Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2020

Είμαστε | Βαγγέλης Μάγειρος

Είμαστε κάτι αναμνήσεις,
Που γράφτηκαν σε ένα παλιό τετράδιο.
Που τις έκλεισαν σε ένα σπασμένο συρτάρι.
Είμαστε οι μνήμες αυτόν που σήμερα,
Λένε ότι αγαπάνε.
Που τους βρίσκεις σε κάτι δρόμους,
Που δεν ανάβει ποτέ το πράσινο.
Είμαστε αυτοί για τους οποίους,
Διαβάζετε στα βιβλία.
Που έδιναν πάντα πολλά,
Χωρίς να ξέρουν πως οι άλλοι,
Θα τα ζητούσαν πίσω.


An unbearable feeling | Katerina Michouli

A fall of snow, and I was
being alone. I felt bitterly cold,
when all of a sudden I felt a warm

breath, and a whisper close to my ear.
You may laugh, but I was so sure
I would see you there, and a sense of

excitement passed through every part of
my body. I felt you by me, and I could
almost see you, but then I could not!

And so, I closed my eyes, again.






Δεν ντράπηκα ποτέ για το σπίτι μου | Βέρα Ι. Φραντζή


Όσα σπίτια και να γυρίσω, όποια πολυτέλεια και να διαθέτει, όποιο και αγαπημένο πρόσωπο και να ζει μέσα στο αυτό το νέο σπίτι, για μένα ένα είναι το σπίτι μου. Το πατρικό μου, το δωμάτιο μου με ένα παράθυρο μονό στον ακάλυπτο. Δροσερό το καλοκαίρι, ζεστό τον χειμώνα. Χωμένο στον λαβύρινθο των ακαλύπτων, κάτω από 4 ορόφους, πάνω από ένα υπόγειο γεμάτο φάκες για ποντίκια.

Brassaï, Le miroir de la salle de bains, 1944


Και πάντα νιώθω τρομερή νοσταλγία όταν επιστρέφω το πατρικό μου. Σαν να μπαίνω σε ένα μέρος όπου δικαιούμαι την ασφάλεια του κόσμου, τη ξεκούραση από τον χρόνο.
Και δεν ήταν καθόλου ο παράδεισος σε αυτό το σπίτι, αλλά ήταν το σπίτι μου, το σπίτι μας. Τα σπίτια είναι οι τοίχοι, αυτό καθεαυτό το αντικείμο, το απτό που γίνεται κάτι σαν αφηρημένη έννοια χωρίς καν να το μπλέξεις με αρτηρίες με αίμα. Το τούβλο, η πόρτα που κλείνει, το κρεβάτι, το πάπλωμα, η δροσιά και υγρασία των ξύλων.
Θα το έπαιρνα μαζί μου μετά θάνατον αυτό το σπίτι, το κουτί αυτό να μείνω. Νομίζω δηλαδή πως όντως υπάρχει κάπου και με περιμένει.




Πηγή: Sifiniera

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2020

Αλατόνερο | Σοφία Σταθάκη



Σε κοιτάζω και ζωγραφίζω την εικόνα του Χριστού
γίνομαι άγαλμα αρχαίο και με πλάθουνε τα χέρια σου.

Αγκάλιασέ με λίγο ακόμα κι ας ξεριζωθώ
μέχρι να φύγει η άνοιξη
σε χώμα νεκρικό
ας ξεψυχήσω.

Θα παραλύσουνε οι κόρες των ματιών μου
οι πνεύμονές μου θα γεμίσουν αλατόνερο
τα βλέμματα θ' αλλάξουν όψη
όπως αλλάζει ένα ποίημα με μια λέξη.

Οι δείκτες σου αγγίζουν ορίζοντα
πιέζει ο χρόνος την καρωτίδα μου.
Οι δείκτες σου όλο κάναν φασαρία
να κοιμηθώ ένα λεπτό δε με αφήσαν.

Έτσι τα πράγματα αλλάζουν
με μια προσθήκη ή μια αφαίρεση.

Σαν σήμερα| Γεννιέται ο Άλλεν Γκινσμπεργκ

«Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα απ’ την τρέλα,
 λιμασμένα υστερικά γυμνά, 
να σέρνονται μέσ’ απ’ τους νέγρικους δρόμους την αυγή 
γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση…»




Ένα ποίημα με αφορμή την επέτειο της γέννησης ενός από τους μεγαλύτερους θεμελιωτές της Beat Generation μετά τον Κέρουακ. 

Ο θλιμμένος μου εαυτός

Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα
αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι
και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν -
τα κτίρια μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,
τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα
- αποκάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,
τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι
που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων -
Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,
ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα
και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια -
οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,
οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,
τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ
πέρα μακριά -
πορείες που διασταυρώνονται σ’ ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,
η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι
εκστάσεις μου στο Χάρλεμ -
- ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω
μ’ ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα
μέσα στην έσχατη μου αιωνιότητα -
το ζήτημα είναι άπιαστο.

Θλιμμένος,
παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,
συλλογισμένος,
και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων
τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,
κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νιώθει αγάπη,
και σταματώ, θολωμένος
μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων
και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,
με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου
πίσω μου
προσμένοντας για μια στιγμή όταν …
Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω
τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο
… κάθε κίνηση παύει
και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,
η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτίρια,
τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,
το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη
κάποιου παραθύρου - το σούρουπο -
όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία -
για καραμέλες - ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα
αμπαζούρ της διανόησης -
Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,
άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο
με δέματα, εφημερίδες,
γραβάτες, όμορφα κοστούμια
σύμφωνα με το γούστο τους
άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια
κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και
ελεγχόμενες κινήσεις -
Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν
τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,
μέσα από λεωφόρους
στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα
των φτωχικών συνοικιών
μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση
αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν
με τόσο πόνο σ’ αυτήν την
εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο
στην γαλήνη
του νεκροκρέβατου ή του βουνού
που κάποτε αντίκρισα
ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα
να έρθει στο μυαλό μου
όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί.

***


Τρίτη, 2 Ιουνίου 2020

Πως να κρυφτείς απ'τα παιδιά; | Ανθή Θεοχάρη

Λοιπόν για να τελειώνουμε με αυτό το θέμα.

Δεν υπάρχουν παιδιά άρρωστα,
δεν υπάρχουν παιδιά με ειδικές ανάγκες,
δεν υπάρχουν παιδιά ενός κατώτερου θεού,
δεν υπάρχουν καν παιδιά που θέλουν να τα κοιτάξετε με κάποια περισσή συμπόνια,
όχι δεν υπάρχουν.

Ξέρετε τι υπάρχει;

Υπάρχει ένα πλήθος που φυτοζωεί παράλληλα αλλά και ανάμεσα σε παιδιά που γίνονται ενήλικες, που στην πλάτη τους κουβαλούν όλες μα όλες τις παχουλές αδιαφορίες και δυσφορίες του.

Αυτού του πλήθους που κουνάει το χέρι,
που δείχνει το χέρι,
που αγνοεί επιδεικτικά,
που βοηθάει τάχα μου δήθεν έτσι για την καλή πράξη της ημέρας.
ένα πλήθος κοιμισμένο με μια ασφυκτική άγνοια,
με μια έπαρση ναρκισσισμού,
με μια αλαζονεία αδιαφορίας.

Ψιθυρίζουν λέγοντας υπάρχουν και αυτά τα παιδιά, κρίμα,
λυπάμαι λένε και τρέχουν με την πλάτη γυρισμένη στην αλήθεια την δική τους αλλά και των παιδιών.

Χαμένοι σε μια κοιμισμένη, νυσταγμένη νωθρή καθημερινότητα.

Το μόνο που τους νοιάζει είναι να τους μοιάζουν αυτά τα παιδιά, αν όχι δεν τους αφορά, αν τύχει και τους αφορά αν δηλαδή τα γεννήσει βγάζουν μια οργή, μια θλίψη ένα σάπισμα στη φωνή και στην δράση.

Ένα στόμα ανοιχτό που από μέσα βγαίνει με ευκολία η λεηλασία.
μεταμφιεσμένη σε απελπισία.

Να μην ρωτάτε ρε καν ,
να μην κοιτάτε με αυτό το βλέμμα της λύπης
της ψευτιάς.

Τα βλέμματα αυτά αγγίζουν τις πληγές που εσείς τους γεννησατε.

Μην προσπαθήσετε να τις επουλωσετε με την χυδαία γλώσσα σας.


H Σύλβια Πλαθ "ζωντανεύει" στην Αθήνα

«Ο γυάλινος κώδων» της Σ. Πλαθ σε σκηνοθεσία Δημ. Καραντζά live από τον Φάρο του ΚΠΙΣΝ




Την Κυριακή 7 Ιουνίου στις 20.30, οι «Παραβάσεις», το Θεατρικό Αναλόγιο του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ), συνεχίζουν διαδικτυακά την αναδρομή τους στις πιο ριζοσπαστικές φωνές της λογοτεχνίας με επίκεντρο τη γυναίκα. Σε ζωντανή μετάδοση από τον Φάρο, χωρίς την παρουσία κοινού, η Αλεξία Καλτσίκη και ο Μιχάλης Σαράντης ερμηνεύουν το μυθιστόρημα της Σύλβια Πλαθ, «Ο γυάλινος κώδων», σε σκηνοθετική επιμέλεια του Δημήτρη Καραντζά.

Η Σύλβια Πλαθ (1932-1963) γεννήθηκε στη Βοστόνη της Μασαχουσέτης και σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ όπου γνώρισε τον σύζυγο της, τον Άγγλο ποιητή Τεντ Χιουζ. Η εμβληματική ποιήτρια είναι γνωστή για το εξομολογητικό ύφος στο έργο της. Ο «Γυάλινος κώδων» είναι το μοναδικό της μυθιστόρημα και συνέβαλε στο να καταστήσει την Πλαθ ένα διαχρονικό ίνδαλμα του γυναικείου κινήματος. Το βιβλίο, που περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, ξεχώρισε για την ένταση και τη ζωντάνια της πρόζας του και την υπέρβαση των υφιστάμενων ορίων μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Πρωτοεκδόθηκε με ψευδώνυμο το 1963, μερικές εβδομάδες πριν από την αυτοκτονία της συγγραφέως. Το 1966 εκδόθηκε ξανά, με το όνομα της Πλαθ αυτή τη φορά, και γνώρισε τεράστια επιτυχία.

Στο βιβλίο η Πλαθ εκθέτει γεγονότα από την προσωπική της ζωή σε ένα μυθοπλαστικό περίβλημα και ιδωμένα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό ενός γυάλινου κώδωνα. Ένιωθε πως με αυτή της την πράξη θα απελευθερωνόταν από το παρελθόν. Μέσα από τη συγγραφή του «Γυάλινου κώδωνα» διεκδίκησε για την ίδια αλλά και για κάθε γυναίκα της εποχής της έναν πιο ενεργό ρόλο, απαλλαγμένο από τους κοινωνικούς περιορισμούς.

Η σειρά «#snfccAtHome: Παραβάσεις», όπως και όλο το ψηφιακό πρόγραμμα του ΚΠΙΣΝ, πραγματοποιείται χάρη στη δωρεά προγραμματισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ). Οι «Παραβάσεις» πραγματοποιούνται χωρίς την παρουσία κοινού και με τα μεγαλύτερα δυνατά μέτρα ασφαλείας έχοντας πάντοτε ως προτεραιότητα την υγεία των συνεργατών και των εργαζομένων του ΚΠΙΣΝ.

Παρακολουθήστε τις «Παραβάσεις» ζωντανά στο snfcc.org/plath, καθώς και στη σελίδα του ΚΠΙΣΝ στο Facebook @SNFCC την Κυριακή 07/06 στις 20.30.

Edito #8 Παλεύοντας ακόμα για τα αυτονόητα

Γράφει η Κάλλια Βαβουλιώτη


Εκεί έξω φαίνεται να υπάρχει σκοτάδι, όμως εγώ πιστεύω σε ένα φως σαν αυτό που δυναμώνουν οι Ταραντίνο αυτού του κόσμου.





Μοιάζει αλήθεια αδιανόητο ότι μιλάμε και πράττουμε με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν.

Δεν γίνεται, ειλικρινά , δεν μπορεί να συμβαίνει εν έτει 2020 να μιλάμε και να διεκδικούμε τα αυτονόητα ενάντια στην καταχρηστική βία της αστυνομίας. Δεν γίνεται να βιώνουμε εικόνες φυλετικού διαχωρισμού και οι ΗΠΑ να έχουν έναν ναρκισσισο στο τιμόνι που λέει ότι πίνει χλωροκίνη και δεν κολλάει κορωνοϊό. Δεν γίνεται να πατούν έναν άνθρωπο στο σβέρκο και επειδή είναι μαύρος να τον αφήνουν να ξεψυχάει λέγοντας "I can't breathe".

Και είναι αλήθεια. Ανήκουμε σε εκείνους που δε μπορούν να αναπνεύσουν από το κακό όνειρο και την παράνοια αυτού του πλανήτη. Που αν είσαι μαύρος σε σκοτώνουν, γιατί είσαι χρήσιμος μοναχά για σκλάβος ή  αν λέγεσαι Γιάννης Αντετοκούνμπο, αν είσαι Κινέζος σε θεωρούν μίασμα γιατί εξαιτίας σου ήρθε ο κορωνοϊός αλλά άμα ενισχύεις την οικονομία μας το καλοκαίρι σε γάμους στη Σαντορινη σ'αγαπάμε, που αν είσαι γυναίκα και είσαι όμορφη θα σου ρίξουν βιτριόλι στο πρόσωπο και θα σε κατηγορήσουν ότι έφταιγες, που αν είσαι άσχημη θα είσαι "η κακομοίρα" που κρίμα δεν την θέλει κανείς για σύντροφο, που αν είσαι πολύ συναισθηματική κάνε καλύτερα παιδιά και σπίτι, που αν είσαι πολύ ψυχρή και θες καριέρα μάλλον ανδροφέρνεις. Που αν έχεις διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό θα σε δολοφονήσουν και θα σου επιτεθούν και θα φταις. Που αν είσαι παιδί με φίλους στα Εξάρχεια σε σκοτώνουν ένα τυχαίο βράδυ, που αν είσαι νέος μουσικός στο Κερατσίνι σε σκοτώνουν φασίστες . Που αν είσαι πρόσφυγας "τι γυρεύεις εδώ; να πας από εκεί που ήρθες".

Από το πιο μικρό χωριό όπως η Ελλάδα μέχρι την πιο μεγάλη Πολιτεία με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν. Με τη ρίζα του ρατσισμού μέσα τους κάποιοι. Παλιότερα ίσως έλεγα ότι είναι η καχυποψία ή ο φόβος για το διαφορετικό το 2020 όμως κανείς μας δεν έχει δικαιολογία. Κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί πως " δεν ήξερε" ή "δεν κατάλαβε". Είμαστε η πιο μορφωμένη γενιά, με πρόσβαση σε άπειρες πηγές και εργαλεία γνώσης.

΄Έτσι λοιπόν, με το βλέμμα στραμμένο σε όσα θα έπρεπε να είναι αυτονόητα και δεν είναι. Κάποια στιγμή θα ξυπνήσουμε και όλα αυτά θα είναι ένα κακό όνειρο, το γνωστό "δεν είναι ο κόσμος σου αυτός είναι διαφορετικός". Θα ξυπνήσουμε δίχως να είμαστε ιδρωμένοι από την αδικία και θα στρέψουμε τα μάτια μας στο μέλλον.