Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2021

Σελιδοδείκτης | Édouard Levé, Αυτοχειρία | Μετάφραση: Κατερίνα Χανδρινού | Μαρίνα Καρτελιά

Γράφει η Μαρίνα Καρτελιά. 

 

ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ

 



Édouard Levé


 ΄Ενα ερείπιο είναι ένα κατά τύχη αισθητικό αντικείμενο. Εάν συμβεί να είναι όμορφο, αυτό βεβαίως δεν γίνεται από πρόθεση. Κανείς δεν κατασκευάζει επί τούτω ένα ερείπιο ούτε κανείς το συντηρεί. Τα πιο όμορφα μέρη του στέκονται όρθια παρά την καταπόνηση.

 

Είναι από τις λίγες φορές που γράφω για βιβλίο ξένου συγγραφέα, κι αυτό υπακούει σε μια τάση μου βαθιάς στήριξης της Ελληνικής Γραμματείας. ΄Οταν όμως χρειάζεται, ο κύκλος ανοίγει. ΄Οπως έγινε τώρα με το βιβλίο αυτό που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κείμενα.

Η Αυτοχειρία ξεκινάει με το γεγονός της αυτοκτονίας ενός νέου 25 χρονών που αυτοπυροβολείται στο σπίτι του και στη συνέχεια ο αφηγητής, φίλος του, σε δεύτερο πρόσωπο απευθυνόμενος, του μιλά σε μια καταγραφή της προσωπικότητας του εκλιπόντα, με κάθε λεπτομέρεια, όπως εκείνος τον γνώρισε, τον κατάλαβε, τον ένιωσε.

Η σχέση μαρτυρείται επομένως ως ιδιαίτερα στενή και οι διάφορες λεπτομέρειες που μαθαίνουμε σε πρώτο επίπεδο για τον αυτόχειρα και τη ζωή του σκιαγραφούν τη φιλία τους αλλά και το πορτραίτο αυτού του ανθρώπου που έβαλε μόνος τέλος. Αλλά αυτό είναι όπως ανέφερα το πρώτο επίπεδο.

Γιατί η Αυτοχειρία, έργο του Edouard Levé, το οποίο παρέδωσε στον εκδότη του και στη συνέχεια αυτοκτόνησε και ο ίδιος ο συγγραφέας, παίζει σε πολλά επίπεδα. Το πρώτο, της καταγραφής και της προσπάθειας έμμεσα της κατανόησης της προσωπικότητας του φίλου, της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας του. Των πτυχών των αδιόρατων εκείνων, που λίγοι ξέρουν, αφοί λίγοι αυτόχειρες πραγματικά αφήνουν να φανούν.

Σε μια ημερολογιακή αλλά όχι με χρονολογική σειρά αποτύπωση, και σε απεύθυνση άμεση, ως μεταθανάτια επιστολή που δε θα λάβει ποτέ, αλλά φιλοδοξεί να τον γνωρίσει στον κόσμο, ο αφηγητής-φίλος, και κατά ταύτιση ο συγγραφέας, περιγράφει τις ιδέες του για το θάνατο και τις μετατρέπει με τον τρόπο σε οδηγό ζωής.

Ο συγγραφέας, με τα μάτια του αφηγητή, διαπράττει συνεχείς φλανεριές μέσα στη διήγηση. Μιλά για τα μέρη και τους τόπους και τους ανθρώπους από στήθους του πλάνητος, ψυχή πουλί, πράγμα που με γοητεύει πάντα αλλά ειδικά εδώ, με πήγε από τη Λεωφόρο Νάτο του Νικήτα Σινιόσσογλου στο M Τrain της Patti Smith και πίσω, σε στιγμές ολόφωτες μιας σκοτεινής κατά τ΄άλλα ύπαρξης.

 

 Μια ξένη χώρα ήταν για σένα μια προσωπικοτητα, με την οποία μπορούσες να έχεις, όπως με κάποιον φίλο, μια τετ α τετ συνάντηση σε ένα καφέ, σαν ίσος προς ίσον.

 

Μέσα από θραύσματα αφήγησης, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει στον πρόλογο η Κατερίνα Χανδρινού, που μετέφρασε εξαιρετικά το έργο του Λεβέ, μας γνωρίζει την κοσμοθεωρία του και την αναζήτηση της ουσίας της ζωής όπως ο ίδιος ο φίλος, και βαθύτερα ο συγγραφέας την αντιλαμβάνεται, αντικείμενο που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αφού ξέρουμε πως στη συνέχεια κι ο ίδιος αυτοκτόνησε.

 



Είναι, η Αυτοχειρία,  η προσωπική μαρτυρία του σγυγγραφέα για τη ζωή; Η δική του ελεγεία για το φόβο του θανάτου; Για την αγωνία μιας ζωής ανούσιας; Αυτό που μου συνέβη διαβάζοντας νομίζω απαντάει στον στόχο που εμένα με βρήκε. Γιατί από ένα σημείο και μετά, είχα αποσυνδεθεί από την απεύθυνση φίλου προς φίλο. Αισθάνθηκα με τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής και το δεύτερο ενικό, ότι απευθύνεται σε μένα. Στον καθένα. Εξηγεί τη ζωή και το μεδούλι της. Διαγράφει τις παραμέτρους του φόβου του θανάτου και ενώ το γεγονός της αυτοκτονίας έχει συντελεστεί και σε λίγο πρόκειται να επισυμβεί και για τον συγγραφέα, εκείνος δίνει όλες τις απαραίτητες διευκρινίσεις σ΄όσους θέλουν και καταφέρουν να ξεφύγουν απ΄την απόφαση αυτή.

Η ενδελεχής μελέτη της ουσίας του θανάτου και της απαξίας της ζωής μετατρέπεται έτσι σε ύμνο της. Σε καρπό δικαίωσής της.

Εκείνος, ο συγγραφέας, όπως ο φίλος για τον αυτόχειρα, ήξερε κρυστάλλινα τι ακριβώς του συμβαίνει, ποιοι είναι οι δαίμονές του και γιατί υπάρχουν εκεί. Απλώς δεν μπόρεσε - ή δεν ήθελε - να ξεφύγει.

Η ηθική παρακαταθήκη του, όμως, η Αυτοχειρία, που τον ενδιέφερε να μας αφήσει, μπορεί να κάνει κάποιους από μας να το πετύχουμε. Και να βρούμε την ουσία της ζωής πριν μας τυλίξει, με όποιο τρόπο, το μαύρο πέπλο του θανάτου.

Η μετάφραση είναι εξαιρετική, λιτή, και σε μερικά σημεία με λέξεις κλειδιά για την ελληνική απόδοση. Και μου ενισχύει την πεποίθηση αυτή, του κειμένου που κατακτά την απόδοση στην άλλη γλώσσα και το ξαναβαφτίζει, του δίνει δική του δυναμική να σταθεί, αυτόφωτο, ανεξάρτητο από το πρωτότυπο, μια ακόμη ωραία συγκυρία:

Ως γαλλομαθής σε σημείο μητρικής, ούτε στιγμή δεν μετέφρασα με το μυαλό μου στα γαλλικά, διαβάζοντας το κείμενο. Ούτε στιγμή δεν έκανα γαλλική αναγωγή. Κι αυτό από μόνο του είναι η αυτόφωτη επιτυχία της Αυτοχειρίας.

Η επιμελημένη έκδοση και το εξώφυλλο καθώς και η υφή του βιβλίου των Εκδόσεων Κείμενα, που πάντα τα προσέχουν αυτά, ολοκληρώνει την καλή εικόνα.

Στο τέλος, ο συγγραφέας μας επιφυλάσσει μια ακόμα έκπληξη. Και δεν εννοώ την αυτοχειρία.

 

 

 


 

Αυτοχειρία

Edouard Levé

Μετάφραση: Κατερίνα Χανδρινού

 Εκδόσεις Κείμενα

 

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2021

Σελιδοδείκτης | Eλενίτ | Βίκυ Τσελεπίδου | Μαρίνα Καρτελιά

 

ΕΛΕΝΙΤ

 


ΤΟ ΛΕΠΙΔΙ ΤΗΣ ΤΣΕΛΕΠΙΔΟΥ

 

 

 

Υποσχέθηκα πως θα ξεκίναγα το κείμενο μου για το Ελενίτ της Βίκυς Τσελεπίδου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νεφέλη, μ΄αυτόν ακριβώς τον τίτλο: Το λεπίδι. Γιατί περί αυτού πρόκειται.

 

Τόσο το περιεχόμενο, οι ιστορίες δηλαδή των ηρώων στα διηγήματα της συλλογής, όσο και η μορφή, είναι ένα κοφτερό λεπίδι. Ακριβές και ακριβό. Η Τσελεπίδου ρουμποκομπολογεί τις λέξεις και κεντάει τις εικόνες με χειρουργική ακρίβεια. Μ΄ένα πρώιμο εργαλείο, μπορεί και σε μορφή προϊστορικού, που χρησιμοποιεί για να σμιλέψει, να κόψει, να ματώσει τους ήρωες.

 

Η αισθητική είναι αυτή μιας ατμόσφαιρας καθημερινής, αλλά τόσο σκιαχτικής στην αλήθεια της, που φλερτάρει έντονα με το νουάρ. Η Τσελεπίδου αριστοτεχνικά παίζει με τις εικόνες, που μπορεί με χαρούμενη άνεση να τις κάνει να αγγίζουν το θρίλερ, υπό το φως Στήβεν Κινγκ.

 

Τα διηγήματα είναι τα περισσότερα βραχέος μεγέθους, καθώς είναι φανερό ότι δεν χρειάζονται πολλές λέξεις για να διηγηθεί η συγγραφέας την ιστορία του καθενός απ΄αυτά. Για να δώσει το νόημα που θέλει, το βαθύ, το καταφέρνει με λιγότερες λέξεις. Τα νοήματα πυκνά και οι συνδέσεις τους εξίσου πυκνές, αλλά υποδόριες, κάτω από το κείμενο αραχνοϋφαντες.

 

Αυτά φυσικά, αν στη συνέχεια εξετάσει την ποικιλία της θεματολογίας, ο έρωτας, ο θάνατος, η ψυχική αλλά και σωματική κακοποίηση, ο γυρισμός στο χρόνο στο έσω παιδί, η ταύτιση και η αναζήτησης της βαθιάς Πατρίδας, εν ολίγοις το αιώνια απλωμένο και πανθομολογούμενο Τραύμα, είναι παρόντα σε όλα τα βιβλία της Βίκυς Τσελεπίδου ως σήμερα. Λίγο ως πολύ, το Ελενίτ προεικονίζει όλα τα επόμενα έργα και ως ατμόσφαιρα και ως στόφα και ως αύρα.

 

Με κέρδισαν και με άγγιξαν πολλά από τα διηγήματα της συλλογής. Το παιδικάτο Ελενίτ, ο καθημαγμένα αείμνηστος Πέτρος, το τραγικά επίκαιρο Κιχ, η απώλεια στο Χρυσός με Σμαραγδένια Πέτρα, [εγώ δεν τον βούτηξα, αλλά τον ίσιωνα να φαντάζει συμμετρικός πάνω στον ανεψιό Κωνσταντίνο….]

 

Την ψυχή μου βαθιά την άγγιξε η απόλυτη αγάπη του Δύο, η ιδέα του πάντα και του άχρονου χρόνου στην Αγάπη γενικά νομίζω πως ήταν το νόημα. Και βέβαια, Στο Ψυγείο, ο Μεγάλος Σκύλος μου γάβγισε συνωμοτικά κι εγώ το σημείωσα.

 

Αυτή η μυστική αραχνοϋφαντη αύρα που δεν καμώνεται κάτι, που μιλάει για όλα ανοιχτά, ιδίως τα ανείπωτα, τα δύσκολα και τα πιο μύχια. Το λεπίδι της Τσελεπίδου ακονίζεται μυστικά με μαεστρία στα χρόνια και κρατάει τη συνέπεια των υλικών του, την αντοχή της κόψης του, με μύτη οξυμένη, εξασκημένη και εξελιγμένη στις μυρωδιές του κόσμου όχι όπως τον ονειρευόμαστε, αλλά ακριβώς όπως είναι.

 

Το λεπίδι της Τσελεπίδου, και στο Ελενίτ, είναι τίμιο εργαλείο Λογοτεχνίας.

 Ελενίτ

 Βίκυ Τσελεπίδου

 Εκδόσεις Νεφέλη

 






Η Βίκυ Τσελεπίδου γεννήθηκε το 1975. Σπούδασε Νομικά, Επικοινωνία και Δημιουργική Γραφή. Κυκλοφορούν τα βιβλία της  ΦιλελλήνωνΑλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι; (μυθιστόρημα, Νεφέλη 2017, το οποίο έλαβε το Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών ) και Ελενίτ (διηγήματα, Νεφέλη 2014).

Το νέο της βιβλίο, Ο Μεγάλος Σκύλος, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νεφέλη.


Κυριακή, 27 Ιουνίου 2021

«O Δημήτρης Σαρασίτης στο Εικαστικό Ημερολόγιο της Νικολένας Καλαϊτζάκη»


Επιμέλεια Συνέντευξης: Νικολένα Καλαϊτζάκη

 

 



Η ενασχόληση σας με την ζωγραφική σας γεμίζει στο 100%; Σας καθιστά "ευτυχισμένο";

Δεν θα μπορούσε να με ικανοποιεί η ζωγραφική στο 100%. Κι όσο για την ευτυχία, ας πούμε ότι τη νιώθω στιγμιαία, όταν καταλάβω ότι "εμβαθύνω" λίγο περισσότερο σε αυτό που κάνω.

Πέραν της ζωγραφικής, ποια άλλα "πράγματα", σας χαρίζουν αυτό το πολύτιμο αίσθημα της "πληρότητας";

Η ανάγνωση, λίγη μουσική, μερικά φτηνά πούρα, και η επαφή μου με ορισμένους ανθρώπους, συνθέτουν την καθημερινότητα μου. Το αίσθημα "πληρότητας", το έχω κυρίως, όταν γυρίζω μόνος μου τα βουνά της Ελλάδας με τη μηχανή μου, παρέα με τα βιβλία μου.


Ποια είναι η βασική θεματολογική κατεύθυνση των έργων σας;Τι θέλετε να εκφράσετε μέσα από τα έργα σας και πόση αξία δίνετε στην τεχνική τους απόδοση;

Αυτή την περίοδο μ' ενδιαφέρει η προσέγγιση της ανθρώπινης φιγούρας.

Η κάθε είδους τεχνική είναι απαραίτητη στον βαθμό που εξυπηρετεί τους σκοπούς του καλλιτέχνη. Από μόνη της, έχει περιορισμένη σημασία. Εκείνο που θέλω να εκφράσω είναι αυτό που συμβαίνει όταν υπερβώ το πρόβλημα της φόρμας. Είναι μάλλον ένα είδος συναισθηματικής ταύτισης με το παρατηρούμενο πρόσωπο σε συνδυασμό με το βύθισμα στον εαυτό μου. Και για να χρησιμοποιήσω μια φράση του Vasili Kandinsky: «σκοπός μου είναι να ρίξω λίγο φως στην καρδιά του θεατή».


Θα επιθυμούσατε να μας δώσετε έναν ορισμό για την Τέχνη;

«Ναι. Τέχνη είναι ο μετασχηματισμός του πνεύματος σε ύλη, και της ύλης σε πνεύμα». Και κατά τον Georges Braque: «ότι αξίζει στην Τέχνη, είναι αυτό που δεν εξηγείται».

Υπάρχει αλήθεια "καλή" και "κακή" ζωγραφική; Και αντίστοιχα "καλός" και "κακός" ζωγράφος; Η αξιολόγηση της Τέχνης και των εκπροσώπων της και η ταξινόμηση της σε "ποιοτικούς" και "μη" είναι τελικά "αντικειμενική" ή "υποκειμενική" υπόθεση που αφορά περισσότερο τα άτομα που εμπλέκονται με αυτήν (καλλιτέχνες, γκαλερίστες, επιμελητές) παρά το φιλότεχνο κοινό;

Υπάρχουν ζωγράφοι που έχουν επάρκεια των μέσων που χρησιμοποιούν, σε σχέση με αυτό που θέλουν να φτιάξουν. Υπό αυτήν την έννοια, είναι καλοί ζωγράφοι. Υπάρχουν ζωγράφοι, εδώ και πολλά χρόνια, που σκοπίμως καταργούν, καθιερωμένες αξίες, προκειμένου να εκφραστούν, και είναι κι αυτοί καλοί ζωγράφοι. Εν τέλει αυτό που ενδιαφέρει είναι αυτό που περνάει στον θεατή ως ενέργεια. Ο διαχωρισμός ζωγράφου και καλλιτέχνη είναι συχνά δυσδιάκριτος. Θα τολμούσα να πω ότι ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί την ζωγραφική ως φορέα "βαθύτερων" καταστάσεων. Οι όποιες ταξινομήσεις είναι εν μέρει "αντικειμενικές" και εν μέρει "υποκειμενικές". Το φιλότεχνο κοινό επηρεάζεται απ' αυτά που ακούει. Κατά τον Francis Bacon, χρειάζονται πενήντα έως εκατό χρόνια, μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη, για να αποφανθούμε γι' αυτόν.

Υπάρχουν "κλίκες" που "ανεβάζουν" ή "κατεβάζουν" καλλιτέχνες; Κατά πόσο οι κατάλληλες δημόσιες σχέσεις βοηθούν έναν καλλιτέχνη να ανελιχθεί ή μη;

Θα απαντήσω καταφατικά στην παραπάνω ερώτηση. Κατά περιόδους εμφανίζονται διάφορες μόδες, που έχουν διάρκεια, για κάποιο διάστημα. Μόνο ο χρόνος είναι εκείνος που δοκιμάζει τις αντοχές του έργου. Όσο για τις δημόσιες σχέσεις, μπορούν να βοηθήσουν στην ανέλιξη ενός καλλιτέχνη. Όμως ό,τι και να κάνει κανείς, έχει και το ανάλογο τίμημα. Υπάρχει το ενδεχόμενο, "μες την πολλήν συνάφεια του κόσμου", να χαθεί ένα κομμάτι του εαυτού του, που πιθανόν, να μην ξαναβρεθεί ποτέ. Για να κλείσω το θέμα θα παραθέσω ένα απόσπασμα από το "Σμιλεύοντας τον χρόνο" του Αντρέι Ταρκόφσκι: «Πράγματι είναι τόσο εύκολο να γυρίσεις μια σκηνή μόνο για εφέ, για τον έπαινο των άλλων. Ωστόσο αρκεί να κάνεις μόνο ένα βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση, και είσαι ολότελα χαμένος».

Στις μέρες μας, πολλοί καλλιτέχνες, και ιδίως νεότεροι, δυσαρεστούνται επειδή τα έργα τους δεν πωλούνται, από μεριάς των γκαλεριστών, και σταματούν εξαιτίας αυτού, να είναι παραγωγικοί και να λαμβάνουν μέρος σε εκθέσεις. Από την άλλη, οι περισσότεροι συλλέκτες τείνουν να αγοράζουν κατά κανόνα έργα καταξιωμένων καλλιτεχνών. Πώς το βλέπετε αυτό; Θα έπρεπε να αλλάξουν κάποια πράγματα ριζικά;

Διανύουμε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης. Σε τέτοιες περιόδους, έχει παρατηρηθεί μια τάση προς αυτό που συνηθίσαμε να αποκαλούμε "σταθερές αξίες". Όλες σχεδόν οι αξίες, εκτός από εκείνες που ανταποκρίνονται στις βασικές ανάγκες του ανθρώπινου είδους είναι κατασκευάσματα. Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπ' όψιν μας, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί οι συλλέκτες, στρέφονται προς επιλογές με "εγγυημένη απόδοση". Όταν ένα έργο προτείνεται προς πώληση, γίνεται  "προϊόν" με την αγοραία έννοια. Παρ' όλα αυτά ένας νέος καλλιτέχνης, εάν μπορεί κανείς να διαβλέψει την θετική εξέλιξη του, θα είναι πάντα μια ευκαιρία. Όσο η κατάσταση παραμένει ίδια, οι επιλογές της αγοράς δεν πρόκειται ν' αλλάξουν. Η μοναδική διέξοδος σε αυτήν την περίπτωση είναι το άνοιγμα προς αγορές του εξωτερικού. Το θέμα με τις εκθέσεις είναι διαφορετικό. Όταν εκτίθεται ένα έργο, ο δημιουργός έχει την δυνατότητα να δει την λειτουργία του στον χώρο, και να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για την πρόοδο του. Εάν πουληθεί έχει έναν επιπλέον λόγο για να συνεχίσει να παράγει.

Εκτός από καταξιωμένος εικαστικός με ενεργή πορεία είστε, εδώ και χρόνια, και καθηγητής σχεδίου στο εργαστήριο που διατηρείτε και προετοιμάζετε τους μαθητές σας για την εισαγωγή στις σχολές Καλών Τεχνών της χώρας. Ποια είναι τα μυστικά της επιτυχίας όσων έχουν καταφέρει να περάσουν;

Οι μαθητές σε διαφορετικά ποσοστά αντιδρούν είτε με το συναίσθημα, είτε με την λογική. Ανάλογα την περίπτωση, ενισχύω την μια ή την άλλη τάση (δηλαδή το συναίσθημα με ποσοστά λογικής ή το αντίθετο). Το φυσικό αποτέλεσμα, συνδυαζόμενο με στοιχεία όπως οι αναλογίες και η σύνθεση, συμβάλλουν στην επιτυχία.

Θεωρείτε πως το διαδίκτυο και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης συμβάλλουν βοηθητικά στην ανάδειξη του έργου των σύγχρονων καλλιτεχνών;

Σε κάθε περίπτωση συμβάλλουν. Πληροφορίες που παλαιότερα ήθελαν χρόνο και ψάξιμο σε βιβλιοθήκες, τώρα τάχιστα μεταδίδονται, σε όλον σχεδόν τον κόσμο. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν την απευθείας επαφή.

Θα επιθυμούσατε να παραθέσετε Έλληνες και ξένους εικαστικούς καλλιτέχνες, σύγχρονους αλλά και διαχρονικούς, που θαυμάζετε για το έργο τους;

Θα μπορούσα να περιγράψω την εμπειρία που είχα από μερικούς καλλιτέχνες. Δεν έχω επισκεφτεί αρκετά μουσεία, και όταν πήγα στο Παρίσι το 1996, το George Pompidou ήταν κλειστό. Μου έκανε τρομερή αίσθηση πόσο ανάλαφρα ήταν τα έργα του Pierre Bonnard. Ο Picasso μου αρέσει περισσότερο όταν δω λίγα έργα του. Μου είχε προκαλέσει έντονη εντύπωση ένα έργο του Georges Braque που είχα δει στην Άνδρο. Δύο έργα του Paul Klee, τα οποία μου άρεσαν πολύ, λόγω της μουσικότητας τους. Η ένταση που απέπνεε το έργο του Ροντέν. Η ζωγραφική του Rene Magritte. Στην αίθουσα Νίκος Κεσσανλής, όταν ανέβηκα στο βάθρο που ήταν εκτεθειμένο ένα πιάνο του Joseph Beus, ένιωσα ένα είδος "δόνησης". Αυτό μου ήταν αρκετό. Περνώντας μια μέρα έξω απ' την πινακοθήκη, μπήκα να δω μια αναδρομική του Αλέξη Ακριθάκη, για τον οποίο άκουγα πολλά, αλλά απ' τις φωτογραφίες δεν τον καταλάβαινα. Μπαίνοντας ένιωσα μεγάλη χαρά. Πρόσφατα, ανακάλυψα στο διαδίκτυο  τα λουλούδια του Emil Nolde...Όταν πήγα να δω την Τζοκόντα, είχα σκοπό να την απομυθοποιήσω. Κι όμως όλα τα έργα γύρω απ' αυτήν ήταν ζωγραφική. Η Τζοκόντα έχει υπερβεί την ζωγραφική. Είναι κάτι άλλο. Πήγα κατ' επανάληψη στην Αφροδίτη της Μήλου, η οποία αν και θεά του Έρωτα, της ομορφιάς και της σεξουαλικότητας, παρουσιάζεται ως μία ρωμαλέα γυναίκα, χωρίς ίχνος τρυφηλότητας ή ηδυπάθειας. Μου είχε κάνει εντύπωση στο μουσείο του Βερολίνου, ο τρόπος με τον οποίο είχε ανατρέψει τον χώρο σε ένα έργο του ο Velasquez. Όπως και το πιο ελεύθερο έργο που έχω δει του Paul Rubens, στο ίδιο μουσείο. Στα έργα του Vermeer που είδα στο Βερολίνο σε εκείνα στα οποία είχε μία φιγούρα  διατηρούσε σε μεγαλύτερο βαθμό τη συνοχή της σύνθεσης. Η λιτή αυστηρότητα του έργου του παραπέμπει όντως στην αρχαία Ελλάδα, όπως είχε πει ο Γιάννης Τσαρούχης. Από την επίσκεψη μου στο  Reina Sofia, στη Μαδρίτη, θυμάμαι τα έργα του Fontana. Από τους Έλληνες μου αρέσει ο Μιχάλης Οικονόμου, απ' τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο όχι τα τελευταία, κι απ' τον Τσαρούχη τα πρώιμα. Επίσης η ευαισθησία του Παναγιώτη Φειδάκη. Και άλλους πολλούς, που μάλλον θα μακρηγορούσα εάν συνέχιζα. Υπάρχουν πολλοί σύγχρονοι Έλληνες δημιουργοί, σε όλους τους τομείς, στους οποίους θα προτιμούσα να μην αναφερθώ προκειμένου να μην αδικήσω κάποιους.

Επίσης με γλυκαίνει η αθωότητα της παιδικής ζωγραφικής...


***

Ο Δημήτρης Σαρασίτης σπούδασε αρχικά σχέδιο με τους Γ. Μπουρναζάκη και Ν. Στέφο και στην συνέχεια ζωγραφική και αγιογραφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας (1990-1996) με δασκάλους τους: Π.Τέτση, Ρ. Παπασπύρου και Δ. Μυταρά. Έχει πραγματοποιήσει τρεις ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές (ενδεικτικά: γκαλερί Αδάμ, 1999 / γκαλερί Έκφραση, 2008 / γκαλερί Σκουφά, 2016). Έργα του βρίσκονται στην Πινακοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, στην Συλλογή της Τράπεζας της Ελλάδος, στο Μουσείο Φρυσίρα, στη Συλλογή Azias και Anthony Hatziioannou, στο Μουσείο Βορρέ καθώς και σε διάφορες ελληνικές και ξένες συλλογές.

 

*

*Η Νικολένα Καλαϊτζάκη είναι Ιστορικός της Τέχνης, Επιμελήτρια Εκθέσεων,

ΜΑ Δημοσιογράφος και μέλος της AICA Ελλάδος

https://nikolenakalaitzaki.wordpress.com