Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Σ'αγαπάω | Έλλη Πράντζου

Παρεξηγημένο.
Χιλιοειπωμένο.
Βεβηλωμένο.
Παρερμηνευμένο.
Αδικοχαμένο.

Πότε το σκορπάς.
Πότε το θεωρείς δεδομένο.
Πότε το χαραμίζεις.
Πότε το καταπνίγεις.
'Οταν όμως το νιώσεις στ' αλήθεια
θα το καταλάβεις.
Δε θα μοιάζει, βλέπεις,
με κανένα
από όσα θα έχεις χαρίσει ως τότε
από ανάγκη ν' αγαπηθείς.
Αυτή θα είναι η στιγμή
ν' αρχίσεις όχι μόνο να το λες
μα και να το δείχνεις.
Με όλο σου το είναι.
Ακόμη κι όταν δε θα το θέλει
-αυτός, ο ένας άνθρωπος-
εσύ θα είσαι πάντα εκεί.
Με το αληθινό σου “σ' αγαπάω”
πάντα εύκαιρο
μόνο για εκείνον.
Θα γίνει ξαφνικά -θα δεις-
ό,τι πολυτιμότερο έχεις μέσα σου
και δε θα θέλεις να το ξαναδώσεις
σε κανέναν άλλον.
Όχι όπως πριν.
Γιατί αυτό το “στ' αλήθεια”
να 'ξερες
πόσο σπάνιο είναι...


Aέρηδες | Έφη Αγγελοπούου




Πέντε μέρες τώρα, διαβάζω για αέρηδες. Ένα βιβλίο που σιγά σιγά τελειώνει κι ένα τραγούδι που αν θες, δεν τελειώνει ποτέ. Απ΄ τη μία ο αέρας που σε αναγκάζει να γράφεις κι απ’ την άλλη εκείνος που διώχνει ομίχλες και φουσκώνει πανιά. Μακάρι να μη χρειαζόταν να διαλέξεις. Το ρήμα “διαλέγω” καμιά φορά, θολώνει τις ξεκάθαρες επιλογές. Κι ενώ ζαλιζόμουν, το διάλεξα. Το αγαπημένο μου βιβλίο, έχει μπλε εξώφυλλο και μιλάει για σπίτια που είναι αφιλόξενα κελιά. Λέει πως θα το σκάσουμε απ’ το μετρό, για να μη δούμε το φως της ημέρας που μας γερνάει. Λέει πως συνήθως γράφεις για να μιλάς με τον εαυτό σου και να μη σε νομίζουν για τρελό όταν σε ακούνε μέσα στο λεωφορείο, έξω στο δρόμο. Κι ακόμα πως γράφεις για να θυμηθείς ιστορίες που ξέχασες ή που ήθελες και ξέχασες κι όταν τις θυμηθείς, τραβάς την πιο ίσια γραμμή, χωρίς χάρακα. Το αγαπημένο μου βιβλίο, έχει μια λέξη στον τίτλο του και μιλάει για όνειρα που πέρασαν και το μέλλον τους αρνήθηκε την φιλοξενία. Το διαβάζω ακούγοντας μουσική, για να μην ακούω ήχους που θυμίζουν μεγαλούπολη. Το αγαπημένο μου βιβλίο δεν ταιριάζει με τη θάλασσα κι ας μιλάει γι’ αυτή και για ένα σπίτι δίπλα της, πάνω σε ένα βράχο. Μιλάει για δρόμους υπόγειους, χωρίς κίνηση και όνομα και για ανθρώπους χωρίς καταγωγή, που βαφτίζουν τις οδούς με ονόματα αστερισμών και νοτών. Στο αγαπημένο μου βιβλίο, δε βάζω σελιδοδείκτη γιατί δεν το κλείνω ποτέ κι αν το κλείσω δε χάνομαι. Κανείς δε χάνεται διαβάζοντας το αγαπημένο του βιβλίο, ακούγοντας το αγαπημένο του τραγούδι, τρώγοντας την αγαπημένη του σοκολάτα κάτω από ένα δέντρο, απλώνοντας τα πόδια του στην αγαπημένη του καρέκλα, (ξανά)πηγαίνοντας στο αγαπημένο του νησί, αγοράζοντας τα αγαπημένα του λουλούδια, κοιτώντας στο αγαπημένο του ψηλά…  

Κανείς δε χάθηκε, μιλώντας για τη θάλασσα και τον ουρανό. Μα το βιβλίο μου τον ξέχασε τον ουρανό γιατί στο υπόγειο που γράφτηκε δεν τον είδε ποτέ του. Και τη θάλασσα τη φαντάστηκε, γι’ αυτό δεν της ταιριάζει κι είναι σα να την μπερδεύει. Το βιβλιαράκι μου, μιλάει για κύματα αλλιώτικα, πανύψηλα μα ακίνδυνα. Δε γράφτηκε σε γραφομηχανή, ούτε σε υπολογιστή κι ούτε μόνο από έναν κι ας έχει ένα όνομα στη ράχη του. Το αγαπημένο μου βιβλίο, παραλίγο να γραφτεί σε μία άλλη γλώσσα, μοναδική. Κι ίσως και να γράφτηκε και να ταξίδεψε μέχρι εδώ με τον αέρα, όπως ταξιδεύουν όλες οι μουσικές…

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Σε άφησα να με πληγώσεις | Πράξια Αρέστη


Άτιμη που είναι η μνήμη. Άδικη, περισσότερο όταν θες να ξεχάσεις και δε σε αφήνει. Όταν θα ήθελες απλά να πατήσεις ένα διακόπτη και να σβήσεις επιλεκτικά όλες εκείνες τις αναμνήσεις που προκαλούν ακόμη πόνο και πισωγυρίσματα, και δεν μπορείς.




Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά που οι δυο μας βγήκαμε για φαγητό. Πέρασε καιρός από τότε, εσύ σίγουρα έχεις ξεχάσει, όμως, εμένα για κάποιο λόγο το μυαλό μου γυρνάει ακόμη εκεί, σ' εκείνο το μοναδικό δείπνο που είχαμε σαν φίλοι και τα είπαμε.

Πόσο θα ήθελα να αποδειχθούν όλοι οι φόβοι μου λάθος. Πόσο θα 'θελα να είχα άδικο για όλα όσα πρόβλεψα κοιτώντας σε, στα πανέμορφα μεγάλα σου μάτια. Σου κράτησα το χέρι και σου είπα: "αν προχωρήσουμε, θα με πληγώσεις. Κι αν με πληγώσεις δε θα μπορέσω να το ξεπεράσω ποτέ". Κι εσύ χαμογέλασες και μου είπες ότι ποτέ δεν πρόκειται να συμβεί αυτό. Κάπου έφταιξα κι εγώ. Που το άφησα να προχωρήσει ενώ γνώριζα ότι μπαίνω σε ένα λαβύρινθο που θα χανόμουν και δε θα έβρισκα ποτέ ξανά το δρόμο της επιστροφής. Ήθελα τόσο πολύ να το ζήσω κι ας ήταν ένα εφήμερο ψέμα. Δεν ξέρω αν εννοούσες έστω και μία λέξη από αυτές που μου είπες. Σήμερα σίγουρα ο έρωτας σου πέρασε. Μακάρι να ήμουν το ίδιο δυνατή.

Θυμάσαι; Σε ρωτούσα γιατί τώρα; γιατί εσύ; Κι εσύ συνέχιζες να μασάς αυτό το κομμάτι από πίτσα και ν' αγνοείς τους φόβους μου. Εσύ δεν ήξερες ίσως το μέλλον, εγώ το έβλεπα να περνάει από μπροστά μου σαν σύννεφο και το εξάτμισα. Δεν ήθελα τότε να ξέρω. Εγώ φταίω περισσότερο που τώρα πονάω. Εγώ που αγνόησα το ένστικτό μου. Εγώ που μπήκα σε ένα παιχνίδι όπου δεν μπορούσα να ακολουθήσω τους κανόνες.

 Όμως, αν με ρωτήσεις αν μετανιώνω τώρα, θα σου πω "ποτέ". Όσο κι αν πονάει η απουσία σου, όσο κι με τρυπάνε σαν καρφιά τα σκληρά σου λόγια, όσο κι αν μου στέρησες ό,τι πιο πολύτιμο είχα για να είμαι ευτυχισμένη, "εμάς".

Στο είχα πει ότι θα με πληγώσεις και δεν άργησες να το κάνεις. Δεν φταις εσύ, δε φταίει κανείς γιατί αυτός ο δρόμος οδηγούσε στο πουθενά και το ξέραμε καλά. Γιατί δε φεύγει κανείς από κει που δεν αντέχει; Από πράγματα που δεν ελέγχει κι από καταστάσεις που τον πληγώνουν; Γιατί αυτό που είχαμε το λίγο ήταν τόσο πολύτιμο για μένα που όχι μόνο δε θα το άφηνα αλλά θα πάλευα και για να το κρατήσω. Ένας πόλεμος που έχασα εδώ και καιρό, όμως, δεν εγκατέλειψα ποτέ το πεδίο της μάχης. Έμεινα να κοιτάζω τα απομεινάρια της σάρκας μου που έβαψαν με αίμα το χώμα στο οποίο κάποτε με φίλησες.

Δε στα λέω αυτά για να σε διώξω, αν και πιο μακριά μου δεν ξέρω αν γίνεται να είσαι. Δε στα λέω ειρωνικά ούτε για να σου αποδείξω ότι είμαι η πιο έξυπνη της παρέας. Στα λέω γιατί με ενοχλεί που λες ότι δε θυμάσαι. Που όλα τα αρνιέσαι και τα ισοπεδώνεις. Ό,τι πιο πολύτιμο είχα να θυμάμαι, τις στιγμές μας, τις σκότωσες κι αυτές χωρίς δισταγμό στο πεδίο της μάχης κι απλά αποχώρησες.

Θέλω, όμως, να ξέρεις ότι κανείς τελικά δεν κατάφερε να με πληγώσει όσο εσύ. Ίσως γιατί κανέναν δεν εμπιστεύτηκα και δεν αγάπησα ποτέ τόσο. Τελικά, μάτια μου μας πληγώνουν μόνο όσοι θέλουμε να μας πληγώσουν. Όσοι αφήνουμε κι ας γνωρίζουμε ότι στο τέλος θα γίνουμε κομμάτια. 

‘Η Μαρία Νεφέλη’ του Οδυσσέα Ελύτη | Σίμος Ανδρονίδης



«Η Μαρία Νεφέλη λέει: Δεν έχω συγγενείς απ’ όλη μου τη ζωή προσπάθησα να φτιάξω μια πετρώδη νεότητα. Γέμισα τον έρωτα σταυρούς. Η Λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε» (Οδυσσέας Ελύτης, ‘Μαρία Νεφέλη).




Η 'Μαρία Νεφέλη΄ του Οδυσσέα Ελύτη (δημοσιεύθηκε το 1978), 'συνομιλεί' με την ιστορία, με τις πολλαπλές θεάσεις του γίγνεσθαι, αποδίδει το μύθο ως καταστροφή-δημιουργία, δομεί το πεδίο του προσπελάσιμου ανθρώπου εντός ποίησης.. Η διαρκής ώσμωση της Μαρίας Νεφέλης ( η κραταιά συνείδηση) και του Αντιφωνητή ( σύμβολο που 'ακροάται' & παραδίδει) προσλαμβάνει μία λογοθετική δυναμική η οποία εκβάλλει, φέρει το γνωστό & άγνωστο στοιχείο, το ορατό & το αόρατο..

Σε μία εναλλαγή ρόλων, η 'Μαρία Νεφέλη' και ο 'Αντιφωνητής' δεν αντιστρέφουν παρά διαμορφώνουν τα όρια της παρουσίας τους, κινούνται προς το ιστορικό προτσές με ρυθμούς γρήγορους, δίχως ταυτότητες, εμβαθύνουν στο βίωμα και στην 'γυμνή' παρατήρηση-παρέμβαση, μεταβάλλοντας: την ιστορία και τις χρήσεις της, τις διάστικτες πεποιθήσεις..

Ο ποιητής, ορμητικός, αισθαντικός, ερωτικός ενώπιον του πάθους της δημιουργίας, διαμεσολαβεί τις κανονικότητες του λόγου, των κάθε είδους εξουσιαστικών πρακτικών, (οι ιστορικές-πολιτικές νύξεις είναι εδώ σαφείς, παραλληλίζονται σε έναν κύκλο ανθρώπινων ζωών που ενεργούν στην ιστορία) συγκροτεί δύο προσωπεία τα οποία και, μέσα από διάφορες ζωές και πολλούς θανάτους αποκαλύπτονται σαν αυτό που πρωτίστως δεν είναι.. Μοίρα και μεταβλητές σε μία εξίσωση με προκαθορισμένα 'χαρτιά'..

Η κάθε λέξη συνιστά και την 'απόδραση' από την ιστορία του απλά εφικτού, επανεγγράφει την ανθρώπινη παρόρμηση και ως συμφέρον, διαλέγεται με τις νόρμες της τεχνοκρατικής επάρκειας & πειθάρχησης, ('Ε σεις Κύριοι της Τεχνοκρατίας', αναφωνεί η Μαρία Νεφέλη), λειτουργεί εντός του εκσυγχρονισμού και των πλαισιώσεων του.. Ο Οδυσσέας Ελύτης 'εξεγερτικοποιεί' έως το σημείο της πρωταρχικής εκκίνησης: 'άνοιξη' του ανθρώπινου πνεύματος, αντηχήσεις των ανθρώπινων υποκειμένων-σωμάτων που ερωτοτροπούν με το ατελές και την ατέλεια, σώματα τα οποία αναπαριστούν την εν κινήσει 'μαθητεία' στην ποίηση..

Πέννυ Μπαλτατζή : το κορίτσι στον κήπο


Η Πέννυ Μπαλτατζή, το κορίτσι που μας έκανε να ερωτευτούμε ξανά από την αρχή το swing και την vintage αισθητική, live … στον Κήπο!



Πιο ώριμη, μουσικά και δημιουργικά, από ποτέ και λίγο πριν την κυκλοφορία του νέου της άλμπουμ (και 1ου προσωπικού), η Πέννυ ξεκινά τις καλοκαιρινές της εμφανίσεις από την Αθήνα, στον πιο υπέροχο συναυλιακό χώρο του κέντρου της πόλης, τον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

Η Πέννυ Μπαλτατζή επιλέγει να μας ταξιδέψει στον ευφάνταστο κόσμο της, με μια συλλογή τραγουδιών που ξεκινά με τα νέα της τραγούδια τα οποία έχουν ήδη αγαπηθεί, παλαιότερα δικά της και πολύ αγαπημένα (Εξωτικό Χαρμάνι, Καλάθι, Δεκάρα, Γυφτάκι) και συμπληρώνεται με πρωτότυπες διασκευές από την ελληνική και διεθνή δισκογραφία ( Ξύπνα Αγάπη Μου , του Μ. Πλέσσα, Suspicious Minds, Mambo Italiano κ.α.), – όλα τα παραπάνω με τη συνοδεία επί σκηνής, της νέας της μπάντας και σε ενορχηστρώσεις κεφάτες και «καθαρές».

Ελάτε μαζί μας, για μια συναυλία γεμάτη φρεσκάδα, κέφι και χρώμα, αλλά και καλοκαιρινό mood. Το «κορίτσι» έχει τη συνταγή…

Links:




ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ! – Πέννυ Μπαλτατζή

Συμμετέχουν οι μουσικοί: Μάριος Λαζ Ιωαννίδης (Κιθάρες , Φωνητικά , Ενορχηστρώσεις , Live Music Production) Στέλιος Φραγκούς (Πλήκτρα , Φωνητικά) Κωνσταντίνος Ζέρβας (Τύμπανα , Φωνητικά ) Ηλίας Καρκαβέλιας (Ηλ. Μπάσο , Φωνητικά) Αλέξης Στενάκης (άλτο σαξόφωνο,κλαρινέτο) Επιμέλεια ήχου: Νίκος Κόλλιας Σκηνογραφία : Ζήσης Παπαμίχος Φωτογραφία: Χρήστος Τζούτης Συμπαραγωγή : Μέγαρο Μουσικής Αθηνών - Four Seasons & Νίκος Τσαούσης

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

Υψηλός Αιματοκρίτης | Γεωργία Τρούλη


Το στόμα του πατέρα μου μπορεί να μας καταπιεί όλους.
Έχει μυθική καταγωγή
Όταν γελά, νευριάζει ή ειρωνεύεται παίρνει πάντα το ίδιο σχήμα
Νομίζω το κληρονόμησα.

Το χέρι της μητέρας μου μπορεί να μας πνίξει κύτταρο κύτταρο
Έχει ευκαρυωτική καταγωγή
Όταν ακούει μουσική το δωμάτιο γίνεται υγρό και αιωρείται
Νομίζω την κληρονόμησα

Τα μάτια του αδερφού μου αλλά κυρίως τα αυτιά μπορούν να φτιάξουν
από σάπια υλικά- παιχνίδια. Έπειτα τα χαρίζει χωρίς περιτύλιγμα.
Νομίζω με μιμήθηκε.

-Όταν κάνει πολύ θόρυβο καταλαβαίνεις πως κάποιος του στέρησε χρόνο
Και αφή-

Το σώμα του γιου μου έχει πάντα έναν τονισμό μεγαλύτερο.
Όλα τα μέλη τα συνθέτει απότομα και με ένταση . Το κεφάλι του ένα συνεχές καρουζέλ.
Όταν με κοιτάει στα μάτια καταλαβαίνω τι θα πει μεγάλο νιώσιμο σε μικρό εμβαδό.
Νομίζω κάπως του μεταγγίστηκε

Η κόρη μου αφήνεται εύκολα σε έναν ύπνο που μοιάζει ατάραχο
Όταν μου ζητάει μελάνη, διαρκώς ξέρω πως η ροή της είναι οικεία
Νομίζω την αγαπάμε μαζί.
Ξέρω- θα κληρονομήσει μυρωδιά και σκληρότητα

Όταν συναντιόμαστε όλοι μαζί στο διάδρομο ή σε κάποιο στικάκι φωτογραφιών
Ξέρουμε ο ένας για τον άλλον τα πάντα

Όταν τρώμε, εγώ κρύβομαι κάτω από το τραπέζι και τους δένω όλους
Με μακαρόνια. Περίτεχνα χωρίς τίποτα
να καταλάβουν .Όταν σηκώνονται διαλύεται το πλέγμα, το πατάνε, λένε "μάλλον κάποιος
Θα έφαγε άτσαλα"
Δεν με ενοχλεί γιατί ό,τι έχει σημασία παράγεται σαν μια διαρκής ροή σημασίας
Δεν αιχμαλωτίζεται
Έπειτα με φιλούν ένας- ένας
Φεύγουν και μου λένε περιπαικτικά
"Ξέρουμε τι καπνό φουμάρεις"
Κι εγώ τους απαντώ
"Ξέρω καλά τι σόι είστε"
Φεύγουν ήρεμοι
Τους κληρονομώ κάθε μέρα
Τους στέλνω μια ευχή από τα σωθικά μου
Επιστρέφουν μετά από χρόνια