Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Παναγιώτης Κελάνδριας & Αραθελ Τετάρτη 19 Δεκέμβρη Cabaret Voltaire

Παναγιώτης Κελάνδριας & Αραθελ
"Ιστορίες με ηθικό δίδαγμα"
Τετάρτη 19 Δεκέμβρη Cabaret Voltaire


Μια ξεχωριστή μουσική παράσταση "στήνουν¨ από κοινού ο αθόρυβος αλλά σημαντικός τραγουδοποιός Παναγιώτης Κελάνδριας με τους ΑΡΑΘΕΛ, ένα συγκρότημα που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια από την Αρετή Κοκκίνου, τη Θέλμα Καραγιάννη και τον Αλέξανδρο Καστανιώτη "κλέβοντας" τις εντυπώσεις από τα πρώτα κιόλας ακουστικά live τους.
Δεν είναι η πρώτη φορά που συνεργάζονται οι τέσσερις τους επί σκηνής. Αρχικά έγινε η γνωριμία του Παναγιώτη Κελάνδρια με την Αρετή Κοκκίνου με ζωντανό παίξιμο επί σκηνής με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Παπαδάκη "Τι γυρεύω εγώ εδώ" στο Polis Art Cafeστις 26 Μαρτίου 2014. Επίσης ευκαιρία να γνωριστούν και να συμπράξουν οι Κελάνδριας - Κοκκίνου - Καραγιάννη ήταν η εκδήλωση αφιέρωμα του Μουσικοποιητικού Καφενείου στη δουλειά του πρώτου τις 17 Δεκεμβρίου 2015.
Ακολούθησαν και άλλες συνεργασίες με πιο κύριο χαρακτηριστικό ότι και οι τέσσερις τους πλέον συνέπραξαν μουσικά στην τελευταία δουλειά του Παναγιώτη Κελάνδρια με τίτλο "Via Negativa" (Polymusic) όπου μάλιστα στον δίσκο αυτό η Αρετή Κοκκίνου ανέλαβε την ενορχήστρωση.
Πλέον, κουβαλώντας υλικό από τις δισκογραφικές τους καταθέσεις αλλά και έχοντας καινούργια αλλά και ακυκλοφόρητα τραγούδια στις αποσκευές τους, με πιο πρόσφατο το καινούργιο άλμπουμ "Αήττητο Αλάτι" (καρπός της συνεργασίας της Κοκκίνου με τον ποιητή Ηλία Παπακωνσταντίνου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος) διαλέγουν κομμάτια καθώς και αγαπημένες συνθέσεις άλλων δημιουργών και τα μοιράζονται επί σκηνής συνεχίζοντας τις συναυλιακές εμφανίσεις της φετινής σεζόν σε ένα ξεχωριστό μουσικό ταξίδι με groove και ηχoχρώματα.
Αρετή Κοκκίνου: ακουστική κιθάρα, μαντολίνο, φωνή
Αλέξανδρος Καστανιώτης: καβάλ, φωνή
Θέλμα Καραγιάννη: φωνή, μπεντίρ, καχόν
Παναγιώτης Κελάνδριας: ακουστική κιθάρα, φωνή, μπεντίρ, καχόν
*Ο τίτλος της μουσικής παράστασης "Ιστορίες με ηθικό δίδαγμα" προέρχεται από το τραγούδι "Ιστορία με ηθικό δίδαγμα". Περιλαμβάνεται στο άλμπουμ της μπάντας των Μικρόκοσμων "Κάθε μέρα από πάντα".

Τετάρτη 19 Δεκέμβρη
ώρα έναρξης: 21.30
Cabaret Voltaire
 30, Μεταξουργείο
Τηλέφωνο κρατήσεων: (+30) 2105227046
Είσοδος Ελεύθερη (+5 ευρώ στο πρώτο ποτό)

Βιβλιοκριτική| Ο εγγονός της Άννας του Γιώργου Μπουγελέκα |Bαγγέλης Παπαμιχαήλ

Ο Εγγονός της Άννας
εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Συγγραφέας
Γιώργος Μπουγελέκας




Περίληψη:

Αθήνα 2012. Ο Ιάκωβος, ο μικρός εγγονός της Άννας, Εβραίας που γλίτωσε από τις θηριωδίες των Ναζί, γοητεύεται από τα συνθήματα και τις πρακτικές των σημερινών οπαδών τους. Αποφασισμένη να τον προστατεύσει, η Άννα θα του μιλήσει για την Ιστορία.Με οδηγό τις αναμνήσεις της, μέσα από την πορεία της στις γειτονιές και στους δρόμους της Αθήνας, ξετυλίγονται πτυχές της ιστορίας των Εβραίων στη διάρκεια της Κατοχής. Οι διώξεις τους, οι πλαστές ταυτότητές τους, η συμμετοχή τους στο ΕΑΜ, η στάση του ραβίνου Μπαρζιλάι, ο ρόλος του αρχιεπίσκοπου Δαμασκηνού, τα αρχεία της Συναγωγής, τα Δεκεμβριανά. Το χθες συνδέεται με το σήμερα, καθώς στα χρόνια της κρίσης επιστρέφει ο εφιάλτης του νεοναζισμού. H Άννα με τις αφηγήσεις της προσφέρει στον εγγονό της μαθήματα ζωής και ανθρωπιάς.
---
Ο Εγγονός της Άννας είναι ένα μυθιστόρημα που κυκλοφορεί τους τελευταίους μήνες και που μας ταξιδεύει σε άλλες εποχές αλλά και σε νεότερες τόσο μέσα από την ιστορία ,όσο και με το άκρως ιδιαίτερο θέμα που θίγει.

Μέσα από αυτό το βιβλίο όλοι μας θα διδαχτούμε ένα μάθημα ζωής και ανθρωπιάς,ένα μάθημα από μια "φανταστική" γιαγιά που μπορεί να γίνει μάθημα για όλους εμάς, από μια γιαγιά που πιστεύω πως όλοι μας θα θέλαμε να είχαμε, για να μπορούσαμε να ακούσουμε τις δικές της ιστορίες για εκείνα τα χρόνια...τα χρόνια του πολέμου, της αντίστασης, του ΕΑΜ αλλά και της ελληνικής εβραϊκής ιστορίας...

Όλοι θα θέλαμε να ακούσουμε για τα χρόνια που κάποιοι πότισαν με μίσος και αίμα προκαλώντας τεράστιες καταστροφές,διωγμούς αλλά και γενοκτονίες όπως το Ολοκαύτωμα,πράγματα που οι ιδεολογικοί τους,αλλά και σε πολλές περιπτώσεις και οι φυσικοί τους απόγονοι επιθυμούν και σήμερα,κάτι το οποίο βλέπουμε σχεδόν όλοι μας...αλλά την γιαγιά Άννα θα θέλαμε να την ακούσουμε και για να διδαχτούμε το σημαντικότερο απ'όλα,δηλαδή πως οι άνθρωποι που βρίσκονται από την "Φωτεινή" πλευρά της ζωής,και που δεν δεν σκύβουν το κεφάλι τούς μπροστά στο "Τέρας" μπορούν να ζήσουν ελεύθεροι, αλλά και να βοηθήσουν και άλλους ανθρώπους να ζήσουν και αυτοί ελεύθεροι...
Σε αυτό το σημείο θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να με ρωτήσει γιατί γράφω έτσι και γιατί το γενικεύω λίγο.
Η απάντηση θα ήταν απλή...

Γράφω έτσι λοιπόν για έναν και μόνο λόγο,γιατί πραγματικά πιστεύω πως η σωστή εκμάθηση της ιστορίας μπορεί να γλυτώσει πολλούς ανθρώπους από πολύ άσχημες καταστάσεις,και πως ακόμα και μέσα από ένα μυθιστόρημα που συνδέει το σήμερα με το χθες,πολλοί άνθρωποι μπορεί να βρουν την αφορμή να ψάξουν ξανά μερικές πτυχές του παρελθόντος,και να κατανοήσουν καλύτερα το ποιοί ήταν οι πραγματικοί θύτες και ποιά τα πραγματικά θύματα...

Καλή ανάγνωση σε όλες και όλους,και καλή έρευνα της ιστορίας μας σε όσες και όσους προβληματιστούν και ψάξουν ξανά...

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος στο «Από Μηχανής Θέατρο»


«Η Σονάτα του Σεληνόφωτος»  ΔΩΡΟ ΑΓΑΠΗΣ  στους ανέργους
Έφη Παπαθεοδώρου και  Νίκος Κατράκης έρχονται στο «Από Μηχανής Θέατρο»



«Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα, μονάχος στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν οφελεί. Άφησε με νάρθω μαζί σου» γράφει  ο  σπουδαίος  μας  ποιητής Γιάννης Ρίτσος  στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος»  και  η Έφη Παπαθεοδώρου  και ο Νίκος  Κατράκης αποφάσισαν να μην αφήσουν κανέναν άνθρωπο μονάχο σ’ αυτή την δύσκολη εποχή! Έτσι από την Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου ( και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 18.00) παρουσιάζουν ξανά την παράσταση-ύμνο  « Η Σονάτα του Σεληνόφωτος» ,στο  Από Μηχανής Θέατρο,  ΔΩΡΕΑΝ για τους ΑΝΕΡΓΟΥΣ  και με μόνο 10 ευρώ το κανονικό εισιτήριο, δείχνοντας έτσι το κοινωνικό «πρόσωπο» του θεάτρου. Άλλωστε  με αυτή την παράσταση έχουν εισπράξει τόση αγάπη στο παρελθόν από τον  κόσμο  που θεωρούν ότι οφείλουν να του την ανταποδώσουν, δωρίζοντας  την Τέχνη τους αλλά και επικοινωνώντας  τα πανανθρώπινα μηνύματα του μεγάλου μας ποιητή. 

Το εμβληματικό έργο του  Γιάννη Ρίτσου « Η Σονάτα του Σεληνόφωτος» έγινε θεατρικός μονόλογος  από τον ευρηματικό σκηνοθέτη- που παίζει και το βουβό πρόσωπο της παράστασης- Νίκο Κατράκη σε μια ατμοσφαιρική παράσταση, όπου την  κυρία με τα μαύρα ερμηνεύει μοναδικά η  Έφη Παπαθεοδώρου. Η συγκεκριμένη παράσταση παρουσιάστηκε πριν δύο χρόνια επί σκηνής , με μεγάλη επιτυχία…«Μαγεία, ποίηση!», «Πραγματική ευλογία», «Συγκλονιστική παράσταση», «Απίστευτα συγκινητική και δυνατή υποκριτική στιγμή της κ. Έφης Παπαθεοδώρου» ,«Ευρηματική καθηλωτική σκηνοθεσία», ήταν μόνο μερικές από τις κριτικές του κοινού για την «Σονάτα του Σεληνόφωτος».  Έτσι  τόσο ο σκηνοθέτης της όσο και η πρωταγωνίστρια, θεώρησαν  πως έπρεπε να κάνουν ένα «δώρο αγάπης»  σε όλους τους θεατές  και ιδιαίτερα σ’ αυτούς που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να ονειρευτούν με τα λόγια και τις  ποιητικές εικόνες του Γιάννη Ρίτσου.
 Το έργο είναι μια  κατάθεση ψυχής της ηρωίδας, μιάς μαυροφορεμένης ηλικιωμένης γυναίκας που υποκινείται από την παρουσία στο χώρο ενός νέου άνδρα.  Αυτός, παραμένει καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου βουβός και απαθής, υπογραμμίζοντας έτσι την πάλη των διαφορετικών γενεών.

Βασικό θέμα του έργου είναι η καταλυτική δράση του χρόνου και των συνεπειών του σε όσους δεν μπορούν να τον ακολουθήσουν… Άλλα θέματα που θίγονται στην παράσταση είναι η φθορά, η μοναξιά, η ελευθερία, ο έρωτας, η καταπίεση της γενετήσιας ορμής, ο θάνατος, η ποίηση και βέβαια ο άνθρωπος ως κοινωνική ύπαρξη.

Ο σκηνοθέτης  Νίκος Κατράκης προσεγγίζει με σεβασμό το έργο του μεγάλου ποιητή προσπαθώντας  να φτάσει στην «καρδιά» της ανθρώπινης ύπαρξης και  των νοημάτων της  ζωής.
Η  σπουδαία ηθοποιός  Έφη Παπαθεοδώρου, μέσα από μία γκάμα συναισθημάτων και έκφρασης «ντύνεται» την αστή ηλικιωμένη κυρία με τα μαύρα  που μεταφέρει επί σκηνής, έναν ολόκληρο κόσμο μεστό από συμβολισμούς και νοήματα…

 Μέσα σε όλα  αυτά, ακούγεται  και  η καθηλωτική φωνή αφήγησης  του αξέχαστου Μηνά Χατζησάββα.

 «Είναι ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της Νεοελληνικής Γραμματείας και αισθάνομαι πολύ τυχερή που μου δίνεται και πάλι η ευκαιρία να υποδυθώ αυτήν την τσακισμένη από το χρόνο γυναίκα» τονίζει η Έφη Παπαθεοδώρου. Αισθάνομαι ότι με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη μου Νίκου Κατράκη, έχω έρθει κοντά στον ρόλο και τον ευχαριστώ γιατί μου χάρισε μία από τις ευτυχέστερες, ίσως την ευτυχέστερη στιγμή μου στο θέατρο»

 «Εκτός από την λογοτεχνική –ποιητική του αξία, το έργο αυτό είναι μαγικό,  προσθέτει ο σκηνοθέτης Νίκος Κατράκης. Δεν χρειάζεται να υπεισέλθουμε σε αναλύσεις αλλά να αφεθούμε σε αυτά που μας προκαλεί να αισθανθούμε.

Θεωρώ ότι όντως είναι μια σημαντική στιγμή στην πορεία της  Έφης. Αγγίζει κορυφές σε σημεία της ερμηνείας της και αισθάνομαι μίαν απέραντη αγάπη για αυτήν όταν  το καταφέρνει.
Ευχαριστώ τον Μηνά (Χατζησάββα) εκεί που βρίσκεται για την αγάπη του και την γενναιοδωρία του να μας χαρίσει την φωνή του.

Ευχαριστώ και την Έρη Ρίτσου, αυτήν την σπουδαία γυναίκα και φίλη  που από την αρχή μου παραχώρησε την άδεια να καταπιαστώ με το έργο του μεγάλου Γιάννη Ρίτσου χωρίς να ζητήσει χρήματα, με το αφοπλιστικό επιχείρημα «Ο Ρίτσος δεν έγραφε έργα για να βγάζω εγώ χρήματα»
 Η φετεινή παράσταση είναι ένα δώρο στο κοινό μέσα από την καρδιά μας.  Επίσης ευχαριστώ και την αγαπημένη μου Άννα (Φόνσου) για την υψηλής αισθητικής νότα που έδωσε στην εμφάνιση μας »καταλήγει.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

« Η Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου. Θεατρικός Μονόλογος. 
Από Μηχανής Θέατρο  (Κάτω Σκηνή), Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, (πλησίον Μετρό ) τηλέφωνο 210- 523 2097 (ΠΡΕΜΙΕΡΑ Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου) 
Κάθε Δευτέρα  και Τρίτη στις 18.00  Διάρκεια Παράστασης 60 λεπτά.                        
Σκηνοθεσία -Καλλιτεχνική Επιμέλεια: Νίκος Κατράκης
Ερμηνεία: Έφη Παπαθεοδώρου 
Φωνή Ποιητή: Μηνάς Χατζησάββας 
Σκηνικά- Κοστούμια: Άννα Φόνσου 
Σχεδιασμός Φώτων : Δημήτρης Κάραλης 
Τιμές Εισιτηρίων: Γενική Είσοδος 10 ευρώ, Άνεργοι ΔΩΡΕΑΝ, ατέλειες 5 ευρώ. Προσβασιμότητα για  ΑμεΑ  





Έλα γιατί χωρίς εσένα πλήττω | Πράξια Αρέστη



Κάθομαι μπροστά από ένα υπολογιστή και πατάω μηχανικά γράμματα και σύμβολα. Ακόμη μία μέρα στο γραφείο. Ακόμη μία ατέλειωτη μέρα στο γραφείο και είναι και Δευτέρα. Έχω ακόμη 5 μέρες που θα είναι πάνω κάτω οι ίδιες μέχρι το Σαββατοκύριακο. Δεν είμαι μόνο εγώ θα μου πεις αλλά σχεδόν όλος ο κόσμος. 




Όμως, αυτό δεν είναι το πρόβλημα τελικά. Η καθημερινότητα και η ρουτίνα δεν θα με άγγιζε ούτε στο ελάχιστο, αν εσύ ήσουν στη ζωή μου. Όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο λίγα είναι τα πράγματα και οι άνθρωποι που μας εξιτάρουν. Τόσο πιο λίγες γίνονται οι στιγμές που αξίζουν για να κρατήσει ο εγκεφάλος μας στη μνήμη του. Και σ' αυτόν τον κόσμο πραγματικά δεν βρήκα τίποτα ακόμη που να μ 'εξιτάρει και να με κρατάει σε εγρήγορση ή να με κάνει να χαμογελάω όπως εσύ. 

Αυτά σκέφτομαι ενώ ρουφάω μια τζούρα από το τσιγάρο μου στο διάλειμμα ακουμπώντας στον τοίχο. Εσύ ήσουν ότι εξωπραγματικό έχω ζήσει. Αυτός που με είχε κάνει να βγω από τα όριά μου, τους καθωςπρεπισμούς μου και τον τόσο βαρετό κόσμο μου τον γεμάτο ωράρια, προγράμματα και ηθικούς κανόνες. Εσύ με ένα μήνυμα ή ένα τηλεφώνημα μ' έκανες να τρέχω στους δρόμους για να σε συναντήσω κι έκανες την καρδούλα μου να χτυπάει δυνατά πότε από άγχος και πότε από έρωτα. 

Εσύ είσαι κι ας μην το θέλω, το πιο ενδιαφέρον άτομο που γνώρισα. Ένιωθα ότι εσύ ήσουν για μένα κι ας μην ήσουν ποτέ. Το πάθος σου στο σεξ, οι δυνατές σου ατάκες, οι απρόβλεπτες εκρήξεις θυμού, οι τσακωμοί και οι υπέροχες επανασυνδέσεις. Μαζί σου όλα ήταν άνω κάτω στο μυαλό μου κι όσο κι αν αυτό με κούραζε, με κρατούσε και ζωντανή. Θα ήθελα πιο πολύ από σένα, όμως, υποθέτω ότι πια είναι αργά. Θα πρέπει να ψάχνω ανάμεσα στους τόσο βαρετούς ανθρώπους να βρω κάποιον σαν εσένα. Έλα, όμως, που δεν υπάρχει άλλος σαν εσένα. Είναι σχεδόν αδύνατο ν' ανατριχιάζει και να τρέμει το σώμα στην παρουσία κάποιου άλλου, είναι αδύνατον να μου τραβήξει κάποιος τόσο πολύ το ενδιαφέρον, για ν' ασχολήθω μαζί του. 

Βαριέμαι.

Πλήττω ολοκληρωτικά και αφόρητα χωρίς εσένα. Μου λείπεις. Μου λείπει η αβεβαιότητα στη σχέση που είχαμε, μου λείπουν οι έντονες στιγμές που ζούσαμε έτσι πάνω σ' ένα τηλεφώνημα. Τώρα κοιτάζω το κινητό και ξέρω πώς δεν έχω τίποτα πια να περιμένω. Τίποτα δεν είναι τόσο δυνατό για να με αφυπνίσει όσο ήταν ένα σου μήνυμα κι ένα σου άγγιγμα. Τίποτα δεν είναι "εμείς". Τίποτα δε με γεμίζει όσο με γέμιζαν αυτά που ένιωθα μαζί σου, τίποτα δε με κάνει να χάνομαι όπως το βάθος των ματιών σου.

Σβήνω το τσιγάρο και σου στέλνω ένα ακόμη μήνυμα που θα μείνει αναπάντητο: "έλα, γιατί χωρίς εσένα πλήττω"...

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Ο έρωτας αρκεί φτάνει να είναι αιώνιος | Έλλη Πράντζου




Μίλα μου για κάτι όμορφο
κάνε εσύ τη διαφορά.
Με λέξεις χρωματιστές
στόλισε το σκονισμένο γκρι
μιας πόλης που κοιμάται
και ξύπνα μέσα μου
μια ερωτευμένη ελπίδα.
Δώσε της το όνομά σου
γίνε εσύ η διαφορά.
Τόλμα τα δεν μπορώ τους
και κορόιδεψε τα πρέπει τους.
Μα πιο πολύ
άσε πίσω
τους δικούς σου φόβους.
Έλα να χαράξουμε στον ουρανό
τα αρχικά μας.
Να μας βλέπουμε κάθε πρωί
και κάθε βράδυ
έτσι όπως θα αιωρούμαστε
ερωτευμένοι
πάνω από τα κουρασμένα
κεφάλια τους.
Τους βαρέθηκα.
Μα δε γίνεται να απέχεις
από τους ανθρώπους.
Είναι σαν να απέχεις
από τον εαυτό σου
την ίδια στιγμή
που κλείνεσαι σε αυτόν
όσο ποτέ.
Ρίσκο είναι όλα
ένα ρίσκο που το λένε ζωή.
Φτιάξε μου εσύ μια διαφορά
Μίλα μου για κάτι τόσο όμορφο
όσο τα μάτια σου
όταν με πρωτοξεχώρισαν
ανάμεσα στους άλλους.
Μίλα μου για κάτι τόσο όμορφο
όσο το χαμόγελό σου
όταν σε ξεχώρισα κι εγώ
ανάμεσα στους πολλούς.
Έλα εμείς να διαφέρουμε
έλα εμείς να καταφέρουμε
όλα εκείνα που οι άλλοι
ονόμασαν αδύνατα.
Ρε μάτια μου, πίστεψέ με,
ο έρωτας αρκεί
φτάνει να είναι αιώνιος.


Φωτογραφία: Ευτυχία Πασχαλίδου

Ο Γιώργος Περού για μία ζωντανή εμφάνιση στον "Ορφέα" στην Κυψέλη


Ο Γιώργος Περού την Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου στον μοναδικό χώρο του  Cafe Bar «Ορφέας» στην Κυψέλη - μία από τις πιο όμορφες και ζωντανές γειτονιές της Αθήνας - σε μια μουσική βραδιά με τραγούδια που αντέχουν στο χρόνο απο την ελληνική παράδοση, το ρεμπέτικο και το λαικό τραγούδι, το ελαφρό τραγούδι εως το σήμερα.
Μελωδίες των Αττίκ, Κώστα Γιαννίδη, Σογιούλ θα μπλέκουν θεματικά με τραγούδια των Τσιτσάνη, Άκη Πάνου, Καλδάρα αλλα και με των Μίκη Θεοδωράκη, Δήμου Μούτση, των Beatles και του Leonard Cohen.
Δοσμένα πάντοτε με τον δικό του τρόπο, λιτά και ανθρώπινα ξετύλιγει το κουβάρι των τραγουδιών δίνοντας έμφαση και σημασία στην βαθύτερη λειτουργία του τραγουδιού ώστε να φτάνει στα χείλη και τις καρδιές των ανθρώπων και να τραγουδήσουμε όλοι σαν μια παρέα.

Φιλική συμμετοχή: Ζαχαρούλα Κληματσάκη
Ο Γιώργος Περού είναι νέος τραγουδοποιός και συνθέτης. Έχει κυκλοφορήσει ένα album με δικά του τραγούδια με τίτλο «Δύο Κόσμοι» και έχει γράψει μουσική και τραγούδια για διάφορες θεατρικές παραστάσεις (Οι 12 Ένορκοι, Εκτός Ύλης κ.α)
Υπογράφει και 2 διασκευές ως ερμηνευτής και παραγωγός - το «Απόψε Φίλα με» του Μανωλη Χιωτη
https://youtu.be/_sDeP6RB9Yk
και το «Χθες το Βράδυ» του Κώστα Γιαννίδη
https://youtu.be/sfXNojlOOUc
'Ωρα έναρξης: 21.00
Διεύθυνση: Φωκίωνος Νέγρη 25, Κυψέλη
Πληροφορίες - Κρατήσεις: 210 8668544
Fb Event: https://www.facebook.com/events/435228560344300/
Fb Page Ορφέας: https://www.facebook.com/orfeas.cafe/
Fb Page Γιώργος Περού: https://www.facebook.com/GiorgosPerouOfficial/

Ακολουθήστε τον Γιώργο Περού:

YouTube: https://www.youtube.com/user/GiorgosPerou
Facebook: https://www.facebook.com/pages/Giorgos-Perou
Twitter: https://twitter.com/Giorgos_Perou
Instagram: https://www.instagram.com/giorgos_perou/
LinkedIn: https://www.linkedin.com/in/giorgosperou/
Google+: https://plus.google.com/u/0/+GiorgosPerou

Αφιέρωμα |Λούλα Αναγνωστάκη: Μια βαθιά ανθρωπίστρια και πολιτικοποιημένη θεατρική συγγραφέας

Γεννήθηκε σαν σήμερα στη Θεσσαλονίκη, ήταν η μικρότερη αδερφή του Μανόλη Αναγνωστάκη  και αποτέλεσε ίσως μία από τις πιο δραστήριες γυναίκες θεατρικές συγγραφείς της μεταπολεμικής περιόδου. Σπούδασε στην Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στην Αυστρία. Παντρεύτηκε τον συγγραφέα και καθηγητή ψυχιατρικής Γιώργο Χειμωνά και ήταν η μητέρα του συγγραφέα Θανάση Χειμωνά, ενώ συνδέθηκε με αρκετούς αξιόλογους ανθρώπους όπως η Μαλβίνα Κάραλη με την οποία ήταν πολύ καλές φίλες και με τον Κάρολο Κουν. Πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 2017.



Με αφορμή την επέτειο από τη γέννηση της το Pause δανείζεται μία συνέντευξη σε "δικές της αφηγήσεις" που είχε δώσει στη δημοσιογράφο και συγγραφέα Σόνια Ζαχαράτου στο BHMagazino.

Γιατί δεν έδινε πολλές συνεντεύξεις;

«Δεν έδινα, γιατί ρωτούσαν πολλά, έπρεπε να πω πολλά, να απαντήσω σε ορισμένα πράγματα που δεν ήθελα. Ενώ τώρα, όταν δεν θέλω να πω κάτι, το ρίχνω αλλού, απαντάω άλλα σε αυτά που με ρωτάνε και είμαι εντάξει. Βρίσκω δικαιολογίες».

Γιατί δεν έβγαινε από το σπίτι;

«Δεν θέλω. Καμιά βόλτα μόνο με αυτοκίνητο. Αλλοτε έβγαινα πολύ. Κάθε μέρα. Δεν έχω όρεξη για τίποτα».


Παρακολουθούσε τις πρόβες;

«Στον Κουν πάντα. Και πολλές φορές όλη τη διαδικασία παραγωγής, από την αρχή έως το τέλος. Ηταν μεγάλο το ενδιαφέρον. Αν κάτι έβλεπα που ήθελα να το πω, το έλεγα στον Κουν, χωρίς να είναι μπροστά οι ηθοποιοί. Τους σκεπτόμουν πολύ έτσι όπως πάλευαν. Και ο Κουν φώναζε».

Ποιο ήταν το καλύτερο παιδί του Θεάτρου Τέχνης;

«Για μένα, ο Μίμης Κουγιουμτζής, επειδή ήταν φίλος μου. Από εκεί και πέρα, για τους άλλους δεν ξέρω τι ήταν ο Μίμης. Μπορεί να διαφωνούν».

Τι θυμόταν από το θέατρο;

«Οσες φορές τραγουδούσα τον “Ουρανό κατακόκκινο” (την Τρίτη Διεθνή, με την οποία έκλεινε το έργο). Με συγκινούσε πάρα πολύ αυτό το τραγούδι, και το τραγουδούσα σπίτι. Μόνη μου, σαν να ήμουν μπροστά σε κόσμο· και μετά συγκινιόμουν. Δεν τολμούσα, όμως, να το τραγουδήσω στο θέατρο. Μου έλεγαν να το πω, αλλά ντρεπόμουν. Έχω ζήσει ωραίες στιγμές με το θέατρο, αλλά όχι μέσα στο υπόγειο του Κουν. Τις έζησα έξω, με ηθοποιούς που έκανα παρέα και καταλάβαιναν πολύ αυτό το τραγούδι που σας λέω. Ο Κουν έλεγε «Τι τα βάζεις τώρα τα τραγούδια;» – δεν τα ήθελε καθόλου, κυρίως τα επαναστατικά. Μετά, σιγά σιγά, δέχτηκε να τα βάζω. Τον έπεισα».

Τι έβλεπε τόσο στην τηλεόραση;

«Ειδήσεις. Πολύ. Συνέχεια. Όλα τα παρακολουθώ. Θέλω να είμαι εντός των πυλών». Ηταν ανήσυχη με όσα συμβαίνουν στη χώρα; «Ας γίνει ό,τι γίνει. Έτσι ή αλλιώς θα πεθάνουμε…».

Ανανταπόδοτος | Βαγγέλης Μάγειρος

Γιατί βλέπεις έτσι τα πράγματα είναι.
Εγώ σε περιμένω κάτω από πόρτες ανοιχτές,
Με ένα μπουκάλι στο χέρι,
Φυλαγμένο,
Όσο εσύ επιλέγεις να στέκεσαι,
Σε μέρος άγνωστο,
Καλά κρυμμένο.
Σε μέρη όπου του μυαλού,
Τα ξεχασμένα κομμάτια φτιάχνουν,
Σε μια αλήθεια πρόχειρη,
Ζητάς να σε κουμαντάρουν.
Πως λοιπόν να μην σου πω,
Ότι είσαι κορίτσι για τον έρωτα φτιαγμένο,
Όταν τον έρωτα το ζωηρό,
Κουβαλάς ρημαγμένο;



Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

"Ημερολόγιο μιας βδομάδας" | Σίμος Ανδρονίδης



«ΒΡΑΧΟΣ, το μέγα κόκκινο· δεύτερη πόρτα, Πέμπτη πόρτα, κ’ η δωδεκάτη κλεισμένη· χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο, χτύπημα της πέτρας στην πέτρα- Μ’ ακούς; Εγώ σ’ ακούω- δυο σιωπές[1] κάνουν μια φωνή κ’ ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι» (Γιάννης Ρίτσος, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας’).




Η μικρή ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου που φέρει τον τίτλο 'Ημερολόγιο μιας βδομάδας', εν είδει ποιητικού-ιστορικού χρονικού, προσδιορίζει τα επάλληλα συμβάντα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, εγγράφει τους όρους ενός 'πράττειν' που διαρκεί στο και στα σώματα που 'τροφοδοτούν' το γίγνεσθαι με αμφιβολία, με 'φορτισμένο' αντι-δικτατορικό 'πάθος', προσίδια αναφέροντας, εντός ποιητικότητας, αυτό που ο Martin Heidegger oνομάζει «ημερομηνιακό ενδεχόμενο»[2] ('Datierbarkeit'), ένα 'ενδεχόμενο' διάστικτο από γενεαλογικές αποτυπώσεις και φωνές που αναπαράγουν το σημαίνον 'Πολυτεχνείο' εντός ιστορίας, ένα ίδιο και Χαϊντεγγεριανό ''ημερομηνιακό ενδεχόμενο'' το οποίο και εκδι-πλώνεται εμπρόθετα εκκινώντας στις 16 του Νοεμβρίου και καταλήγοντας, μη ιδεοτυπικά αλλά περισσότερο παραπεμπτικά, στις 22 του ίδιου μήνα.[3]

Στην περιεχομενικότητα του ποιήματος-«ενδεχομένου», στις εκφάνσεις ενός χρόνου που διαρκεί 'παράταιρα' αφαιρώντας, η Ριτσική γραφή σημασιοδοτεί έναν 'βιό-κοσμο' που συντίθεται από την απερίσταλτη επωνυμία μίας γενιάς που δομεί την ιδιαίτερη 'Εστία' της (Πολυτεχνείο), δια-κρατώντας ως διακύβευμα έναν 'χειραφετητικό ορθολογισμό' που αξιο-θεμελιώνεται στη γλώσσα και δη στη συνθηματική-πολιτική γλώσσα ως ιστορική 'άντληση', που εκ-φέρει την διαρκώς επαπειλούμενη αγωνία για αυτό που 'κυοφορείται' ως στρατιωτική-δικτατορική αντίδραση, αγωνία που δεν σπεύδει να εμποδίσει παρά εκθέτει την ευρύτερη 'δυναμολογία' που συσσωρεύει διαρκώς τις προϋποθέσεις της εξέγερσης: μαθητές και φοιτητές δύνανται να μετατοπίσουν την οριακότητα του συμβολικού και μη 'ανήκειν' ('αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας'), αρθρώνοντας, πάνω στην πύλη-Νόμο' την εμμένεια και την 'διαστασιακότητα' της 'αθεμιτουργούσας' επιμονής και της επάλληλης παρότρυνσης που συστηματοποιεί σημαίνοντα: 'αδέλφια μας στρατιώτες, αδέλφια μας στρατιώτες'[4], εκεί όπου η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου προσιδιάζει στο αίμα που πλέον 'είναι δικό μας': «Ώρα μεγάλη, ώρα σκληρή, ώρα αδειασμένη απ' τη δειλή μακροθυμία των στίχων- εδώ ό,τι πια θα πει θα 'ναι το αίμα. Ω, κακόφημη ζωή, ληστεμένη».[5]

Το αίμα των φοιτητών προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά της 'εδαφοποίησης' του σε έναν τόπο που ανασύρει 'ερείπια', απεικονίζει τον αδυσώπητο όσο και ανθρώπινο χρόνο που καθίσταται παροντικός χρόνος «αξιακά αυτοσυνείδητος»[6], όπως τονίζει ο Θανάσης Γκιούρας, που εκπληρώνει και εκ-πληρώνεται σε ένα σώμα ελλειπτικό που προτάσσει την επιθυμία της 'αδελφικής' του έγκλησης (το υπόδειγμα, 'αδέλφια μας'), που βιώνει την πραγματικότητα της στρατιωτικής δικτατορίας ωσάν 'σκληρή μεταφορά και διάσχιση του Λακανικού 'βορρόμειου κόμβου της ιστορίας'[7], ανα-πλαισιώνοντας το ίδιο το 'Πολυτεχνείο' με την τροπικότητα του αίματος που έχει ήδη καταστεί ορατό, κοινοποιήσιμο, 'λέξη' τετριμμένη και μορφολογική, σιωπή που 'γεννά' την μνήμη του ιδεατά παραμορφωμένου, εντός της πόλης-'Σφίγγας': «εδώ ό,τι πια θα πει θα 'ναι το αίμα», γράφει ο Μονεμβασιώτης ποιητής, αποδίδοντας την συμβαντικότητα στο χρόνο της σύγκρουσης και της 'εισβολής' στο χώρο του Πολυτεχνείο[8] από τους ίδιους κρατούντες που εξυψώνοντας τις ράβδους της 'άρχουσας ελληνικότητας' δύνανται να ομιλήσουν, 'Η Πόλις Εάλω', το 'πράττειν' αποτρέπει και 'δεδικαίωται'.

Η «ληστεμένη ζωή»[9] 'ενσαρκώνεται' σε υποκείμενα της 'μη-άφεσης', στη γενιά-γενεαλογία που επι-φέρει την τελετουργία της 'εμβάπτισης' στον 'αδυσώπητο' χρόνο-χρονικότητα, της 'κινησιολογίας' προς το μη-αναγώγιμο στη 'βούληση των άλλων', νοηματοδοτώντας βαθιά ή βαθυ-δομικά βιώματα και διε-ρωτήσεις: ποιος δύναται να είναι 'παρών' στον παρόν χρόνο; ποιοι δύνανται να εκ-φέρουν την ακρίβεια της λέξης-πρόσταγμα; Τι δύναται να σημάνει το 'Πολυτεχνείο των ιστορικών σημάνσεων; Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου 'συν-διαλέγεται' με την ποιητική του συλλογή 'Το σώμα και το αίμα'[10], αναγνωρίζεται στην αμεσότητα και στην οικειότητα του σπαράγματος και του 'τραύματος', στην σχεσιακή ερωτικότητα της γενιάς που δεν δια-κρατεί παρά την έκκληση της φωνής της, την αίσθηση της οριακότητα μίας 'μάχης' που θα δοθεί ξεχωριστά, από τον καθέναν.

«Λιόλουστη μέρα. Κάλαμος. Η θάλασσα. Σπουργίτια στον ελαιώνα. Κάλεσμα, πρόκληση, κάλλος, μακρινή προδομένη μακαριότητα-α, εσύ, δραπέτη, λιποτάχτη, κρυμμένε ανάμεσα στ' αγάλματα, πίσω απ' τα αγάλματα, μέσα στ' αγάλματα- αγάλματα κούφια, χωρίς χέρια, χωρίς πέος, χωρίς αμπελόφυλλα,- αρνήσου, αρνήσου,- όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσεις. Το δέντρο, το πουλί, το γαλάζιο, - αμαρτία, αμαρτία. Πως μπορείτε να κοιμάστε; Εσείς ο ίδιος ο έρωτας. Κι ο έρωτας αμαρτία- Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, παιδιά μας, πόσες γενιές παιδιά μας, σε αδιαίρετο χρόνο, χωρίς χρόνο, στα στάχυα και στα σύρματα, στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα, έρωτες μας, παιδιά μας, σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτες μας- ΓΙΑ ΤΙΠΟΤ' άλλο να μην έχουμε μάτια, παρά μόνο για σας. Τίποτ' άλλο».[11]

Διαμέσου των επάλληλων πτυχώσεων του ποιητικού του λόγου ο Γιάννης Ρίτσος δύναται να επανεπινοήσει εκτατικά τους όρους ύπαρξης και παρουσίας της δικής του γενιάς στο 'τώρα', 'εμβαπτίζει' την παροντικότητα σε ένα παρελθόν που συνιστά 'Πολυτεχνείο', αρθρώνει μία δυνάμει υποκειμενικότητα που είναι θηλυκά ερωτική και θηλυκά απαιτητική, θέτει τις δεσπόζουσες μίας κοινωνιο-οντολογίας που 'ασκείται' επί του πεδίου, 'επι-κοινωνεί' με τα φάσματα μίας προηγούμενης γενιάς, εκεί όπου η ιδιαίτερη 'πατρική΄ οικειότητα συναρθρώνεται με την αισθητική που 'γεννά' έρωτες, που 'απαρνείται' τον δικτατορικό συμβολισμό, αναζητώντας 'σημεία γραφής', γραφής οικείας και συνολιστικής: «έρωτες μας, παιδιά μας, σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτες μας»[12], εντός χρόνου και μη, γενιά που επισύρει τον 'φόβο' των γενεών, δρώντας έκκεντρα, με την φοιτητική-λαϊκή αυτενέργεια να λειτουργεί ως 'χρυσή περιουσία' και 'επιστασία', διεύρυνση και νοηματοδοτική συστηματοποίηση μίας ποίησης που εκ-διπλώνει το απόθεμα της προκαταλαμβάνοντας το σημαίνον, την 'μοναδικότητα' του ελέους: «Μόνες περγαμηνές μας τρεις λέξεις: Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος». Και πλέον, στα συμφραζόμενα της Ριτσικής, βαθιά ανθρωπο-κεντρικής ποίησης, το 'Πολυτεχνείο' και η 'ρέουσα' εξέγερση του ωσάν εφαρμοστική πράξη επιτέλεσης του γενεαλογικά 'αδιάσπαστου΄ σε «αδιαίρετο χρόνο»[13], σε χρόνο πληθυντικό όπου δρουν η «Ελένη, η Μάρω, η Ηλέκτρα και η Δήμητρα»[14], αναζητώντας το διάκενα μεταξύ του περιώνυμου και περιώνυμα ταυτολογικού 'Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών'. Η εβδομάδα τελείται στις εντάσεις του θανάτου, στην ανάδειξη και στη συμπύκνωση, διαμέσου της κίνησης του στρατιωτικού οχήματος προς την πύλη του Πολυτεχνείου και στην διά-ρρηξη της, των δικτατορικών 'φορτίων', των φονεύσεων του ελληνικά 'απο-καλυπτικού', προτάσσει διαρκώς μία 'αγωνιώδη' φωνή και απορία, μία ψιθυριστή παλινδρόμηση που εκτατικά παραμένει 'εκεί', εγκαλώντας και ανα-καλώντας, με το όριο να αίρεται και την ποιητική γλώσσα να ζητεί το 'κάτι' από το σώμα, ομνύοντας στο «πως μπορείτε λοιπόν, πως μπορείτε;».[15]

Στις 17 Νοεμβρίου η εισβολή, στις 18 έως τις 22 Νοεμβρίου, το 'αδόκιμο' της ποίησης που όμως δεν διστάζει να δοκιμάσει τις αντοχές της πόλης. «Μάλλον εκεί, μόνο του, καθώς απομακρύνεται από τον κόσμο, το ποίημα χαιρετά ή ευλογεί, φέρει (tragt) τον άλλον, θέλω να πω «εσένα», συγχρόνως όπως φέρουμε το πένθος και όπως κουβαλάμε στα σπλάγχνα μας το παιδί, από τη σύλληψη μέχρι την κυοφορία και τη γέννηση. Κυοφορώντας. Αυτό το ποίημα είναι το «εσύ» και το «εγώ» που απευθύνεται σ ' «εσένα» και σε οποιονδήποτε άλλον»[16], τονίζει ο Jacques Derrida στην ανάλυση της ποιητικής του Paul Celan που επιχειρεί.

Με έναν παρόμοιο τρόπο, η Ριτσική ποίηση του 'Ημερολογίου' «κυοφορεί»[17] το «εσύ» και το «εγώ», φέρει και ασκείται στην 'αλήθεια' του 'άλλου', 'συλλαμβάνοντας' το δικό το 'ατελεύτητο' του Πολυτεχνείου, φέροντας το βάρος και το βάρος των νεκρών του, της γλώσσας και των προεκτάσεων της, στο «ατελέσφορο» ποίημα.

«Ω, ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο, επάνω από δυο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω»[18] σε μία παράσταση όχι ήττας αλλά 'σιγουριάς' για το 'πράττειν' που χωρεί στο ποίημα, στο 'βιό-κοσμο' του ποιήματος, ανατρέποντας τις σταθερές του. ''Αργά που μαλακώνει το μαχαίρι. Αυτός που σωπαίνει δεν είναι που δεν έχει τίποτα να πει. Δεν είναι τα δώδεκα καρφιά στον τοίχο, η ακρίδα στο ποτήρι- είναι που περιμένει να ξεσφίξουν τα σαγόνια του».[19]

 Με την ποιητική τροπικότητα της Πίτσας Γαλάζη,  ''Στο έσω αυτί το τραγούδι τους Στο Χαίρε Ω Χαίρε Ψήγματα άμμου στο κοχύλι του Απ' τα παλιά μαρτυρίες Τα ηλιόλουστα».[20]  Η χειραφέτηση ανα-σημαίνεται ως η δεκτική οριακότητα της ποίησης και πιο συγκεκριμένα, της Ριτσικής ποίησης. Σώμα-‘άρτος’ και παρουσία-‘εξέγερση’ που συμπεριλαμβάνει ‘αθέατες’ αλλά και παρούσες γενιές, υπενθυμίζοντας το Καντιανό κοινωνιο-φιλοσοφικό  ‘αίτημα: «Πρακτικό είναι οτιδήποτε είναι δυνατό μέσω της ελευθερίας» (‘Praktisch ist alles, was durch Freiheit moglich ist’).[21]

'Στο ημερολόγιο μιας βδομάδας', ο Γιάννης Ρίτσος εγγράφει λέξεις που διευρύνουν τα όρια προσέγγισης του εξεγερσιακού 'συμβάντος', συγκροτεί 'μεταβάσεις' που αφαιρούν από την ημερομηνία το 'σκληρό περίβλημα' του χρόνου, προσδιορίζοντας αυτό που ο Τσβετάν Τοντόροφ, αποκαλεί «παραδειγματική μνήμη»,[22] που, όπως αναφέρει ο Γιώργος Κόκκινος «έχει εξ ορισμού συγκριτικό και καθολικευτικό χαρακτήρα'', λειτουργώντας ως ''εργαλείο της συνειδητής προσπάθειας για την αλλαγή του κόσμου και την παγκόσμια κατανόηση».[23] Η ποίηση, η Ριτσική ποίηση,  τέμνει το περιεχόμενο της μνήμης.



[1] Η σιωπή, η ‘υπόκωφη’ και ‘ομιλούσα’ γλώσσα, που τείνει σε μία ατέρμονη δοτικότητα, ήτοι στο ‘θέαμαι’ ενώπιον των πολλαπλών εκδοχών ενός και μόνο εαυτού. Το όριο της σιωπής, τιθέμενο εν συνόλω, δύναται να  διαμορφώσει μία «διεισδυτική και άφατη ευγλωττία», όπως αναφέρει λογοτεχνικά  ο Ονορέ Ντε Μπαλζάκ στο διήγημα του ‘Ο συνταγματάρχης Σαμπέρ’. Βλέπε σχετικά, Μπαλζάκ Ντε Ονορέ, ‘Ο συνταγματάρχης Σαμπέρ’, Μετάφραση: Κράλλη Μαρία,  Εκδόσεις Το Ποντίκι, Αθήνα, 2006, σελ. 35.
[2] Αναφέρεται στο: Derrida Jacques, ‘Κριοί.  Διάλογος ατέρμων: μεταξύ δύο απείρων, το ποίημα’, Μετάφραση: Αγκυρανοπούλου Χρυσούλα, Επίμετρο: Βέλτσος Γιώργος, ‘ Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2008, σελ. 52. Το «ημερομηνιακό ενδεχόμενο» του Martin Heidegger επιτελείται ή λαμβάνει χώρα πάνω σε μία οριακή ‘παράκληση’, προσομοιάζει σε μία χρονικότητα που και περισσότερο από χρόνο αποτελεί ‘σπορά’: ποιο και που ευρίσκεται η επωνυμία; Η ενδεχομενικότητα ενός χρόνου που συνιστά ‘διάκριση’, φιλοσοφική μετωνυμία: το μέλλον και το μη-μέλλον.
[3] Ο μήνας θα παραμείνει ο Νοέμβριος της προσδιορισμένης, ή αλλιώς, για να προβούμε σε μία ανάλυση με Καστοριαδικούς όρους, της ‘επι-καθορισμένης φοιτητικότητας’ για την οποία προσίδια και ‘υπόγεια’  έχεις’ (το Πλατωνικό ‘αείν’) ‘ακούσει πολλά: «Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα».
[4] Ο στρατιώτης αναπαρίσταται ως ‘αδελφός’ (το ‘ω αδελφέ μου’ καθίσταται ευδιάκριτο και ευδιάκριτα ποιητικό σε αυτό το σημείο),  την στιγμή προ της ‘έκρηξης’, εκ-πληρώνοντας το μοτίβο της ‘σπερματικής’ και όχι απλά γεγονοτολογικής ‘συνένωσης’, τον ιδεότυπο της γενεαλογίας και του λαϊκού υποκειμένου και ‘υποκειμενισμού’ που δεν τους χωρίζει παρά η αμφίεση, στο μέσον της δυνατότητας ‘επιτυχούς’ συνάντησης, όπου, με ανεστραμμένα πρόσημα, με όψεις ‘μεταφοράς’ στο πραγμολογικά συμβολικό, ανυψώνει την Ελυτική ποίηση: «μη παρακαλώ σας μη, λησμονάτε την χώρα μου». Η γλώσσα, έκκληση και ιδέα παράλληλα, ‘δια-μοιράζεται’ διότι ‘ανήκει’ ή θεμελιώνεται: στο φοιτητή, στον στρατιώτη που παραστέκοντας ‘επιτρέπει’.
[5] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας’, Ποιητική συλλογή, ‘Γίγνεσθαι’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1998, σελ. 133.
[6] Βλέπε σχετικά, Γκιούρας Θανάσης, ‘Ελευθερία και Ιστορία. Με βασική αναφορά τις θέσεις Για την έννοια της ιστορίας του Walter Benjamin’, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2012, σελ. 87.
[7] «Η συνολική προσπέλαση του τραυματικού στην ιστορία, αποτελεί, κατά τον Ricoeur, ένα από τα προνόμια και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ιστοριογραφίας σε σχέση με τη μνήμη, η οποία, όπως γνωρίζουμε, έχει μάλλον αυτοαναφορικό χαρακτήρα και διατρέχει τον κίνδυνο να μετασχηματιστεί σε εκκοσμικευμένη θρησκεία της θυματοποιημένης ομάδας», τονίζει ‘γόνιμα΄  ο Γιώργος Κόκκινος,  θέτοντας το επιστημολογικό πρόταγμα της αναλυτικής ιστορίας. Βλέπε το, Eaglestone Robert, ‘Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος’, Μετάφραση: Σπυράκου Άννυ, Πρόλογος στην Ελληνική Έκδοση: Κόκκινος Γιώργος, Εκδόσεις Επέκεινα, Τρίκαλα, 2014, σελ. 21.
[8] Ο ποιητής, υπό το πλέγμα της ποιητικής γραφής του Θωμά Τσαλαπάτη,  «με μάτια φραγμένα συνθέτει τις εκτάσεις» του Πολυτεχνείου. Βλέπε σχετικά, Τσαλαπάτης Θωμάς, ‘Το καρφί’, Ποιητική συλλογή, ‘Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ’, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα, 2013, σελ. 23.
[9] Η ζωή και ο βίος μίας γενιάς που βιαίως ‘αφαιρείται’. Η ποιητική συλλογή ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας’ δεν στερείται συν-δηλώσεων αφύπνισης και μίας παρούσας ‘θελκτικότητας’: φέροντας τον αγώνα τους, όπως και τότε, οι φοιτητές ‘διασχίζουν’ το κατώφλι του δικτατορικού ‘ευνουχισμού’, αρθρώνουν των ερωτισμό προ του θανάτου, ποιητικά ‘άγιοι’ (οι Ριτσικοί καθημερινοί ‘άγιοι’ που αποκτούν διαστάσεις τρέχοντος συμβολισμού)  και ‘μύστες’.
[10] Στο χρόνο και στο πέρας του Πολυτεχνείου, η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου ερείδεται στις διαστάσεις της καθημερινά ενεργής κίνησης που υπαινίσσεται τον σημασία και τον μη-προσποιητό θάνατο, στη Μεταπολιτευτική Αθήνα εντός της οποίας φθάνουν  όψεις ‘Πολιτείας’:  «Εκεί που ανέβαιναν οι ορίζοντες με σκοινιά με χαλκάδες με σκισμένα σακκάκια εκεί που φτάνει το μαχαίρι στο κόκκαλο εκεί που η μια κραυγή ξανασμίγει τη διαμελισμένη πολιτεία χρόνια και χρόνια σίδερα καπνός δεσμοφύλακες πισώπλατα μαχαίρια μουνουχισμένα χρώματα μουνουχισμένα σκαλοπάτια μήτε να χαιρετήσεις το δέντρο τον αδελφό σου ένα άστρο στα χαραμάδα της πόρτας έπαιρνες το λεωφορείο κατέβαινες σε λάθος στάση ξανάμπαινες στ’ άλλο λεωφορείο μες στο συνωστισμό είχε ζεστασιά παρ’ όλη την επίπλαστη αδιαφορία μια κλεφτή ματιά στην εφημερίδα του πλαϊνού ή στα μάτια του παρά πέρα παρανομία της καρδιάς παρανομία του ωροδείχτη στο μεγάλο ρολόϊ  έτρεχε το αίμα από κρυφές πηγές κάτω απ’ τις πέτρες». Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Το σώμα και το αίμα (Ακόμη μία δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου)΄, Ποιητική συλλογή ‘Γίγνεσθαι’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1998, σελ. 336.
[11] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 130.
[12] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 130.
[13] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 130.
[14] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 130. Ονόματα της εποχής και της υπέρβασης που σηματοδοτεί την δυνατότητα περάσματος σε μία άλλη εποχή, θηλυκά ονόματα που ‘απο-καλύπτουν’  το ‘ασύνορο’ του ποιητή-πατέρα, της γενιάς που εγγράφει όψεις ‘σπαρακτικής και λυρικής αναγνώρισης στο πρόσωπο και στην ‘καθαρότητα’ του ‘ενεργείν’: «παιδιά μας, παιδιά μας». Ο πατέρας ανοίγεται σε μία ανοιχτή πληθυντικότητα που διεκδικεί το τελετουργικό αίμα.
[15] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 131. Η διερώτηση παραμένει ‘ανοιχτή΄, ‘αιμάσσουσα’, εδραιωμένη στον ‘πυρήνα’ της δικής της ‘ιδιολέκτου’ η οποία και  τέμνει την εικόνα της ‘οικογενειακότητας’, ενεφανίζοντας τις ‘μεταβάσεις’ του ‘πως’, του ‘πως φονεύετε το ίδιο παρόν; Στις συνηχήσεις της κρίσιμης ώρας, της ποιητικής εγκάρσιας τομής, ενσκήπτει, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, η νύχτα και η διαπερατότητα του ήχου και της ρίψης της πύλης υπό το πρίσμα ‘διαπερατότητας’ της ιστορίας: «Παρασκευή το βράδυ του φονιά», όπως γράφει και ο Μάνος Ελευθερίου στο άσμα ‘Τα λόγια και τα χρόνια’.
[16] Βλέπε σχετικά: Derrida Jacques, ‘Κριοί.  Διάλογος ατέρμων: μεταξύ δύο απείρων, το ποίημα…ό.π., σελ. 50. Το Ριτσικό  ‘εγώ’ είναι και παραμένει έκθετο στην καθημερινότητα του ‘εσύ’, μη-στέρεο ως ‘τραύμα’, και όμως στερεό μίας πολυ-πρισματικότητας που ενέπαιζε διαρκώς τις ‘πιθανότητες’.
[17] Το ποίημα δύναται να ‘κυοφορήσει’ τα σώματα που ‘έλαβαν χώρα’, που έδρασαν ως, μία, κατά Judith Butler, «τελεστική συνθήκη», ωριμάζοντας δραστικά. Το ίδιο ποίημα διεκδικεί, ένας ίδιος ‘Επιτάφιος’, τις πλαισιώσεις και ενός ‘θρήνου του δρόμου’.
[18] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 130.
[19] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 134.
[20] Βλέπε σχετικά, Γαλάζη Πίτσα, ΄Η Φωνή (μνήμη Σάββα Παύλου), Περιοδικό ‘Νέα Ευθύνη’, Τεύχος 33, Απρίλιος-Ιούνιος 2016, σελ. 168.
[21] Aναφέρεται στο: Γκιούρας Θανάσης, ‘Ελευθερία και Ιστορία…ό.π., σελ. 37.
[22] Αναφέρεται στο: Eaglestone Robert, ‘Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος…ό.π., σελ.  22. «Η συνολική προσπέλαση του τραυματικού στην ιστορία, αποτελεί, κατά τον Ricoeur, ένα από τα προνόμια και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ιστοριογραφίας σε σχέση με τη μνήμη, η οποία
[23] Βλέπε σχετικά: Eaglestone Robert, ‘Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος…ό.π., σελ. 22.