Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Αθανασέλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Αθανασέλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

Eνδοσκέψεις | Δημήτρης Αθανασέλος



Κι εμείς φορούσαμε το φόβο για να μας προστατέψει από το κρύο.
Δεν είχαμε καταλάβει πως κρυώναμε από τα μέσα μας και όχι από έξω.
Άσε που έμπαζε χρόνο με το χρόνο, καιρό με τον καιρό όλο και περισσότερο
ο βοριάς. Καταντήσαμε επαίτες, ζητιάνοι ικετεύοντας για την ικανοποίηση
του φόβου. Δεν πρέπει όμως να ντρέπεσαι πια, γυμνός έχεις περισσότερα να δώσεις.
Αυτή είναι η ώρα που μπορείς και φοράς κι εσύ φωτοστέφανο. Αυτή είναι η ώρα
που πετάς τις μάσκες και μ'αντικρύζεις γυμνό. Αυτή είναι η ώρα που κλαις για τις
στιγμές που πήγαν χαμένες, για τα ηλιοβασιλέματα που δε πρόλαβες να δεις,
για τις ανείπωτες χαρές που δεν ένιωσες, για τη δυσκολία σου να καταλάβεις
το είναι μου και το είναι σου.
Δεν πειράζει, υπάρχει χρόνος αγάπη μου.



Τρίτη 24 Ιουλίου 2018

Το φαινόμενο Beatniks Λογοτεχνικό κίνημα, τρόπος ζωής ή και τα δύο; (part2) | Δημήτρης Αθανασέλος

[...]

Τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα της Beat λογοτεχνίας.



William S. Burroughs's Naked Lunch (1959)

Το "Γυμνό γεύμα" δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1959 και στην Αμερική το 1962. Οι υπεύθυνοι του εκδοτικού οίκου συνελήφθησαν λόγω του άσεμνου περιεχομένου του και το στοκ
 κατασχέθηκε από τις Aρχές.

Tρία χρόνια μετά ακολούθησε η περίφημη δίκη του "Γυμνού γεύματος" και μόλις τον Ιούλιο του 1966 το Aνώτατο Δικαστήριο της Mασαχουσέτης αποφάσισε να επιτρέψει την κυκλοφορία του βιβλίου, μια ιστορική απόφαση που σημείωσε το τέλος της λογοκρισίας στις HΠA, στο πεδίο της λογοτεχνίας. Το βιβλίο έγινε γρήγορα θρύλος και μαζί με το "Στο δρόμο" του Kέρουακ και το "Oυρλιαχτό" του Γκίνσμπεργκ αποτελούν πλέον την "κoρυφαία τριάδα" της μπιτ λογοτεχνίας. Το 1991, κυκλοφόρησε η ομότιτλη ταινία του Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ, βασισμένη εν μέρει στο μυθιστόρημα αυτό αλλά και σε άλλα έργα του Μπάροουζ. Το 2005, το Time magazine περιέλαβε το "Γυμνό γεύμα" στα 100 καλύτερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν στην αγγλική γλώσσα από το 1923.

Άξονας του βιβλίου η άγρια περιπέτεια του ναρκομανή Ουίλιαμ Λι, που δραπετεύει από τη Νέα Υόρκη και καταλήγει στην Ταγγέρη, στην κολασμένη "Διαζώνη" των παραισθήσεων, των ουσιών,
και του ομοφυλόφιλου, οργιώδους σεξ. Στην ουσία το βιβλίο αποτελεί μια τολμηρή κατάβαση στη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης ασκώντας δι' αυτής μια σκληρή κριτική στη δυτική και κυρίως την αμερικάνικη κουλτούρα του μεταφυσικού συντηρητισμού, της βίας, του σεξισμού, της πολιτικής διαφθοράς - στοιχεία που σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι εμφανή στον δυτικό πολιτισμό.

Το "Αποκαταστημένο κείμενο" αυτής της έκδοσης είναι κατά 20% μεγαλύτερο σε έκταση από την αρχική έκδοση του 1959. Δημοσιεύεται πρώτη φορά στα ελληνικά με τις διορθώσεις των δύο γνωστότερωνμελετητών του Μπάροουζ, του Τζέιμς Γκράουερχολτζ και του Μπάρι Μάιλς, ενώ επίσης περιλαμβάνει σε παράρτημα σημειώσεις του Μπάροουζ, διάφορα δοκίμια και εισαγωγές που έγραψε κατά καιρούς για το βιβλίο του, κείμενα που απορρίφτηκαν για διάφορους λόγους καθώς και εναλλακτικά προσχέδια του μυθιστορήματος.

Allen Ginsberg's Howl (1956),

Αν αρκεστούμε στο συμπέρασμα πως το "Ουρλιαχτό" είναι απλά και μόνο το ποιητικό μανιφέστο της Μπιτ γενιάς, τότε έχουμε χάσει αυτόματα την πραγματική εμπειρία ενός εκ των σπουδαιότερων
δειγμάτων της μεταμοντέρνας ποίησης. Το ποίημα διαθέτει μια πρωτόγνωρη για την εποχή του (κι όχι μόνο) ελευθερία στο λόγο και μια ασυνήθιστη ρητορική φόρμα, ξεχωρίζοντας από την κυρίαρχη γραμμή της αμερικάνικης ποίησης που από την εποχή του Whitman μέχρι σήμερα, λίγοι ήταν οι ποιητές που κατάφεραν να την κρατήσουν στη ζωή (όπως ο Pound, ο Williams, ο Cummings, ο Berryman, ο Norse,ο Bukowski κ.ά.).

Ο Allen Ginsberg χρησιμοποίησε χρησιμοποίησε το ψυχολογικό αδιέξοδο και την ιδεολογική ήττα για να μας εισάγει σε μία, ώριμη πλέον, επείγουσα και συνειδητοποιημένη απόπειρα ακύρωσης του στημένου παιχνιδιού, τόσο της ζωής όσο και της ποίησης.Αυτή η παγκοσμιοποιημένη πλέον ήττα είναι που προσδιορίζει δραματικά ολόκληρο τον σύγχρονο κόσμο.

Ο Ginsberg ήρθε σε απόλυτη ρήξη με όλες εκείνες τις δυνάμεις που εξαντλούν και καταδυναστεύουν απανταχού το πνεύμα της ζωής και του καθαρού Λόγου. "Όποιος αρνείται την μουσική των σφαιρών αρνείται την ποίηση,αρνείται τον άνθρωπο, φτύνει τον Blake, τον Shelley, τον Χριστό, και τον Βούδα... το σύμπαν είναι ένα νέο λουλούδι... όποιος θελήσει πόλεμο με τα ρόδα θα τον έχει".


Jack Kerouac's On the Road (1957)

 Ο αφηγητής του, ο Σαλ Παραντάιζ  για το νόημα του "Στο δρόμο"...."Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα
 την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριώνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, που σκάνε σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στα αστέρια κι από μέσα τους ξεπηδά το μπλε φως της καρδιάς τους, κι όσοι τους βλέπουν κάνουν: Αααα!!!! με θαυμασμό»…".

Αυτή η αναζήτηση επιβεβαίωσης φέρνει τον Σαλ στο δρόμο για το Ντένβερ και το Σαν Φρανσίσκο, το Λος Άντζελες, το Τέξας και το Μεξικό, άλλοτε με τον Ντην Μόριαρτι, τον ήρωα-άγιο φίλο του, άλλοτε μονάχο του. (...) Υπάρχουν κομμάτια του "Στο δρόμο" όπου το γράψιμο έχει τόση ομορφιά που σχεδόν σου κόβεται η ανάσα. Υπάρχει η περιγραφή μιας τσάρκας μ' αυτοκίνητο μέσα απ' όλη τη χώρα που μοιάζει πολύ με μια τσάρκα πάνω σε τραίνο που αφηγείταιο Τόμας Γουλφ στο "Του καιρού και του Ποταμού". Υπάρχουν λεπτομέρειες ενός ταξιδιού στο Μεξικό (κι ένα ιντερλούδιο σ' ένα μεξικάνικο μπορντέλο) που είναι μαζί τρομερές, τρυφερές και αστείες.

 Και, τελικά υπάρχει μια περιγραφή τζαζ που δεν υπάρχει άλλη τέτοια στο αμερικάνικο μυθιστόρημα, τόσο για τη διορατικότητά της, όσο για το στυλ και την αριστουργηματική τεχνική της.
«Μια μέρα θα βρω τις σωστές λέξεις, και θα είναι απλές»

Beatniks και μουσική.




Στα έργα της γενιάς των μπιτ, οι πλέον αντιπροσωπευτικοί χαρακτήρες ήταν μοναχικοί με έναν τρόπο που αντανακλούσε την πραγματικότητα ορισμένων δημιουργών, μα εμμέσως και το πρότυπο της τζαζ: τον σόλο αυτοσχεδιαστή μουσικό στην ολότητα της ζωής και της δημιουργίας του.

Προσωπικότητες που κινούνταν από το ένα μέρος στο άλλο, στην προσπάθειά τους να συγκινηθούν και να επικοινωνήσουν σε βάθος. Κοινό σημείο της αναζήτησης, της κοινωνικής αποδοχής και της ελευθερίας των μαύρων μουσικών, η τζαζ ήταν ένα δυναμικό στοιχείο που επαναλαμβανόταν ασταμάτητα στη μπιτ λογοτεχνία∙ γέμιζε τις ώρες και τις μέρες των αναζητήσεων, της διασκέδασης και των ενδοσκοπήσεων. Η μαύρη μουσική γέμιζε το λευκό κενό.

 Προσωπικότητες που βυθίζονταν μέσα της, συχνά αναδύονταν εν εγρηγόρσει. Η τζαζ χρησίμευε ως τονωτικό, ως ελατήριο. Οι μπιτ αρνήθηκαν τη νόρμα, το συμβατικό νόημα του κόσμου,
και απέναντι σ’ αυτό το γεγονός βρέθηκαν σαρωμένοι, μπερδεμένοι και περιθωριοποιημένοι. Η τζαζ τους αναπτέρωσε το ηθικό. Από κάθε άποψη, η μουσική αυτή διέθετε τη συνεκτικότητα και
 τη συνέπεια που εκείνοι ως γενιά, όσο κι αν αναζητούσαν, ποτέ δεν κατέκτησαν. Ο όρος «beat» προϋπήρξε ήδη στο λεξιλόγιο των μουσικών της τζαζ: “I’m beat right , down to my socks”,
“I’m dead beat”, “Man, I’m beat” και ούτω καθεξής. Η αισθητική της καθιερώθηκε στις απαγγελίες ποίησης και στις αναγνώσεις, που κάποια στιγμή άρχισαν να μοιάζουν, ή πράγματι να είναι,
 συναυλίες. Στο Σαν Φρανσίσκο, οι απαγγελίες ποίησης με τη συνοδεία τζαζ είχαν προ πολλού ξεκινήσει.Είναι γνωστό, βεβαίως, ότι πολλοί από τους μπιτ περνούσαν ατελείωτες ώρες στα
 μεταμεσονύκτια κλαμπ όπου παιζόταν αρχικά το μπίμποπ.

Η τζαζ λοιπόν κατακλύζει τόσο τα πεζά όσο και τα ποιητικά κείμενα των μπιτ… Στα πιο σπουδαία ποιήματα του είδους είναι μάλλον δύσκολο να προσλάβει κανείς τον τζαζ χαρακτήρα τους,
 αν δεν είναι μυημένος, ή αν δεν έχει τη δυνατότητα της ακρόασης των ηχογραφήσεων, ιδιαίτερα όπου η απαγγελία συνοδεύεται από ζωντανή μουσική.

Η εκ βαθέων, αυτόματη-αυθόρμητη γραφή, αποτέλεσε για ένα μεγάλο διάστημα, ιδεώδες στη λογοτεχνία τους. Ορμώμενοι από τον επί τόπου αυτοσχεδιασμό των μουσικών της τζαζ, δημιούργησαν μια πολύ ξεχωριστή, συγκλονιστική γραφή. Λίγοι όμως ήταν αυτοί που επιδόθηκαν σ’ αυτήν. Ήταν πολλοί οι λογοτέχνες της εποχής που, ζώντας το παραλήρημα αυτής της ιδέας, κατάφεραν να μην αναγνωρίσουν ούτε αυτοί οι ίδιοι τι ακριβώς επιδίωκαν ή έγραφαν. Σ’ αυτό το σημείο, χρειάστηκε να βάλει το χέρι του ένας πνευματικός κανόνας, ώστε να δημιουργηθεί
 πραγματική ποίηση, κι όχι μία, αισθητικού μόνο ενδιαφέροντος, «εξομολογητική γραφή».

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018

Συνέντευξη με τους Phase | Δημήτρης Αθανασέλος


Οι Phase είναι ένα πολυφυές συγκρότημα που μέσω της μουσικής του καταφέρνει επιτυχώς να παντρέψει το alternative rock με τη σκοτεινή ψυχεδέλεια· ξεσπάσματα, industrial περάσματα και ανατολίτικα folk ηχοτόπια. Η έδρα τους είναι το Newcastle της Αγγλίας. Η μουσική τους, όπως και τα άτομα που το απαρτίζουν, είναι ένα κράμα από ανόμοια φαινομενικά συστατικά
που όταν εν τέλει ενωθούν, δημιουργούν κάτι το ιδιαίτερο και ξεχωριστό. Επιτυγχάνουν τη σύζευξη ποίησης και μουσικής, ενώ οι live εμφανίσεις τους θυμίζουν τελετουργικό μύησης.
Το Pause άδραξε την ευκαιρία και επικοινώνησε με τον frontman του συγκροτήματος Θάνο Γρηγορίου.

Συνέντευξη στο Δημήτρη Αθανασέλο

Καλησπέρα Θάνο! Χαίρομαι σήμερα που έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε έπειτα από πολύ καιρό.

Καλησπέρα Δημήτρη, πράγματι έχει περάσει αρκετός καιρός απο την τελευταία φορά που μιλήσαμε και χάρηκα που επικοινώνησες μαζί μου.

Ξεκινώντας θέλω να μου πεις για την αρχική έμπνευση του ονόματος του συγκροτήματος PHASE. 

Τον Δέκεμβρη του 2004 νομίζω, αν όχι 2003, ψάχναμε όνομα με το σχήμα που εξελίχθηκε σ'αυτό που είναι οι Phase σήμερα. Μετά απο αρκετές μέρες απελπισίας μου ήρθε ξαφνικά η επιφοίτηση. Ψάχναμε κάτι εύηχο και να έχει συνάρτηση με το χρόνο. Επειδή χρησιμοποιούσαμε αρκετά την φράση «καλή φάση» στους κύκλους μας, πιθανόν να προέκυψε απο εκεί. 
  
Και το κίνητρο της δημιουργίας των PHASE;

Kίνητρο ήταν η μουσική σαν αυτοσκοπός. Εκείνη την περίοδο στην προσπάθεια μου να ανακαλύψω τη μουσική μου ταυτότητα, επεδίωκα να παίζω όσο πιο πολλά διαφορετικά είδη μουσικής, με όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούσα. Το θετικό είναι πως μέσα από αυτή τη διαδικασία απέκτησα, εκτός από σχιζοφρενικό γούστο στη μουσική, και πολύ καλούς φίλους.


Οι στίχοι τι θέματα πραγματεύονται; Απ' ό,τι έχω παρατηρήσει είναι άκρως εσωτερικοί, σκοτεινοί και με ιδιαίτερα έντονη ποιητικότητα,
σα να αγωνίζεσαι εσωτερικά, να περιμένεις κάτι (The Wait: 2ο άλμπουμ των Phase) ή σα να περιμένεις τις συνέπειες των πράξεων σου (In Consequence: 1o άλμπουμ των Phase).

Νομίζω οι τίτλοι των δίσκων δίνουν το ύφος, σαν μία ίδεα γύρω απο την οποία περιστρέφομαι για κάποια συγκεκριμένη περίοδο. Χωρίς αυτό να είναι απόλυτο μιας και
παλιότερα κομμάτια μπαίνουν σε επόμενες δουλειές κτλ.  Το «In Consequence» ως ένα βαθμό εξετάζει τη συνεπειοκρατεία που διέπει, δε θα πω το σύμπαν αλλά την κοινωνική
 πραγματικότητα, για να το φέρω στις δικές μας διαστάσεις και το πόσο μεγάλο μπορεί να ειναι το περιθώριο για ελεύθερη βούληση. Ξαναλέω, όχι με αυστηρό τρόπο, δεν είναι
concept δίσκοι, απλά ντύνονται με ένα επιπλέον πέπλο, ένα πρίσμα. Η ιδέα πίσω απο το «The Wait» είναι ότι πάντα περιμένουμε κάτι·  ποτέ δεν είμαστε εκεί που θέλουμε, πάντα περιμένεις να πας διακοπές, να πληρωθείς, να μεγαλώσεις, να μπορείς να πιεις στα club, να πάρεις σύνταξη, να τελείωσεις τις δόσεις του δανείου, να παντρευτείς. Καμιά φορά η προσμονή είναι δηλητηριώδης, γιατί δε βιώνεις ποτέ τη ζωή σου στο παρόν. Δεν μπορώ να πω ότι μπορώ να ταυτιστώ με την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν όταν τα έβαζα μαζί. Όμως συνήθως δημιουργώ πρώτα την ατμόσφαιρα έχοντας έτσι
 μια κεντρική ιδέα σαν οδηγό.

Σε σχέση τώρα με το μουσικό σας ύφος, τα δύο πρώτα άλμπουμ σας έχουν μια κοινή συνισταμένη. Είναι άκρως
ψυχεδελικά, σκοτεινά και πομπώδη αλλά από την άλλη είναι εντελώς διαφορετικά ως προς την προσέγγιση και μουσικά και στιχουργικά...και
αλήθεια δεν ξέρω τι καινούριο μας περιμένει με το νέο σας άλμπουμ, αν έχετε κάτι στα σκαριά.

Έχεις απόλυτο δίκιο σ΄αυτό. Θυμάμαι στα «μεταλλικά» νιάτα μου προσπαθούσα να γράψω κάτι, αλλά δε λειτούργησε καθόλου, όντας επιτηδευμένο και μη
 αυθεντικό. Δεν υπάρχει κάτι πιο αυθεντικό από το να γράψείς για την ανθρώπινη κατάσταση μέσα από το πρίσμα σου νομίζω.
 Κάποιοι σαν τον Σαίξπηρ μπορούν να σε μεταφέρουν σε μέρη που δεν έχουν πάει ούτε οι ίδιοι, όμως θεωρώ πολύ πιο γοητευτικό το να μεταφέρεις κάποιον σε μέρη που έχει πάει
και πολλές φορές θα ήθελε να αγνοεί την ύπαρξη τους, όπως οι πιο σκοτεινές γωνιές του χαρακτήρα του. Νομίζω έχει ένα είδος εξιλεωτικού χαρακτήρα
όλο αυτό. Η μεγαλύτερη μου ανησυχία για το νέο υλικό, λόγω της φύσεως του, είναι η ανιαρή επαναληπτικότητα. Φαντάσου να έρχεται ένας τύπος κάθε βράδυ στο μπαρ
που δουλεύεις και να σου λέει τον πόνο του κάθε φορά... Ωστόσο, είμαι αισιόδοξος από την μορφή που παίρνει το καινούριο μας υλικό!  Ίδωμεν.

Πότε υπολογίζετε να κυκλοφορήσει το νέο σας άλμπουμ;

Όπως ξέρεις από πρώτο χέρι δεν τα πάμε καλά με τις διορίες, θα κυκλοφορήσει ένα κομμάτι πρόδρομος του δίσκου τον άλλο μήνα. Μουσικά θα ακούγεται γνώριμο,
 έχουμε δουλέψει αρκετά περισσότερο το ηχητικό κομμάτι αυτή την φορά όμως.

Παρατηρώ επίσης πολλές αλλαγές στο line up των Phase. Υπήρχε έντονη ανάγκη να βρεις τους κατάλληλους ή ήταν θέμα συγκυριών και απλά έτυχε;

Ήταν καθαρά θέμα συγκυριών! Ακριβώς όπως συμβαίνει με παρέες ή συντρόφους σε όλους μας. Κατάλληλος μπορεί να είναι ο καθένας που είναι διατεθειμένος να δώσει ένα κομμάτι από την ψυχή του σ'αυτό, και επιπλέον είναι και στάση ζωής, όχι απλά ένα project που κάνεις και μετά επιστρέφεις στην καθημερινότητα. Μια τέτοιου είδους αφοσίωση είναι μεγάλη δέσμευση και οι ανάγκες και προτεραιότητες των μελών μεταλλάσσονται διαρκώς, πόσο μάλλον σε ένα διάστημα πολλών χρόνων.Με τον Βασίλη και τον Δάμο ειμάστε 7+ χρόνια στο σχήμα, και φίλοι για πολλά περισσότερα και ο Άνταμ είναι μαζί μας 4.

Απ' ό,τι είδα και στο site της μπάντας αυτή την περίοδο δεν έχετε προγραμματισμένο κάποιο live ή tour όπως συνηθίζατε.
Σε τι «φάση» ειναι οι Phase αυτόν τον καιρό;

Είμαστε σε μια μακρά περίοδο ανασυγκρότησης αυτό τον καιρό.  Έχουμε πλήρως μεταφερθεί όλοι στην ίδια πόλη στο Newcastle της Αγγλίας και δεν έχουμε πλέον εκκρεμότητες να μας κρατάνε από το να σχεδιάσουμε τις κινήσεις μας, σχολές, στρατιωτικό κτλ. Η επόμενη μας συναυλία είναι τον Αύγουστο αλλά δεν έχει ανακοινωθεί ακόμη και επίσης συζητάμε για μια μικρή περιοδεία σε κεντρική και ανατολικά Ευρώπη το Νοέμβρη. Επιπλέον δουλέυουμε τον νέο δίσκο και επικείμενες κυκλοφορίες.


Κλείνοντας τη συνέντευξη θα ήθελα να σε ευχαριστήσω για τον χρόνο που διέθεσες και για τις πληροφορίες που μοιράστηκες. Ελπίζω (κι εγώ και το κοινό σας) στο άμεσο μέλλον να σας
δούμε και από κοντά στην Ελλάδα!

Εγώ σ'ευχαριστώ Δημήτρη για την ευκαιρία που μου έδωσες να μοιραστώ τα νεώτερα και τις εξελίξεις της μπάντας. Κι εμείς οι ίδιοι ευελπιστούμε ότι πολύ σύντομα θα επιστρέψουμε για ένα μικρό tour στα...πάτρια εδάφη.  Όποιος επιθυμεί να ενημερώνεται για τα νέα μας μπορεί να μας βρει στα παρακάτω links:




Τέλος, μία «γεύση» απ'τους Phase



Πέμπτη 12 Ιουλίου 2018

Το φαινόμενο Beatniks Λογοτεχνικό κίνημα, τρόπος ζωής ή και τα δύο; (part1) | Δημήτρης Αθανασέλος


Ο όρος μπιτ γενιά ή γενιά μπιτ (αγγλικά: beat generation) αναφέρεται στο λογοτεχνικό κίνημα που έδρασε στην Αμερική τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Αν και στην πραγματικότητα, αποτέλεσε μια ολιγάριθμη ομάδα, η επίδραση της στην αμερικανική λογοτεχνία και κοινωνία ήταν αρκετά σημαντική ώστε να χαρακτηριστεί ως μια καλλιτεχνική γενιά. Ειδικότερα, θεωρείται πως η μπιτ λογοτεχνία είχε ουσιαστική επιρροή στα μεταγενέστερα κινήματα των χίπις ακόμα και του πανκ.

Η Μπιτ γενιά θεωρείται πως δεν έδωσε απλά ένα νέο ύφος στην αμερικανική λογοτεχνία αλλά προκάλεσε μια γενικότερη εξέγερση ενάντια στις κοινωνικές συμβάσεις της συντηρητικής κοινωνίας της δεκαετίας του '50. Την εποχή εκείνη κυριαρχεί στην κοινωνική ζωή η έννοια του αμερικανικού ονείρου. Η απόκτηση υλικών αγαθών έχει αναχθεί σε απόλυτο ιδανικό ενώ παράλληλα το ψυχροπολεμικό κλίμα ευνοεί την καταδίκη κάθε μη συμβατικής συμπεριφοράς.

«Αυτό θα πει μπιτ. Ζήσε τη ζωή σου. Όχι, αγάπησε τη ζωή σου. Όταν θα ’ρθουν να σε πετροβολήσουν, τουλάχιστον δε θα ’χεις γυάλινο σπίτι, θα ’χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου».

Οι μπίτνικς έδρασαν μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα και αντέδρασαν, επιδερμικά, μέσω της λογοτεχνίας ή της ποίησης ενάντια στον κομφορμισμό και την αλλοτρίωση της αμερικανικής κοινωνίας.

Οι τρόποι ζωής που η ομάδα των μπιτ συγγραφέων υιοθέτησε ήταν αντίθετοι προς τη χαρακτηριστική οικογενειακή ζωή της δεκαετίας του '50 ενώ αρκετοί από αυτούς πειραματίστηκαν με ψυχοτρόπες ουσίες, κυρίως παραισθησιογόνα, αποτυπώνοντας παράλληλα τις εμπειρίες τους στα έργα τους. Αρκετοί συγγραφείς ήρθαν σε επαφή και με τις ανατολικές θρησκείες και ιδιαίτερα τον ζεν βουδισμό.

Πολλοί ακόμα προέβαλαν στα έργα τους οικολογικά μηνύματα, όπως ο Γκάρυ Σνάιντερ ή ο Μίχαελ Μακλούρ.

Ο όρος «γενιά των Μπιτ» δημιουργήθηκε από τον Τζακ Κερουάκ (Jack Kerouac) το 1948 σε μια συνομιλία του με τον μυθιστοριογράφο Κλέλλον Χόλμς (Clellon Holmes). Αυτή η φράση όμως έγινε
 γνωστή στο κοινό με το άρθρο που ο Χολμς έγραψε για τους Νιου Γιορκ Τάιμς (New York Τimes) στις 16 Νοεμβρίου 1952, με τίτλο «Αυτή είναι η γενιά των Μπιτ». Η λέξη «μπιτ» δεν σήμαινε τίποτα περισσότερο από κακό, ή κατεστραμμένο, ή «ξοδεμένο», έννοιες που παρέπεμπαν σε ήττα, παραίτηση, απογοήτευση.

 Αυτό το συναίσθημα είναι που ο Κερουάκ εντοπίζει στον εαυτό του και στους φίλους του που ενηλικιώθηκαν κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά δεν μπορούσαν να «χωρέσουν» στην στολή του στρατιώτη ούτε στο κουστούμι του νέου, πολλά υποσχόμενου επιχειρηματία.

Ήταν ηττημένοι γιατί δεν πίστευαν στις «κανονικές» δουλειές και έπρεπε να αγωνιστούν για την επιβίωση, ζώντας σε βρώμικα διαμερίσματα, κάνοντας ωτοστόπ σε όλη την χώρα αφού δεν μπορούσαν να μείνουν ακίνητοι χωρίς να βαρεθούν. Αλλά ο όρος «μπιτ» έχει και μια δεύτερη σημασία: Αυτή του αγγελικού, του καθαγιασμένου, του ιερού (beatific).

Ο Κερουάκ, ένας αφοσιωμένος καθολικός, εξήγησε πολλές φορές ότι περιγράφοντας την γενιά ως «μπιτ», προσπαθούσε να συλλάβει την μυστική αγιότητα των κατατρεγμένων. Στην πραγματικότητα, αυτό είναι ίσως το πιο κεντρικό θέμα στην δουλειά του.Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του περιθωριακού, στην αρχή, κινήματος ήταν η απόρριψη των κυρίαρχων αξιών του κόσμου, ο πειραματισμός με το σεξ και τα ναρκωτικά και ένα μεγάλο ενδιαφέρον για τις ανατολικές θρησκείες.

«Οι μεγάλες ιδέες είναι κομφορμιστικές και προέρχονται από μια υλιστική και βάρβαρη κοινωνία…»

«Τι ήτανε η γενιά των “Μπιτ";» ρωτήθηκε κάποτε ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg). «Μια παρέα φίλων με τον ίδιο τρόπο σκέψης», απάντησε. Ή καλύτερα, μια ομάδα ανθρώπων οι οποίοι, χωρίς να λένε πολλά λόγια, ονειρεύτηκαν έναν άλλο κόσμο.

Το «Ουρλιαχτό» (Howl) του Άλλεν Γκίνσμπεργκ (ο ίδιος και ο εκδότης του, Λόρενς Φερλινγκέτι, κατηγορούνται για προσβολή των ηθών και το βιβλίο παίρνει το δρόμο προς τα δικαστήρια), πρωτοκυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1956 στις εκδόσεις City Lights Books, δεν άργησε όμως να κατασχεθεί από τις τελεωνειακές αρχές των ΗΠΑ και την αστυνομία του Σαν Φρανσίσκο, για να αποτελέσει το αντικείμενο μιας μακράς δικαστικής αντιπαράθεσης, στην πορεία της οποίας δεκάδες ποιητές και καθηγητές κατέθεσαν υπέρ του Γκίνσμπεργκ, πείθοντας το δικαστήριο ότι το περιεχόμενο του βιβλίου δεν ήταν άσεμνο.

Έγινε αμέσως το πρώτο beat μανιφέστο ένα από τα εμβληματικά κείμενα της μπητ-γενιάς και της εποχής του.Πολύ συχνά ο αμερικανικός Τύπος προωθούσε τον όρο μπίτνικ, ο οποίος ήταν μεταγενέστερος. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Χερμπ Κεέν της εφημερίδας San Francisco Chronicle το 1958 και είχε προέλθει από το όνομα του ρωσικού δορυφόρου Σπούτνικ

1. Ο όρος αυτός πολύ σύντομα καθιερώθηκε και —χωρίς να εκφράζει την γενιά των μπιτ— συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με το στερεότυπο, του αριστερού επαναστάτη, του αντικοινωνικού και μη συμβατικού.

[...]