Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

Τσαρλς Μπουκόφσκι: Βρες αυτό που αγαπάς, και άφησε το να σε σκοτώσει | Κατερίνα Καλαμπάκα





Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι γεννήθηκε στις 16 Αυγούστου 1920 σε μία πόλη της Γερμανίας. Ο πατέρας του Πολωνοαμερικάνος στρατιώτης, που βρέθηκε εκεί κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου και η μάνα του Γερμανίδα. Μετά από δύο χρόνια μετακόμισαν για Αμερική και δεν έφυγαν ξανά. Ο Μπουκόφσκι είναι μέσα στους σπουδαιότερους ποιητές, που έβγαλε η νέα ήπειρος αν και δεν τον αναγνώρισε στην αρχή. Έγραψε χιλιάδες ποιήματα, διηγήματα και έξι μυθιστορήματα. Η πορεία του στη ζωή και στην ποίηση μακρά με πόνο και πολλά εμπόδια. Κατάφερε να ασκήσει μεγάλη επιρροή στο αναγνωστικό κοινό και μάλιστα από τα 49 χρόνια του και μετά, όταν ένας άνθρωπος αποφάσισε να τον πληρώνει μόνο για γράφει.

Στο σχολείο ήταν μελετηρός κι αποφοιτώντας έτρεξε να γραφτεί στο κολέγιο για να σπουδάσει δημοσιογραφία και λογοτεχνία, που ήταν το μεγάλο του όνειρο. Σ' όλη την τρυφερή παιδική του ηλικία υπήρξε θύμα ξυλοδαρμού από τον πατέρα του, ο οποίος λόγω του ήταν ανίκανος να βρει μία δουλειά και να είναι παραγωγικός σαν άνθρωπος ξεσπούσε στο παιδί του. Εκτός από βίαιος, ήταν φοβερά αυταρχικός, παλιομοδίτης και για όλα αυτά σίγουρα ευθυνόταν η συμμετοχή σου σ' έναν βάναυσο πόλεμο, αλλά δεν δικαιολογούσε στο ελάχιστο τις πράξεις του. Η φιγούρα του έπαιξε τον κεντρικό ρόλο στο έργο του Τσαρλς, που άλλοτε μιλούσε για εκείνον με αηδία, μίσος, απέχθεια κι άλλοτε προσπαθούσε να τον καταλάβει επειδή οι συνθήκες κατά κάποιον τρόπο τον έκαναν τέρας.

Ο Μπουκόφσκι σαν παιδί σημαδεύτηκε και οι τρομακτικές σκηνές, που έζησε, τον στοίχειωναν όπου κι αν πήγαινε. Προσπαθούσε να ξεφύγει, αλλά πάντα γυρνούσε πίσω στον εφιάλτη του πατρικού του σπιτιού μη μπορώντας να συντηρήσει τον εαυτό του. Ο πατέρας του ήθελε να τον στείλει με το ζόρι να πολεμήσει στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο και η μάνα του κατέστρεφε τα γραπτά του. Τότε ήταν που έφυγε οριστικά και δεν έριξε βλέφαρο πίσω του με αποτέλεσμα να κοιμάται σε δρόμους, να πεινάει, να περιπλανιέται σε όλες τις Η.Π.Α. κάνοντας μικροδουλειές ίσα ίσα για να πίνει και να κοιμάται σε μουχλιασμένα κρεβάτια κακοδιατηρημένων κτιρίων. Στα 24 του χρόνια εγκαταστάθηκε στην Νέα Υόρκη γράφοντας διηγήματα. Δυστυχώς, η λογοτεχνική κριτική δεν του έδωσε καμία σημασία με αποτέλεσμα να απογοητευτεί, να κλειστεί στον εαυτό του για 10 χρόνια παρέα με μπύρες, ουίσκι, φθηνές γυναίκες απέχοντας λογοτεχνικά.


Πρωταγωνιστές στα γραπτά του ήταν άνθρωποι, που κάνεις δε δίνει δεκάρα, άνθρωποι του περιθωρίου, που έπεσαν στον πάτο και κανείς δεν τους άπλωσε το χέρι για να σηκωθούν ούτε καν τους άκουσε. Προσωπικότητες μηδενικές για πολλούς εκεί έξω, μα για τον Μπουκόφσκι τόσο οικείες και φιλικές. Είναι οι φτωχοί, οι αλκοολικοί, οι τοξικομανείς, οι πόρνες, οι αποτυχημένοι ονειροπόλοι, οι άρρωστα ερωτευμένοι και οι διαλυμένοι ψυχικά χαρακτήρες, που κατά κάποιον τρόπο σ' εκείνους έβλεπε ένα κομμάτι της ψυχής του. Μέσα από την λυρική του ματιά είναι πάνω από άνθρωποι σε σύγκριση με τους πολιτικούς, τους στρατιωτικούς κι όλους εκείνους, που διαλύουν την κοινωνία και την γαλήνη στην ανθρωπότητα. Συναισθήματα που σε περικλείουν διαβάζοντας τον είναι ο αφόρητος πόνος, η μοναξιά και η καταστροφή. Έγραψε για την απόλυτη παρακμή σε μία εποχή, που όλοι ζούσαν το "αμερικανικό όνειρο" και μας θυμίζει λίγο τους beat συγγραφείς με τη διαφορά πως δεν είχε την ανάγκη να γίνει μέρος καμίας λογοτεχνικής avant garde.Όταν σε κάποια φάση της ζωής του ο αλκοολισμός τον έφτασε σε απόσταση αναπνοής από τον θάνατο, ξεκίνησε να γράφει πάλι ποίηση. Σ'΄εκείνη τη φάση άρχισε το έργο του να αναγνωρίζεται. Ο ίδιος δεν ήθελε να κάνει εμφανίσεις ούτε να έχει σχέση με το αναγνωστικό του κοινό. Ενώ στις Η.Π.Α. παρέμενε ένας αλκοολικός μέτριος ποιητής στην Ευρώπη και πιο συγκεκριμένα στην Γερμανία την δεκαετία του '70 ήταν ο πιο πετυχημένος Αμερικανός συγγραφέας. Ξεκίνησε να επηρεάζει πολλούς νέους ποιητές κι όπως χαρακτηριστικά είπαν ο Ζαν Πολ Σαρτ και ο Ζαν Ζενέ υπήρξε "ο μεγαλύτερος ποιητής που έβγαλε η Αμερική.

Όλη του τη ζωή έκανε μικροδουλειές για να ζήσει αλλά για πολύ καιρό έμεινε σ' ένα ταχυδρομείο και δούλευε σαν ταμίας. Το 1970 παραιτήθηκε για να αφοσιωθεί στην ποίηση δηλώντας χαρακτηριστικά ότι μεταξύ του, να τρελαθεί παραμένοντας στο ταχυδρομείο και της ποίησης προτιμά να λιμοκτονήσει γράφοντας ποίηση. Έτσι, ξεκινά να γράφει σαν τρελός χτίζοντας μία συγγραφική αυτοκρατορία "βρώμικου ρεαλισμού". Βρώμικος ρεαλισμός είναι ένα λογοτεχνικό κίνημα που σκέπασε το έργο του Μπουκόφσκι και έλαβε χώρα στη Β. Αμερική μεταξύ 1970-80. Χαρακτηρίζεται από αφαιρετική αφήγηση με ουσιώδη και ωμά νοήματα. Προέρχεται από τον λογοτεχνικό μινιμαλισμό με επιφανειακές περιγραφές, λακωνικότητα λέξεων και παρακμιακούς χαρακτήρες. Ακόμη, επηρεάστηκε από τους: Ντοστογιέφσκι, Χέμινγουεϊ, Τσέχοφ και την πόλη του Λος Άντζελες, όπου έμεινε για χρόνια.

Πέθανε από λευχαιμία στις 9 Μαρτίου 1920. Παντρεύτηκε δύο φορές χωρίς να αποκτήσει παιδιά. Πάνω στον τάφο του γράφει "Μην προσπαθείς" κι αυτό γιατί ο ίδιος πίστευε πως αν σπαταλάς όλο σου το χρόνο προσπαθώντας για κάτι στο τέλος δεν καταφέρνεις τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό. Έτσι σταμάτα να προσπαθείς κι άρχισε να πράττεις...


Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Αποκατάσταση | Φωτεινή Κονταργύρη

Έως τώρα έλεγα Θέλω!
Αυτό! Εκείνο! Το άλλο!
Πολύ συχνά δε, έλεγα δεν Θέλω!
Ούτε αυτό! Ούτε εκείνο! Ούτε το άλλο!
Ένα κάταγμα στο πόδι έσπασε την ανάγκη μου να Θέλω.

Στο εξής επιθυμώ. 


Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Αποσπάσματα | Ελεύθερο Πνεύμα | Γιώργος Θεοτοκάς



[…] Θέλω να αποφύγω μια παρεξήγηση που τη βλέπω να έρχεται. Δεν λέω: η τέχνη για την τέχνη. Τουναντίο, πιστεύω πως η τέχνη γίνεται για τους άλλους, πως ο ποιητής δημιουργεί για να δοθεί. Αλλιώς δεν θα είχε νόημα η δημοσίευση, εξόν βέβαια από το κερδοσκοπικό νόημά της, μα εδώ συζητούμε για τους δημιουργούς κι όχι για τους καλλιτεχνικούς βιομηχάνους. Η τέχνη είναι μια προσφορά. Χαρίζει στους άλλους ό,τι πολυτιμότερο έχει ο δημιουργός μέσα του, τους βοηθεί να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους, τους κάνει να συναισθανθούν την αξία της ζωής, τους εξυψώνει. Ίσως η διάθεση αυτή του ποιητή να δοθεί, κατά βάθος δεν είναι άλλο τίποτα παρά μια ανάγκη να αγαπηθεί όσο το δυνατόν πληρέστερα και βαθύτερα, μια ανάγκη του έρωτα ασυγκρίτως πιο εντατική παρά στους κοινούς ανθρώπους. Γιατί ο ποιητής δεν δίνεται μονάχα σ’ ένα ορισμένο πλάσμα αλλά στην απέραντη και άγνωστη ανθρώπινη μάζα, και σ’ εκείνους που δεν γεννήθηκαν ακόμα, κι η μεγαλύτερη λαχτάρα της ζωής του (αυτή η διαβολική διάθεση που τη λένε φιλοδοξία) είναι να εξακολουθήσει να δίνεται μετά το θάνατό του. Σκοπός κοινωνικός, αν θέλετε, γιατί αυτή η ανώνυμη μάζα αποτελεί μια κοινωνία, και μπορεί να πει κανείς ότι ο ποιητής δίνεται στην κοινωνία. Εκείνο που αρνούμαι είναι η κοινωνική αντίληψη της τέχνης με την τρέχουσα έννοια αυτής της λέξης κοινωνική. Δεν μπορώ να θέσω κοινωνικούς ωφελιμιστικούς σκοπούς σ’ αυτό το ξεχείλισμα εσωτερικών δυνάμεων που κάνει την αληθινή δημιουργία. Και δεν μπορώ να υποτάξω σε εξωτερικές κοινωνικές συνθήκες το Δαιμόνιο, που είναι Δαιμόνιο γιατί δεν υποτάσσεται σε τίποτα, γιατί αναγνωρίζει μονάχα τη δική του λογική και υπακούει μονάχα στο δικό του νόμο. […]



Σημείωση: Ο Γιώργος Θεοτοκάς, που γεννιέται σαν σήμερα, έγραψε το "Ελεύθερο Πνεύμα" (1929) σε ηλικία 24 ετών. Όλο το έργο αποτέλεσε το "πνευματικό μανιφέστο" της γνωστής γενιάς του '30. Δημοσιεύτηκε σε μία εποχή εθνικής αναζήτησης, έπειτα από μεγάλες πνευματικές και υλικές καταστροφές. Υποδεικνύει την ανάγκη μιας αφύπνισης-ανόρθωσης ως πρώτιστο έργο της νέας ελληνικής γενιάς όχι μόνο για τον εαυτό της, αλλά και για την Ευρώπη. Άσκησε μεγάλη επιρροή σ' αυτό το κομμάτι όλη του η λογοτεχνική γενιά. Έκτοτε, δημιουργήθηκε μία "ελληνικότητα", που δεν είναι ξεκάθαρο αν την έχουμε αποβάλλει.

Δίσκος γραμμοφώνου | Φωτεινή Κονταργύρη

Εκεί που έφτιαχνα καφέ να πιω ελληνικό,
σκέτο όπως πάντα και διπλό,
φαντάστηκα πως είσαι καπετάνιος
και λείπεις σε ταξίδι πέρα στον Ειρηνικό.
Δεν ξέρω αν με έπεισα.
"Είστε ηθοποιός;" με ρώτησε μια πωλήτρια χτες. "Νομίζω σας έχω δει".
(Είναι ένας ρόλος υπομονής;)
"Ω ναι!", φώναξα μεμιάς περιχαρής.
Ηθοποιός. Ας είναι. 
Δεν έχω λύσεις ούτε απαντήσεις στα αληθινά,
θέτω μονάχα τις ερωτήσεις,
στον εαυτό μου, τον σύμμαχό μου, 
πρώην εχθρό μου και τιμωρό μου.
Για τη στιγμή που θα 'ρθεις, που θα γυρίσεις,
μέσα στα μάτια να με αντικρύσεις,
ό,τι μας χώρισε πίσω να αφήσεις,
παίρνοντας θέση στην αγκαλιά μου και στο πλευρό μου παντοτινά.
"Να πάρει! Ο καφές χύθηκε!".

Schon richtig, schon okey. (Ήδη σωστά, ήδη ΟΚ)  
Passt schon, oder nein? (Εντάξει ή μήπως όχι;)
Denn viel ist schon vorbei, (Διότι πολλά πέρασαν ήδη)
die Zeit war nicht gemein. (ο χρόνος δεν ήταν κακός)

Γιατί χαμηλώσανε οι φωνές που με ξεσήκωναν να πάμε στο Αμβούργο, 
να μπούμε βιαστικά στο γκρι του μεγάλου ποταμιού που ενώνεται με τη γκριζάδα του ουρανού. 
Γιατί καταλάγιασε η θυμωμένη επιθυμία να δούμε μαζί επιτέλους την αγαπημένη μου ταινία. 
Η ατίθαση και ξελογιάστρα "Στέλλα" πόσα κοινά έχει με μένα; Μήπως κανένα;
Γιατί τώρα χτυπάει το τηλέφωνο και ξέρω από πριν πως δεν είσαι εσύ. 
Γιατί τώρα παίρνω το υπόλοιπο της άδειάς μου για εκκρεμότητες και υποχρεώσεις, όχι για να βρεθούμε. 
Με άλλες παρέες τώρα πια πίνεις τον καφέ σου, γλυκό, όπως πάντα, και διπλό, 
με άλλες παρέες τώρα πια πίνω τον καφέ μου, σκέτο, όπως πάντα, και διπλό. 
Ωραία. Και λοιπόν; 
Δεν μου λέει κάτι. 
Πού ξέρεις; Ποιος ξέρει; 
Μπορεί να βρισκόμαστε ήδη στο Αμβούργο, αλλάζοντας τη ροή του ποταμού,
μπορεί να τρυπώσαμε στο καστ της "Στέλλας" για να ανατρέψουμε το σενάριο, 
εκείνο το βαρύγδουπο ειδικά που το 'χω άχτι: "Και τι είμαι εγώ για να με αλλάζουνε μωρέ; Γραμμόφωνο;"

Μπορεί στην τελική να χυθήκαμε στα φλιτζάνια του καφέ, για να πιει ο ένας τον άλλο. 
Γιατί ... δεν έχει γιατί.









Ακροάσεις της ΣΟΝΕ για νέους μουσικούς από όλη την Ελλάδα (Ορχήστρα - Χορωδία - Τραγουδιστές)


Η Συμφωνική Ορχήστρα Νέων Ελλάδος ξεκινά ακροάσεις για νέους μουσικούς από όλη την Ελλαδα. Αναλυτικότερα:


Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018 - Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ)
Πλήθωνος Γεμιστού 1-2, Θεσσαλονίκη. 


Οι ενδιαφερόμενοι συμμετέχοντες / -ουσες θα πρέπει να γνωρίζουν τα ακόλουθα: 
1. Οι υποψήφιοι/-ες τραγουδιστές (σολίστ) θα εξεταστούν σε τραγούδι δικής τους επιλογής (acapella). Το είδος τραγουδιού είναι επιλογή του υποψηφίου. Η ηλικία του υποψηφίου θα πρέπει να είναι 17 έως 30 ετών.
2. Οι υποψήφιοι/-ες χορωδοί θα εξεταστούν σε τραγούδι δικής τους επιλογής (acapella). Το είδος τραγουδιού είναι επιλογή του υποψηφίου. Η ηλικία του υποψηφίου θα πρέπει να είναι 8 έως 30 ετών.
3. Οι υποψήφιοι /-ες μουσικοί (όργανα) θα εξεταστούν σε κομμάτι δικής τους επιλογής. Η ηλικία του υποψηφίου θα πρέπει να είναι 8 έως 30 ετών.
Διευκρινίζεται ότι η ακρόαση των μουσικών (Ορχήστρα) αφορά τα κάτωθι όργανα:
    Πίκολο
    Φλάουτο
    Κλαρινέτο
    Όμποε
    Φαγκότο
    Σαξόφωνο
    Τρομπέτα
    Τρομπόνι
    Εμφώνιο
    Κόρνο
    Τούμπα
    Άρπα
    Βιολί
    Βιόλα
    Τσέλο
    Κόντρα Μπάσο
    Κλασική Κιθάρα
    Μπουζούκι
    Ευρωπαϊκά Κρουστά

    Drums
    Πιάνο
    Ακκορντεόν
    Ηλεκτρικό Mπάσο
    Κανονάκι
    Σαντούρι
4. Ως ημερομηνία γέννησης του/της υποψηφίου λογίζεται η 1η Ιανουαρίου του έτους γέννησης για τα κατώτερα όρια και η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης για τα ανώτερα όρια.
5. Αιτήσεις συμμετοχής θα γίνονται δεκτές μόνο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) με συμπλήρωση της φόρμας και αποστολής της ως συνημμένο στη διεύθυνση orchestraofgreece@gmail.com 
6. Η ακριβής ώρα - μέρα των υποψηφίων και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας προσέλευσης και εξέτασης θα κοινοποιηθούν στους/στις υποψηφίους με απαντητικό email.
7. Σε περίπτωση κωλύματος προσέλευσης, ακύρωσης δηλωθείσας συμμετοχής, ανάγκης ερωτήσεων ή διευκρινίσεων, οι υποψήφιοι μπορούν να απευθύνονται με ηλεκτρονικό μήνυμα στο orchestraofgreece@gmail.com
Σας επισημάνουμε ότι η ΣΟΝΕ λειτουργεί με βάση τον κανονισμό της και δεν παραβιάζεται από κανένα μέλος. Εφόσον διαβαστεί και αποδεχθεί, συμπληρώνετε την αίτηση.


Κανονισμός ΣΟΝΕ

Διαβάστε εδώ τον κανονισμό της ΣΟΝΕ




Έρωτας ακατάληπτος | Έλλη Πράντζου

Γίναν τα μέρη πρόσωπα κι ύστερα σε στοιχειώσαν.
Δεν κάνεις βήμα μόνος σου χωρίς όσα αγαπάς.
Μα πιο πολύ θυμώνουνε στιγμές που σε σκοτώσαν
γιατί τις ερωτεύτηκες πριν φύγουν και σκορπάς.


Έρωτας ακατάληπτος ανθρώπους κυριεύει
δένει ψυχές και σώματα, ραγίζει τις καρδιές
Σαν όλεθρος στο χάος του πάντα τους παρασέρνει
γι' αυτόν θυσία γίνονται ολόκληρες στρατιές.


Θα σκότωναν, θα πέθαιναν, θα ζούσαν στ' όνομά του.
Θεό τον αποκάλεσαν, ανίκητος, τρελός.
Ίσως ο μόνος ικανός στο βέβαιο του θανάτου
ως άξιος αντίπαλός κι αιώνιος εχθρός.


Οι ερωτευμένοι θα περνούν σαν ήρωες ονείρων
σε μια αιωνιότητα σχεδόν ουτοπική.
Σε μια πραγματικότητα δαιμόνων και σωτήρων.
Βρες καλλιτέχνη, ρώτα τον κι εκείνος θα σου πει.


Σ' ένα μόνο βλεφάρισμα ταινία σου θυμίζουν
όσα να πεις δεν πρόλαβες κι εκείνα τα φιλιά.
Δειλά, μικρά κι ανέσωτα ακόμη ψιθυρίζουν
τις νύχτες ερωτόλογα που έμειναν μισά.


Αν δεν μπορείς να ζεις εδώ καλύτερα μην έρθεις.
Θα γίνεις ένα κάποτε κι εσύ που θα πονά.
Αν δω ότι στα μάτια σου τη φλόγα μου δεν έχεις
θα φύγω πρώτη από τους δυο κι ας σ' έχω μακριά.


Σαν κόλαση ο έρωτας καίει στη γέννησή του
και στη φωτιά όλα ανθίζουνε λες κι είναι μαγικά.
Μα μοιάζει τόσο υποκριτής πριν δύσει η αυγή του!
Σου μένουν μόνο τα γιατί ή τα ποτέ ξανά.


Δεν ξέρω τι ήσουνα εσύ, τι είσαι, τι θα γίνεις.
Τολμάς να ζεις τον έρωτα σαν να 'ταν στην αρχή;
Αν θες να μείνουμε μαζί σαν διάττοντας μη σβήσεις.

Για μένα είναι Έρωτας τα πάντα στη ζωή.


Φωτογραφία : Ευτυχία Πασχαλίδου

Μπέρτολτ Μπρεχτ: "Mη φοβάστε τόσο πολύ τον θάνατο, όσο μια ανεπαρκή ζωή" | Κατερίνα Καλαμπάκα



Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ υπήρξε ένας από τους πιο ανατρεπτικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε το 1898 στην Βαυαρία και πέθανε σαν σήμερα το 1956 στην γερμανική πρωτεύουσα. Παρολίγον γιατρός στο επάγγελμα δεν διέπρεψε μόνο στην ποίηση, αλλά σε δραματουργία και σκηνοθεσία. Το καλλιτεχνικό ρεύμα, που τον χαρακτηρίζει κατά πολλούς, είναι ο ντανταϊσμός σε συνδυασμό με τον μαρξισμό της εποχής υποστηρίζοντας την εργατική τάξη, τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και την άδικη εξαθλίωση τους. Επαναστατικός, αντιεξουσιαστής, ανατρεπτικός και πρωτοπόρος στο θεατρικό του έργο δημιουργώντας την τομή του “επικού θεάτρου” κι αλλάζοντας για πάντα τα δεδομένα της σκηνικής ψευδαίσθησης. 

Φοίτησε σε Μαρξιστική Εργατική Σχολή κι εκεί μελέτησε διαλεκτικό υλισμό. Αρχίζει να γράφει σε έντονους ρυθμούς ποιήματα και θεατρικά λίγο μετά την στράτευση σου στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο ως νοσοκόμος. Η πρώτη του συλλογή “Εγκόλπιο Ευσέβειας” κυκλοφόρησε το 1914 τρία χρόνια πριν γραφτεί στην Ιατρική σχολή και πολύ πριν πάει στον πόλεμο. Παράλληλα, παρακολουθούσε θεατρικά σεμινάρια. Δεν ήταν εύκολο να κρύψει το πάθος του για την Τέχνη, παρόλο που μεγάλωσε σ' ένα αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον με έντονο θρησκευτικό κλίμα. 

Όταν γύρισε από τον πόλεμο εγκατέλειψε τις σπουδές του, άρχισε να αρθρογραφεί σε Αριστερή εφημερίδα, να εκπαιδεύεται πάνω στο θέατρο και λίγο μετά να δουλεύει γι' αυτό σαν βοηθός σκηνοθέτη. Μέχρι το 1929 θα έχει υιοθετήσει πλήρως την κομμουνιστική ιδεολογία μελετώντας παράλληλα και το "Κεφάλαιο" του Καρλ Μαρξ. Η φήμη του σαν (θεατρικός) συγγραφέας με γοργούς ρυθμούς παίρνει γιγάντιες διαστάσεις, ειδικά μετά το θεατρικό του "Ταμπούρλα μες τη νύχτα". Ακόμη, η προσαρμογή της "Όπερας των ζητιάνων" του Τζον Γκέι με το όνομα "Η Όπερα της Πεντάρας" είχε τόσο μεγάλο αντίκτυπο, που επηρέασε την παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Στην όπερα αυτή, ο Μπρεχτ στηλίτευε την καθώς πρέπει βερολινέζικη αστική τάξη, που πρόσαπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής. 

Με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μπρεχτ αποτελούσε “μεγάλο κίνδυνο” για το Εθνικοσοσιαλιστό Κόμμα της Γερμανίας, που τον είχε βάλει 5ο στην λίστα με τις πιο επικίνδυνες προσωπικότητες. Έτσι, αποφάσισε να αυτοεξοριστεί το 1948. Έζησε πρώτα στη Δανία, τη Φινλανδία και μετά στις ΗΠΑ, όπου δέχθηκε έντονες διώξεις από το Μακαρθικό καθεστώς. Όταν πήγε στη Μόσχα εξέδωσε σε συνεργασία με άλλους Γερμανούς συγγραφείς το περιοδικό "Η Λέξη"

Μετά το τέλος του πολέμου εγκαταστάθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας το 1949. Εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας Τεχνών, τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΛΓΔ και με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.  Αν και συνεργάστηκε με σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως ο Τσάρλυ Τσάπλιν, το Χόλιγουντ δεν τον εκτίμησε σε κανένα από τα 50 σενάρια του εκτός από το έργο του "Τα οράματα της Σιμόν Μασάρ". 

Με την οριστική επιστροφή του, λοιπόν, αφιερώνεται στην ποίηση και τη σκηνοθεσία των έργων του. Έγραψε εκατοντάδες ποιήματα που αντανακλούν τη σταδιακή μεταστροφή του προς τη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι: "Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε", "Εγκώμιο στη μάθηση", "Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου", "Αυτό θέλω να τους πω", "Να καταπολεμάτε το πρωτόγονο", "Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ", "Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου", "Εγκώμιο στον Κομμουνισμό", "Εγκώμιο στη Διαλεκτική”. 

Επίσης, με τη βοήθεια της δεύτερης συζύγου του Ελένε Βάιγκελ, την ίδια χρονιά, ίδρυσε ένα γερμανικό θέατρο. Ανέβηκαν πολλά έργα όπου μέσω της σκηνοθεσίας, ο Μπρεχτ προώθησε μια διαφορετική προσέγγιση, η οποία δημιούργησε ένα διαφορετικό είδος θεάτρου, που ονομάστηκε "επικό θέατρο" και άνθισε κατά τα τέλη κυρίως του 20ου αιώνα. Παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε τέσσερα παιδιά. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου.

Σταθερός στις κομμουνιστικές tου αντιλήψεις και φανερά αντιεξουσιαστής προσπαθούσε μέσα από το διδακτικό και επαναστατικής διάθεσης έργο του να κάνει τον αναγνώστη-θεατή να δει την ωμή πραγματικότητα, που σε κανέναν δε χαρίζεται και που οι πολλοί μπορούν να κάνουν την ριζική αλλαγή έναντι του βάναυσου καπιταλισμού, που σκοτώνει δεκαετίες τις υπάρξεις τους. Μετά από τόσα χρόνια συνεχίζει να μένει επίκαιρος γιατί , δυστυχώς, ο πόλεμος για δικαιώματα, ειρήνη και ανθρώπινα όνειρα δεν έχει σταματήσει. Ο πόλεμος εξαπλώνεται μέρα με τη μέρα περισσότερο σ' όλες του τις μορφές και μέσα από αυτές τις μορφές ο κάθε “εξουσιαστής” πατάει στην ανάγκη του κοινωνικά αδύναμου (όχι μορφωτικά) για επιβίωση και τον εκμεταλλεύεται. Ο ντανταϊσμός έρχεται πάλι στο προσκήνιο και είναι άγνωστο πότε θα σταματήσει να μας τρώει. 




  • Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι, είσαστε χαμένοι. Φίλος σας είναι η αλλαγή, η αντίφαση σύμμαχός σας. 
  • Από το τίποτα πρέπει κάτι να κάνετε, μα οι δυνατοί πρέπει να γίνουν τίποτε. 
  • Αυτό που έχετε απαρνηθείτε το, και πάρτε αυτό που σας αρνιούνται.
  • Τι νόημα έχουν οι πολιτείες, χτισμένες δίχως τη σοφία του λαού;
  • Όταν αυτοί που βρίσκονται ψηλά μιλάνε για ειρήνη, ο απλός λαός ξέρει πως έρχεται πόλεμος.
  • Αυτοί που μας κλέψαν το βιβλίο από το χέρι μας κατηγορούν ότι μείναμε αδιάβαστοι.
  • Από όλες τις αμφισβητήσεις η πιο γλυκιά είναι αυτή που οι αδύνατοι σηκώνουν το κεφάλι και αμφισβητούν τη δύναμη των ισχυρών.
  • Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού κι όχι τις όχθες του, που το περιορίζουν;