταν η απόκτηση του χρήματος σου έχει γίνει εμμονή ιδέα; Σε όλη αυτή τη διαδρομή, που ποτέ δεν έχει τέλος, γιατί όσο περισσότερα αποκτάς τόσο περισσότερα ζητάς, ζεις με το άγχος, τη στενοχώρια, την αγωνία. Ακόμα κι αν φτάσεις κάποτε στο σημείο που θες και κοιτάξεις πίσω, θα διαπιστώσεις χρόνια χαμένα στο <<αχ>> Ναι το <<γιατί>>. Ευτυχία,  πάντως, δε θα δεις ποτέ.





Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2020

Βιβλιοκριτική | Αλκυόνη Παπαδάκη - Βαρκάρισσα της Χίμαιρας | Νινέτα Πλυτά

Την ιστορία μας διηγείται η Θεανώ, ένα κορίτσι μεγαλωμένο με μια ιδιότροπη μητέρα, που τον περισσότερο καιρό είναι χαμένη στον δικό της κόσμο, στον οποίο έχουν θέση μόνο ο αγαπημένος της γιος και ο γιατρός του χωριού. Μέσα από τα δικά της μάτια θα γνωρίσουμε τον Τζόνυ, τον αγαπημένο της αδελφό, τον Λιούλη, τον πατέρα της και όλους τους άλλους χαρακτήρες εκτός σπιτιού, που η είσοδός τους στο σπίτι θα φέρει τα πάνω κάτω στις, έτσι κι αλλιώς, ανύπαρκτες ισορροπίες.

Μια ιστορία για μια δυσλειτουργική οικογένεια, όπου η μόνη που τελικά μαθαίνει να επιβιώνει σ' αυτό τον κόσμο είναι η, πολλές φορές, κυνική Θεανώ. Και ένα μυστικό, ίσως κάπως προβλέψιμο, το οποίο όμως αποκαλύπτεται εκεί που δεν το περιμένεις, μπλέκοντας ακόμα περισσότερο τις ταλαιπωρημένες ζωές τους.

Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη που διαβάζω και ήταν αρκετά διαφορετικό από όσα έχω διαβάσει μέχρι τώρα. Αν ψάχνεις γρήγορη πλοκή, μυστήριο, σασπένς, δε θα το βρεις εδώ (υπάρχει ένα μυστικό που σκάει σαν βόμβα αλλά δεν είναι η πλοκή που έχει σημασία σ' αυτό το βιβλίο). Θα βρεις, όμως, μεγάλα μηνύματα για τη ζωή, τις ανθρώπινες σχέσεις, την αγάπη, δοσμένα μέσα από εικόνες που, τις περισσότερες φορές, έχουν σχέση με τη θάλασσα.

Ως προς τη δομή, υπάρχουν διακριτές ενότητες, όχι ακριβώς κεφάλαια, οι οποίες σε κάποιο σημείο μπερδεύονται. Όμως, η απουσία χρονικών προσδιορισμών σε συνδυασμό με τη φιλοσοφική διάθεση, δίνει στην ιστορία μια ονειρική διάσταση, όπου συνειδητοποιείς ότι δεν σε νοιάζουν πλέον οι λεπτομέρειες αλλά τα νοήματα. Και κυρίως τα συναισθήματα!

Κλείνοντας αυτό το βιβλίο ένιωσα ικανοποιημένη που το διάβασα, κι ας το βαριόμουν λίγο στην αρχή. Τόσα γνώριμα συναισθήματα και η γραφή τόσο τρυφερή. Η απουσία εκτενών περιγραφών και η στοίχιση των προτάσεων παραπέμπουν σε στροφές ποιημάτων. Το πρώτο βιβλίο που μου αποδεικνύει ότι δεν είναι πάντα η πλοκή το παν!

Αποσπάσματα που ξεχώρισα:
👉 Το 'χω αυτό το κουσουράκι από μικρή.  Όταν ρίχνουν κάποιον οι άλλοι κάτω εγώ τρέχω να του συμπαρασταθώ. Μη χάσω... Στο τέλος σηκώνεται αυτός και για ν' αποδείξει τη δύναμή του, ρίχνει κάτω εμένα.
Και τότε δεν έρχεται κανείς.
👉 Ο πόνος της έμοιαζε με κείνα τα βουβά τεράστια κύματα που ξεπηδούν από τα σπλάχνα του ωκεανού και δε φτάνουν ποτέ να ξεσπάσουν σε κάποιαν ακρογιαλιά.
👉 Εγώ τα είχα βρει μια χαρά με τη ζωή. Γίναμε κολλητάρια και τα περνούσαμε περίφημα. 
Πήγαινα ως εκεί που μ' έπαιρνε. Για να χαίρομαι. 
Κι αν είχα κέφι, προχωρούσα ως εκεί που δε μ' έπαιρνε. 
Για να μαθαίνω.

Υ.Γ. Απαραίτητος εξοπλισμός: μολύβι (κόντεψα να υπογραμμίσω όλο το βιβλίο).

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

Βιβλιοκριτική | Ρόζαμουντ Πίλτσερ - Ψάχνοντας για Κοχύλια | Νινέτα Πλυτά



ΟπισθόφυλλοΕίναι η ιστορία μιας γυναίκας συνηθισμένης, όμως αυτό ακριβώς της δίνει την ιδιαίτερη δύναμη και αξία της. Η Πενέλοπε ήταν τυχερή γιατί είχε γονείς που τη λάτρευαν. Ήταν άτυχη στον απερίσκεπτο και τελικά ανέραστο γάμο της. Ήταν τυχερή γιατί βρήκε αργότερα μια μεγάλη κι αληθινή αγάπη, αλλά πάλι άτυχη για τα προβλήματα και τις τραγωδίες που της προκάλεσε. Απέκτησε τρία παιδιά και τα κράτησε στην αγκαλιά της νιώθοντας τυχερή και ευτυχισμένη. Αλλά, όπως πολλές μητέρες, με τον καιρό άλλαξε λίγο - πολύ γνώμη και γι' αυτό. . . Γύρω από την Πενέλοπε η ζωή σφύζει, λες και μας παρουσιάζει η ίδια σε ένα φωτογραφικό άλμπουμ τα πρόσωπα που γνώρισε και αγάπησε. "Αν οι ιστορίες μου δεν έχουν ευτυχισμένο τέλος, έχουν πάντα ένα ελπιδοφόρο τέλος. Η ζωή είναι μια σειρά από προβλήματα και αποφάσεις, και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να το καταλάβουμε καλά αυτό", γράφει η συγγραφέας του βιβλίου. Με το Ψάχνοντας για Κοχύλια, αναβιώνει το μεγάλο οικογενειακό μυθιστόρημα. Τους χαρακτήρες που περιγράφονται σ' αυτό θα τους αναγνωρίσετε, θα τους αγαπήσετε και θα τους θυμάστε σε όλη τη ζωή σας.

Όλη η ιστορία είναι μια ρομαντική ενατένιση της φύσης, δοσμένη μέσα απ' το "ευαίσθητο βλέμμα του καλλιτέχνη πατέρα της". Μπορεί η Πενέλοπε να μην έμαθε να ζωγραφίζει, όπως ο διάσημος πατέρας της, αλλά κληρονόμησε από εκείνον την αγάπη για τη φύση, την οποία, μέσα από εκτενείς αλλά καθόλου κουραστικές περιγραφές, μας μεταφέρει η συγγραφέας.

Η Πενέλοπε, ηλικιωμένη πια, αποφασίζει να χαρίσει το "Ψάχνοντας για Κοχύλια" στην Πινακοθήκη του μέρους που μεγάλωσε, νιώθοντας ότι μ' αυτό τον τρόπο τον επέστρεφε στον πατέρα της. Μαζί άφησε όμως κι έναν μεγάλο έρωτα, που δεν κατάφερε να στεριώσει, εκεί "όπου άρχισαν όλα κι όπου είναι σωστό να τελειώσουν".

Για μένα η Πίλτσερ είναι κάτι σαν master στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Οι λεπτομερειακές της περιγραφές δεν κουράζουν αλλά ζωντανεύουν μπροστά στον αναγνώστη το εκάστοτε τοπίο.

Οι διαφορές ανάμεσα στην πρωταγωνίστρια και τον άντρα της μου θύμισαν τις διαφορές δύο κόσμων, αυτού που ενδιαφέρεται για τα χρήματα και την κοινωνική άνοδο και του άλλου, πιο "μποέμ", που απολαμβάνει τη ζωή, αγνοώντας τις συμβάσεις της εποχής. Γι' αυτό και ευχαριστήθηκα πολύ με το μάθημα που έδωσε η Πενέλοπε στα παιδιά της, απλά χαρίζοντας έναν πίνακα που θα τους εξασφάλιζε αρκετά χρήματα. Μποέμ τρόπος ζωής vs Χρήματα 1-0.

Κάθε χαρακτήρας της οικογένειας της Πενέλοπε αντιπροσωπεύει κ έναν κοινωνικό τύπο: την κόρη που νιώθει ότι δεν εκτιμάται από την οικογένεια της και πού ενδιαφέρεται για την κοινωνική της θέση, την καριερίστα που διακρίνεται στον τομέα της και εκτιμά την ανεξαρτησία της, τον γιο, ίδιο με τον πατέρα, που φροντίζει για την καλοπέραση του αδιαφορώντας για τους άλλους. Κι όλοι αυτοί, κινούνται γύρω απ την πρωταγωνίστρια, που τους φρόντισε και τους μεγάλωσε με αγάπη, παρά τις χαώδεις διαφορές τους.

Η επιστροφή στην Κορνουάλη και η περιγραφή του παλιού της σπιτιού, που πλέον είχε γίνει ξενοδοχείο, με συγκίνησε και μ' έβαλε σε σκέψεις για το πόσα τέτοια κτήρια κ φυσικά τοπία έχουν αλλάξει μορφή, προκειμένου να προσφέρουν πολυτελείς διακοπές στους τουρίστες. Αναλογίστηκα τα παλιά παραδοσιακά σπίτια, πόσο φιλόξενα ήταν κάποτε! Και όσα έχουν διατηρηθεί κι έχουν διατεθεί να στεγάσουν τουρίστες, πόσα συναισθήματα έχουν προκαλέσει, συναισθήματα που ο πλούτος και η χλιδή δεν μπορούν να προσφέρουν.

Φράσεις που ξεχώρισα:
👉 Οι οικογενειακοί καβγάδες είναι σαν τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα. Κάθε οικογένεια σκέφτεται: ''Δεν μπορεί να συμβεί σ' εμάς'' - αλλά είναι κάτι που μπορεί να συμβεί σε όλους. Ο μόνος τρόπος για να το αποφύγουμε, είναι να οδηγούμε προσεκτικά και να υπολογίζουμε τους άλλους.
👉Η απουσία είναι σαν τον άνεμο που σβήνει το μικρό κερί, αλλά φυσάει τη θράκα και την κάνει πυρκαγιά.
👉Προσπαθούσα να μην το σκέφτομαι, αλλά πώς γίνεται να σταματήσεις τις σκέψεις σου; Τις κουβαλάς μαζί σου σαν παραφορτωμένο σακίδιο, που δεν μπορείς ποτέ να το ακουμπήσεις κάπου.
👉Ευτυχία είναι να χαίρεσαι όσο γίνεται περισσότερο αυτό που έχεις και πλούτος να χαίρεσαι όσο γίνεται περισσότερο αυτό που απόκτησες.

Συμπέρασμα: ένα βιβλίο που θίγει αρκετά θέματα για το σύγχρονο τρόπο ζωής και που, αφού μας παρουσιάσει έναν πιο βουκολικό (τρόπο ζωής), μας δελεάζει -αρκετά, μπορώ να πω- να τον ζήσουμε, πρώτα μέσα από τις εκτενείς περιγραφές του και έπειτα μέσα από τις δικές μας αποφάσεις.

Υ.Γ.1 Το βιβλίο αυτό το είχα διαβάσει παλιότερα αλλά μου είχε αφήσει τόσο όμορφα συναισθήματα, που παρά τις 700 σελίδες του και τη, συνεχώς αυξανόμενη, λίστα μου με τ' αδιάβαστα, το διάβασα ξανά, μέσα σε μερικές μέρες.

Υ.Γ.2 Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στο χωριό της γιαγιάς μου, εκεί που μικρή περνούσα τα καλοκαίρια, ψάχνοντας για κοχύλια.

Το ''Ψάχνοντας για Κοχύλια'' επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Ψυχογιός και κυκλοφορεί με τον τίτλο ''Μαζεύοντας Κοχύλια''.

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

Βιβλιοκριτική | Sophie Kinsella - Νοικοκυρά για κλάματα | Νινέτα Πλυτά



Μια ιστορία για μια απ' τις μάστιγες της σύγχρονης κοινωνίας, την εργασιομανία, συνέπειες της οποίας όπως άγχος, κρίσεις πανικού κ πολλά άλλα, ανήκουν πλέον στην καθημερινότητα. Μια ιστορία που περιγράφει το σύγχρονο κόσμο, όπου όλοι τρέχουν να προλάβουν και ποτέ δεν σταματούν να κοιτάξουν απ' το παράθυρο. Μια ιστορία που παρά την υπερβολή της (μα,να μην ξέρει να λειτουργήσει το πλυντήριο;), θα μπορούσε να αφορά τον καθένα μας, ανεξαρτήτως φύλου. Κι όλα αυτά, δοσμένα με χιούμορ και μέσα από πολλά αστεία περιστατικά, τα οποία αναδεικνύουν περισσότερο τις ακρότητες του σύγχρονου τρόπο ζωής.

Για μένα, αυτή η ιστορία ήταν ό,τι πιο εύστοχο έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό. Αν και είναι γραμμένη το 2005 (κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2009), παραμένει επίκαιρη. Προσωπικά πιστεύω ότι ίσως είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, δεδομένου ότι πλέον το άγχος, το τρέξιμο κτλ. αφορούν όλες τις ηλικίες. Μεγαλώνουμε τρέχοντας και συνεχίζουμε να τρέχουμε μέχρι που συνειδητοποιούμε ότι δεν έχουμε χρόνο να απολαύσουμε τα πράγματα για τα οποία δουλέψαμε.

Η Σαμάνθα βλέπει τη ζωή που έχτισε με τόσο κόπο, να καταρρέει μέσα σε μερικές στιγμές. Μην μπορώντας να δεχτεί όσα συνέβησαν, μπαίνει σ' ένα τρένο και καταλήγει σε ένα χωριό, μακριά απ' την πολύβουη ζωή του Λονδίνου. Μετά από μια μεγάλη παρεξήγηση, θα καταλήξει να εργάζεται ως οικιακή βοηθός ενός ζευγαριού. Ακολουθούν πολλά αστεία περιστατικά, που οδηγούν στη γνωριμία της με τον Ναθάνιελ, τον κηπουρό του σπιτιού. Όπως είναι αναμενόμενο, δε θ' αργήσουν να γίνουν ζευγάρι και η Σαμάνθα θα αγαπήσει τον ταπεινό τρόπο ζωής καθώς και την μαγειρική. Θα συνειδητοποιήσει, παρά τη μεγάλη ευκαιρία που θα της δοθεί, ότι προτιμά να ζήσει μια ήρεμη ζωή αντί να συνεχίσει στους προηγούμενους ρυθμούς της. Κι έτσι, το βιβλίο αυτό, θα αποτελέσει μια αχτίδα ελπίδας για τον σύγχρονο άνθρωπο.

Το συγκεκριμένο βιβλίο με άγγιξε γιατί έθιξε ένα θέμα (τον σύγχρονο τρόπο ζωής) που με απασχολεί πολύ τον τελευταίο καιρό. Είναι ένα θέμα που νομίζω προκύπτει συχνά όταν αλλάζουμε περιβάλλον και πηγαίνουμε σε ένα πιο χαλαρό μέρος, μακριά απ' τους γρήγορους ρυθμούς των μεγάλων πόλεων. Σκεφτείτε μόνο αυτό: στην επαρχία μπορεί να χρειαστεί να περιμένετε αρκετή ώρα για τη συγκοινωνία. Το κάνετε άνετα, πολύ απλά γιατί έχετε χρόνο. Στην πόλη, όταν το μέσο σας έρχεται στα 7 λεπτά, κατά πάσα πιθανότητα, ξεφυσάτε. Γιατί εκεί ο χρόνος τρέχει και κάθε λεπτό μετράει. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και στη Σαμάνθα, η οποία είχε μάθει από τη δουλειά της να χωρίζει το χρόνο της σε 6λεπτα.

Νομίζω οι περισσότεροι, όπως η Σαμάνθα, έχουμε την αίσθηση, ότι αν χαζέψουμε λίγο, σπαταλάμε πολύτιμο χρόνο. Πόσα διαλείμματα, απαραίτητα για την σωματική ή ψυχική μας υγεία, έχουμε θυσιάσει στο βωμό των υποχρεώσεων; Πόσες φορές έχουμε πει "αύριο" και πόσα αύριο δεν έχουν έρθει ακόμη; Μάλιστα, στο βιβλίο ακούγεται η άποψη ότι οι σύγχρονες μορφές εξάρτησης είναι το τσεκάρισμα των e-mail και το κοίταγμα του ρολογιού. Συμφώνησα απόλυτα. 

Χαρακτηριστικές είναι κάποιες σκέψεις της Σαμάνθα:
• "Ούτε που μου 'χε περάσει ποτέ απ' το μυαλό να βάψω τα μαλλιά μου. Τι άλλο μπορεί να έχω χάσει;"
• ...υπήρχαν πράγματα που δεν ήξερα ότι ήθελα. Πράγματα που δε γνώριζα καν ότι υπήρχαν πριν από μόλις μερικές βδομάδες. Όπως ο καθαρός αέρας. Όπως το να μη δουλεύω τα βράδια. Ή και τα σαββατοκύριακα. Να κάνω σχέδια με φίλους. Να κάθομαι στην παμπ αφού έχω τελειώσει τη δουλειά μου, να πίνω μηλίτη και να μην έχω τίποτε να κάνω, να σκεφτώ, να κρέμεται πάνω απ' το κεφάλι μου.

όπως και ο παρακάτω διάλογος με τη γειτόνισσά της, ενδεικτικός των αντιλήψεών της πριν τη μεγάλη αλλαγή:
• "Στην εποχή μου", λέει κουνώντας το κεφάλι της, "όλα τα μορφωμένα κορίτσια μάθαιναν πώς να ράβουν ένα κουμπί, να μαντάρουν μια κάλτσα και να στριφώνουν ένα γιακά".
"Στη δική μου εποχή δε μας μάθαιναν", απαντώ ευγενικά. "Μας μάθαιναν να μελετάμε για τις εξετάσεις μας ώστε να εξασφαλίσουμε μια αξιόλογη σταδιοδρομία. Μας μάθαιναν να έχουμε άποψη. Να χρησιμοποιούμε το μυαλό μας".

Πολλοί μπορεί να σκεφτούν ότι πρόκειται για μία ακόμη αναπαραγωγή του στερεότυπου της γυναίκας ως νοικοκυρά. Νομίζω ότι στο συγκεκριμένο βιβλίο, γίνεται ακριβώς το αντίθετο, μιας και η πρωταγωνίστρια σε όλη τη διάρκεια του έργου είναι πρωτίστως μια επιτυχημένη δικηγόρος. Η επιλογή του ρόλου της νοικοκυράς, θεωρώ, γίνεται κυρίως για να γίνει η μετάβαση στον ήρεμο τρόπο ζωής ενώ οι δουλειές που αναφέρονται ως χρέη της οικιακής βοηθού, είναι καθημερινές δουλειές του σπιτιού, που μπορούν να γίνουν απ' τον καθένα, με στόχο να εντείνουν την κωμικότητα της κατάστασης και συνεπώς την κριτική στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Πιστεύω, δηλαδή, ότι η χρήση του τύπου της νοικοκυράς γίνεται με στόχο την σάτιρα των γρήγορων ρυθμών ζωής, η οποία γίνεται πιο διακριτή με την επιλογή μιας γυναίκας πρωταγωνίστριας έναντι ενός άντρα, που δεν εργάζεται συχνά ως οικιακός βοηθός (πέρα από τους μπάτλερ, ίσως).