Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Στράτης Μυριβήλης | Κατερίνα Καλαμπάκα


Ο Στράτης Μυριβήλης πέθανε σαν σήμερα το 1969 από καρκίνο. Κατάφερε να πρωτοτυπήσει τόσο όσο και να ξεχωρίσει στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας με ιδιαίτερο τρόπο. Υπήρξε, ακόμη, σπουδαίος δημοσιογράφος και κατά κύριο λόγο από αυτή του την ασχολία βιοποριζόνταν. Γεννήθηκε το 1890 σ' ένα μικρό χωριό της Λέσβου καταγόμενος από μία οικογένεια, που ασχολούνταν με το εμπόριο και τη γη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ευστράτιος Σταματόπουλος κι ήταν ο μεγαλύτερος από τα συνολικά πέντε παιδιά της οικογένειας. Η μητέρα του είχε καταγωγή από την Πόλη και οι αδερφοί της είχαν υψηλό μορφωτικό και πνευματικό επίπεδο για την εποχή. Ο ένας από τους δύο θείους του Στράτη Μυριβήλη υπήρξε καθηγητής Φιλολογίας και Ιστορίας στη Χάλκη. Έτσι, ο συγγραφέας εμπνεύστηκε και πάτησε στα χνάρια των θείων του. 

Γενικότερα, η Λέσβος είχε “παράδοση” στους πνευματικούς ανθρώπους. Γύρω στα επτά με οχτώ του χρόνια ο Μυριβήλης ξεκινάει να γράφει. Η κλίση του προς την λογοτεχνική δημιουργία φωνάζει από μακριά και αμέσως επόμενο φυσικά είναι να γραφτεί μετά από χρόνια στη Φιλοσοφική Αθηνών, αλλά διακόπτει τις σπουδές του για να πάει εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους. Το 1912 μαζί με άλλους δώδεκα Λέσβιους φοιτητές θα συναντήσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο ζητώντας του να στρατευτούν. Έτσι, παίρνει μέρος και στους δύο Βαλκανικούς πολέμους. Επίσης, στρατεύτηκε και για τον Α' Παγκόσμιο. 

Κατά το 1914-1918 έχουμε τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος αποτελεί σοκ, ειδικά για τους λαούς που πήραν μέρος. Είναι ένα εξαιρετικά τραυματικό γεγονός κι έχουμε εκατομμύρια νεκρούς. Αίτια του ήταν: ο ιμπεριαλισμός, ο εθνικισμός και ο μιλιταρισμός. 

Όλα τα παραπάνω, ενέπνευσαν τον συγγραφέα μας να γράψει το γνωστό σε όλους έργο “Ζωή Εν Τάφω”, ένα κείμενο το οποίο ξεκίνησε να γράφεται μέσα στα χαρακώματα του πολέμου. Είναι το μοναδικό έργο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας για τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, που γράφεται αμέσως μετά τον πόλεμο. Ο Σκαρίμπας και ο Βενέζης έγραψαν εξίσου για το τρομερό αυτό γεγονός, αλλά πολύ πιο μετά.

Με οδηγό το βίωμα του (ρεαλισμός) δημιούργησε έναν ήρωα (μυθοπλασία) στο έργο του και μέσα απ' αυτόν μιλούσε εκείνος πετυχαίνοντας έτσι μία αρμονική αληθοφάνεια, που δεν είναι εύκολο να πετύχει ένας συγγραφέας όταν είναι ο πρωταγωνιστής του πυρήνα. Επίσης, για το έργο αυτό έχουμε 7 εκδόσεις (διαφορετικές γραφές πιο απλά) διότι έγιναν πολλές προσθήκες, τροποποιήσεις ή και αφαιρέσεις (λόγω της λογοκρισίας). Οι σημαντικότερες αλλαγές, ενημερωτικά, είναι μεταξύ πρώτης και δεύτερης έκδοσης και η δεύτερη είναι πιο κοντά στο “τελικό κείμενο”. 

Η απορία, συνήθως, του αναγνώστη είναι : “γιατί δεν έγραφε εξ' αρχής μία αυτοβιογραφία;” . Γιατί δεν ήταν ένας απλός συγγραφέας. Ήθελε ο αναγνώστης να δει το βίωμα του σαν λογοτεχνικό κείμενο, σαν ένα βιβλίο για το καθένα που πολέμησε ή που του στέρησε κάποιον ο φρικτός πόλεμος. Δεν γράφει ένα απλό μυθιστόρημα, δεν λέει μία ιστορία. Αυτό που κάνει και πουλάει χιλιάδες αντίτυπα και φτάνει στο σημείο να κάνει τόσες εκδόσεις είναι να πατάει με το ένα πόδι προσωπικό ημερολόγιο και με το άλλο στην επιστολογραφία. Νέα γραμματειακά είδη για την εποχή, τα οποία τα πάντρεψε και έφερε κάτι καινούργιο κι πιο ελκυστικό από μία απλή αντικειμενική ιστορία κι έναν παντογνώστη αφηγητή. Αυτό ήταν μία λογοτεχνική πρωτοπορία που ξεπέρασε τα σύνορα. 

Άλλοι τον εντάσσουν λογοτεχνικά στην “συμβολική” γενιά του '20 κι άλλοι στην “μοντέρνα” γενιά του '30. Αν το σκεφτεί κάποιος καλύτερα, όμως, εντάσσεται στην γενικότερη σφαίρα της νεοτερικότητας στην ελληνική λογοτεχνία. Πάντρεψε το ημερολόγιο με την επιστολή κάτω από την ομπρέλα του μυθιστορήματος. Άνοιξε το συγγραφικό του “εγώ” στο κόσμο. Δεν μιλούσε ιδιωτικά, αλλά δημόσια. Όλα αυτά είναι ξεκάθαρα νεοτερικά στοιχεία χωρίς “μοντέρνες” ή “συμβολικές” ταμπέλες. 

Η γενιά που γαλουχήθηκε με τους αγώνες του Ψυχάρη για την ελληνική γλώσσα, παρακολούθησε την αναγέννηση του ελληνικού έθνους με τους βαλκανικούς πολέμους και έζησε τη συντριβή της μεγάλης ιδέας με τη μικρασιατική καταστροφή. Από τα πιο ζωηρά και μαχητικά πνεύματα της γενιάς του, βρέθηκε σε συνεχή επαφή με τα σύγχρονα του γεγονότα, έχοντας πάντα στο νου του τον αναγνώστη. Η χρησιμοποίηση γλώσσας κυμάνθηκε ανάμεσα στην καθαρή δημοτική και στη δημοσιογραφική μικτή. Ο λόγος του πυρετικός, διατηρούσε τη ζεστασιά και τον τόνο της προφορικής ομιλίας, πλούσιος σε εικόνες, με άφθονα λυρικά στοιχεία. Η γραφή του ταλαντεύτηκε κάποτε ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον τρυφερό φυσιολατρικό λυρισμό. 

Κάπως έτσι άρχισε να μας τραβά το “κείμενο” εμάς τους φανατικούς αναγνώστες. Όταν κάποιοι ανοίχτηκαν κι έγραφαν σαν να βλέπουν στα μάτια μας, τα δικά τους μάτια ή τα μάτια που θα ήθελαν να δουν, που ωστόσο έδειχναν και σε εμάς γνώριμα. Όταν κάποιοι έσπασαν τους δεοντολογικούς κανόνες της τριτοπρόσωπης αφήγησης, του κλασικού και της μονότονης περιγραφής τοπίων ή οτιδήποτε επιφανειακού. Όταν ο έρωτας, το πάθος, το φρικτό και ο πόλεμος έγιναν πρωταγωνιστές, τότε φτάνουμε μετά από χρόνια γράφουμε εγκώμια και να διαβάζουμε εκείνους τους κάποιους κι ένας από αυτούς είναι ο Στράτης Μυριβήλης. 

Σαν συγγραφέας υπήρξε πρωτοπόρος και μοναδικός στην πένα, αλλά είχε τα μελανά του σημεία σαν προσωπικότητα. Μετά τον Αύγουστο του 1936 αλλάζει το ιδεολογικό περιεχόμενο του έργου του. Πολλοί μιλούν για την μεταστροφή του από δημοκρατικός σε βασιλικός. Υπάρχουν, επιπλέον, δείγματα λεκτικών επιθέσεων σε αριστερούς μέσω του έργου του. Όλα αυτά κάποιοι λένε πως τα έκανε επειδή φοβόταν για το μέλλον το δικό του και του έργου του ,αλλά όπως και να έχει τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι το έργο του χάνει σε αξία. Το ιδεολογικό περιεχόμενο δεν έχει να κάνει με την λογοτεχνικότητα παρά μόνο με γραμματειακά είδη. 

Άλλα έργα: Κόκκινες ιστορίες, Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια (λογοκρίθηκε από το καθεστώς του Μεταξά), Η Παναγιά η γοργόνα, Το μυθιστόρημα των τεσσάρων, Διηγήματα, κλπ. 






Τις σιωπές μου, εκείνες να φοβάσαι | Έλλη Πράντζου

Μη με φοβάσαι όταν ξεσπάω, μάτια μου.
Τις σιωπές μου, εκείνες να φοβάσαι.
Όσο ακόμη σε κοιτάζω μέσα στα μάτια
σαν πεισματάρικο παιδί γεμάτο αυθάδεια και θράσος
κι οργίζομαι και παλεύω με θεούς και δαίμονες
για πάρτη σου,
θα πει πως σ' αγαπάω κι αυτό ακόμη είναι αρκετό
για να 'μαι εδώ, μαζί σου.
Όσο ακόμη μπορώ να σε πληγώνω
θα πει ότι πληγώνομαι ακόμη κι εγώ.
Αν με δεις ποτέ να χάνομαι,
αν με δεις να μη θυμώνω,
αν καταλάβεις πως ήρεμη στέκομαι
απέναντι σε όσα κάποτε με έφερναν στα άκρα
τότε δε θα μπορώ να σου λέω πια
να μη φοβάσαι, μάτια μου.
Γιατί τότε, ναι,
τότε από σένα θα έχω πια φύγει.
Όποιος δε με κρατάει εδώ
αργά ή γρήγορα με χάνει.
Κι αν ποτε φύγω, μάτια μου
αν ποτέ πάψω να γίνομαι κουραστικά ακραία
για τα μάτια σου
θα με έχεις χάσει οριστικά.
Κι ας σ' αγαπάω.

Πρόσεχε τι εύχεσαι λένε.
Κι αν απόψε κάνω μια ευχή
θα προσέξω να μην ενθαρρύνει αυτή
τις τάσεις φυγής μου
μα το μαζί που με τόσο πάθος χτίσαμε
παλεύοντας με τα άκρα μας
για πάρτη μας και μόνο.
Αλήθεια...
εσύ τι θα ευχόσουν;


«Μελοποιημένη ποίηση» στο Ζάππειο

Στο πλαίσιο των θεματικών συναυλιών, που περιλαμβάνει η πολιτιστική δράση «Από το Ζάππειο στον κήπο της ΕΡΤ» και τελεί υπό την αιγίδα της Ελληνικής Εθνικής Επιτροπής για την UNESCO, την Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018 και ώρα 21:00, οι συνθέτες Πασχάλης Τόνιος και Πηγή Λυκούδη έρχονται στο προαύλιο του Ζαππείου για μια βραδιά «Μελοποιημένης ποίησης».

Ειδικότερα, η συναυλία ανοίγει με το μουσικοποιητικό έργο για το περιβάλλον «Μητέρα Γη Συγγνώμη» σε μουσική σύνθεση Πασχάλη Τόνιου, που είναι βασισμένο σε ποίηση και κείμενα μεγάλων Ελλήνων και ξένων ποιητών-στιχουργών (Οδυσσέας Ελύτης, Κωστής Παλαμάς, Γιάννης Ρίτσος, Μαρία Πολυδούρη, Νικηφόρος Βρεττάκος, Κώστας Καρυωτάκης, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Νίκος Γκάτσος, Διονύσης Καψάλης, Παύλος Σιδηρόπουλος, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Έμιλι Ντίκινσον, Ουόλτ Ουΐτμαν κ.ά.).

Συμπράττει η Παιδική Νεανική Συμφωνική Ορχήστρα (ΠΝΣΟ). Διεύθυνση: Νίνα Πατρικίδου. Υπό την αιγίδα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Ερμηνεύουν: Πασχάλης Τόνιος, Βασιλική Καρακώστα, Κώστας Θωμαΐδης.

Αφήγηση: Γρηγόρης Βαλτινός.

Συμμετέχουν η σοπράνο Ναυσικά Καττή, ο Ανδρέας Μαϊστράτος, η Πολυφωνική Γυναικεία Χορωδία «Καλλιτεχνήματα» Μαρία Μιχαηλίδου, καθώς και η Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου.

Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, Έλληνες ποιητές ταξιδεύουν με τη μουσική της Πηγής Λυκούδη. Ειδικότερα, θ’ ακουστούν τραγούδια που γεννήθηκαν από τη μελοποίηση ποιημάτων των Κωστή Παλαμά, Νικηφόρου Βρεττάκου, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Μυρτιώτισσας, Λάμπρου Πορφύρα, Γιάννη Ρίτσου, Γιωσέφ Ελιγιά, Γιώργου Σεφέρη και Γεωργίου Σουρή.

Ερμηνεύουν, η διεθνούς φήμης Ελληνίδα μεσόφωνος Alexandra Gravas, ο Σπύρος Κλείσσας, η Γεωργία Αγγέλου και ο Κώστας Χατζηκυριάκος Σβώκος.

Με τη συνθέτρια στο πιάνο συμπράττουν οι σολίστες μουσικοί: Άγγελος Κουσάκης (κρουστά), Νίκος Χατζόπουλος (μπάσο), Γάσπαρης Μαμμάς (κλαρινέτο), Δημήτρης Κοντονής (κιθάρες).

Τη συναυλία παρουσιάζει o Ανδρέας Παπασταματίου.

Info:

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018, στις 21:00
Είσοδος ελεύθερη

Η συναυλία μεταδίδεται απευθείας από την ΕΡΤ2, το Δεύτερο Πρόγραμμα, τους 19 Περιφερειακούς Σταθμούς της ΕΡΤ σε κάθε γωνιά της χώρας, καθώς και από τη Φωνή της Ελλάδας και το Web TV της ΕΡΤ σε όλο τον κόσμο.


Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Χειραψίες | Κάλλια Βαβουλιώτη


Η έλξη δεν ήταν ποτέ θέμα ματιών
αλλά θέμα χεριών
η αφή είναι η πιο
ειλικρινής αίσθηση
οι πιο ανειλικρινείς 
δε μου έσφιξαν ποτέ το χέρι
ήταν σε κάποια μεγάλη εταιρία
όσοι προσποιήθηκαν τους ειλικρινείς
μου το έσφιξαν πάραπάνω
όσους ντράπηκα από θαυμασμό
με χειροφίλησαν και μου κράτησαν 
παρατεταμένα το χέρι μέχρι να
σταματήσουμε τη συζήτηση
όσοι ήταν ερωτευμένοι μαζί μου
μου κρατούσαν το χέρι φανερά
πάνω στο τραπέζι

όσους ερωτεύτηκα τους κρατούσα
πάντα στο δρόμο
όσους ερωτεύτηκα δίχως σώμα 
μετά από καιρό 
όταν γύρισαν από την Γερμανία
σε μία άβολη στιγμή
με πολλούς παρόντες
σφίξαμε το χέρι
και αρκεστήκαμε σε δυο ατάκες

-Εσένα δεν σε χαιρέτισα.
-Φεύγεις ξανά;

Το πόκερ παίζεται με τα μάτια
όχι με τα χέρια
η μπλόφα στο γυάλισμα του ματιού
το πάσο στο θράσος
το κακό φύλλο στην υπεροψία
το καλό φύλλο στη σιγή

ένας  χρόνος πριν 
καλοκαίρι
εγώ ψηλά εκείνος από κάτω
δε μιλάω για σώμα
εγώ εγκλωβισμένη σ'ένα ταξίδι
που κάποτε έχασε το ενδιαφέρον του
εκείνος εγκλωβισμένος σε μια δέσμευση 
που δεν ήθελε ποτέ
οικογένεια και ηλικία
δεν γνώρισα ποτέ πιο χειροπιαστά κελιά από δαύτα
πόκερ με πολλούς ηττημένους
και εκείνος να μου μοιάζει

Αγαπάει να φεύγει
Πήγε Γερμανία
Εγώ αγαπάω να φεύγω
πήγα πιο πάνω από τον εαυτό μου
Σκότωσα τους Δήμιους μου

Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το βλέμμα
δεν άλλαξε σε τίποτα
Μυστήριο
Και εκείνο το 
"Αν όλα ήταν διαφορετικά"
Αυτό το διεισδυτικό
βλέπω τους κόσμους μέσα σου
εκείνο το "θέλω να γίνω η πιο πρωτόγονη μορφή"
του εαυτού μου μαζί σου
Αυτό το βλέμμα
Δεν με άφησε ποτέ να το ξεχάσω


Το μαξιλάρι σου | Πράξια Αρέστη

Ν' αγαπάμε τους ανθρώπους λένε και όχι τ' αντικείμενα. Κι έχουν δικαίο. Μόνο, όμως, όταν οι άνθρωποι αυτοί είναι παρόντες. Όταν αυτοί που αγαπάς φεύγουν, τι μένει ν' αγαπάς; Τις αναμνήσεις και κάτι δικό τους που άφησαν φεύγοντας. Ρούχα που ξέχασαν να πάρουν μαζί τους ή πράγματα που χρησιμοποιούσαν καθημερινά.

To ποτήρι που ήπιες για τελευταία φορά τον καφέ σου εκείνο το πρωί πριν φύγεις είναι ακόμη άπλυτο. Το σκούρο καφέ του αφρού έχει κολλήσει στο γυαλί όπως εγώ κόλλησα στο μαξιλάρι σου και κάθομαι να το χαζεύω και να παίζω με το καλαμάκι, που το ήθελες πάντα σε χρώμα πράσινο.

Το μαξιλάρι σου είναι πια ό,τι πιο κοντινό σε σένα μου έχει μείνει. Τις πρώτες νύχτες δεν τολμούσα να το αγγίξω. Ξάπλωνα δίπλα του κι απλά το κοίταζα. Σε σκεφτόμουν κι απλά άφηνα το πρόσωπό μου να γίνει λίμνη δακρύων. Σκεφτόμουν τα "γιατί', τα "ίσως", τα "αν".

Κάποιες φορές του μιλούσα και φανταζόμουν ότι είσαι εκεί. Σιγά σιγά άρχισα να του απλώνω το χέρι και το άγγιζα σαν να σου χαΐδευα το μάγουλο.

Κάποτε θύμωνα μαζί του. Όταν πια είχε πάψει να μυρίζει όπως εσύ. Όταν το σχήμα του κεφαλιού σου είχε χαθεί κι είχε πάψει να έχει σκοπό ή λόγο ύπαρξης. Τότε άρχισα μια να το πετάω στον τοίχο και στο πάτωμα και μια να το αγκαλιάζω σφιχτά και να χώνω το πρόσωπό μου μέσα του μέχρι να χρειαστεί να πάρω την επόμενη ανάσα.

Κάποιες νύχτες κοιμόμουν έχοντας το ανάμεσα στο πόδια μου ή μέσα στα χέρια μου. Ένιωθα λιγότερο μόνη, λίγοτερο λίγη.

Ήθελα να σε πάρω τηλέφωνο. Ήθελα τόσο πολύ να σου μιλήσω για το μαξιλάρι σου που σε χρειάζεται περισσότερο κι από μένα. Για να του δώσεις ξανά λόγο ύπαρξης, για να το ζεστάνεις, για ν' αφήσεις το σάλιο σου και τη μυρωδιά σου πάνω του.

Δε θα άφηνα ποτέ κανένα να κοιμηθεί στο μαξιλάρι σου κι ας με κοίταζε αυτό σαν να με παρακαλούσε για ένα νέο έρωτα, για ένα κεφάλι να ακουμπήσει πάνω του. Το έχω βάλει να ορκιστεί πώς θα σε περιμένει κι είναι σίγουρο ότι μια μέρα θα καταλάβεις και θα ξανάρθεις.

Για την ώρα κλέινω το φως, το παίρνω αγκαλιά για να το παρηγορώ και μαζί σ' ονειρευόμαστε.



Προσωπικό | Ανδρέας Παπάζογλου

Αλήθεια δε θυμάμαι
Τι ώρα ορίσαμε 
Ν' ανάψουμε τον ήλιο
Κι αλήθεια δε θυμάμαι
Άμα με νοιάζει τελικά

Κοίτα
Τα βράδια που χαϊδεύομαι
Ολομόναχος
Είναι δικά μου
Φορτίο άθραυστο 
Εμπιστευτικό και κατεπείγον
Πάντα παραδομένο εγκαίρως
Πάντα κακό
Προσωπικό
Μη και μας βρει ποτέ 
Ένα καλοκαίρι ζωντανούς
Και καλομάθουμε

Κι άμα μιλούσα ερωτικά
Θα 'ταν αλλιώς
Αλλά δεν είναι
Είναι ντροπή
Σκοτάδι είναι
Να χαϊδεύεις με το χέρι σου 
Το χέρι σου σα ξένο
Να τρέμεις 
Την σβησμένη τηλεόραση
Και τ' ανοιχτά παντζούρια
Πάγος πυρπολημένος
Σκυφτός ή ξαπλωμένος
Χνούδι πηχτό πίσω απ' τα μάτια
Το μαξιλάρι λύσσα
Και οι άγριες χαρές κάποιας ζωής
Παλιάς
Πολύ παλιάς
Να ψυχορραγούν 
Ψελλίζοντας γλυκόλογα
Μέσα από το σιφώνι του μπιντέ
Αδέσποτοι πλανήτες κατινάρες
Αράζουν τις κωλάρες τους 
Στη στέγη και σχολιάζουν 
Πράματα διάφορα αδιάφορα
Τους φουσκωτούς δακτύλιους 
Της διπλανής
Το βρώμικο νεφέλωμα 
Του απέναντι
Ή τον καινούργιο δορυφόρο
Της από πάνω
Χτυπάω τους τοίχους 
Να ξεκουμπιστούνε
Θα μου ρημάξουνε το σπίτι
Αλλά δεν ξεκουμπίζονται
Και το ταβάνι ξεχειλώνει
Μήνα το μήνα
Χρόνο τον χρόνο
Να, βλέπεις;
Το ταβάνι πλησιάζει
Το γαμημένο το ταβάνι-
Ο διαχειριστής 
Είπε κάτι για την υγρασία

Αλλά εγώ ξέρω

Κοίτα
Δεν είναι τρέλα
Θάλασσα ήσυχη είναι

Βάρκα από αφρολέξ και λάβδανο
Σ' εβένινα νερά είναι

Βαθιά είναι

Σκοτάδι είναι

Αλήθεια
Όλα καλά
Πάντα καλά

Συνήθιζα 
Να προσπαθώ
Να θυμηθώ
Τι ώρα ορίσαμε
Ν' ανάψουμε τον ήλιο

Τι βλάκας

Ο Θόδωρος Γράμψας γίνεται… Δεσποινίς Μαργαρίτα τον Οκτώβριο στο Θέατρο Τέχνης



Η γνωστή σε όλους μας δ α σ κ ά λ α, η Δεσποινίς Μαργαρίτα, έρχεται στο Θέατρο Τέχνης. Έρχεται για να μας μιλήσει για μερικά απλά, αλλά ουσιώδη πράματα - κατάλληλα για την ηλικία μας… Για όσα διδάσκονται… Για όσα δεν διδάσκονται... Και για όσα απλώς θέλουν ταλέντο... όπως ο έρωτας.
Η συνέχεια του μαθήματος τον Οκτώβριο στη σκηνή της Φρυνίχου.

Στο ρόλο της Δεσποινίδας Μαργαρίτας ο Θόδωρος Γράμψας,
ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία της παράστασης.

Η Δεσποινίς Μαργαρίτα του Ρομπέρτο Ατάϋντε, είναι δασκάλα δημοτικού. Είναι η πρώτη μέρα μαθημάτων και οι θεατές, είναι οι μαθητές της τάξης. Ο μονόλογός της είναι ένα μάθημα πολιτικό. Ένα σχόλιο πάνω στην εξουσία. Έχει ανέβει σε περισσότερες από τριάντα χώρες. Στην Ελλάδα ανέβηκε πρώτη φορά το 1975 σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη και την αξέχαστη Έλλη Λαμπέτη στον ομώνυμο ρόλο.
  

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Ακριβώς την στιγμή που υπάρχουμε | Γεωργία Τρούλη


Σε αυτήν την καμπύλη του χρόνου θα συναντηθούμε
Δυο μικρές περιπτώσεις αγωνίας
Σε μια ιστορία που περιέχουμε και δεν μας περιέχει
Κι έπειτα η μουσική, το θάμβος, η φαντασίωση, η προσμονή , η ματαίωση
Ακριβώς την στιγμή που τα μάτια μας θα κοιτάξουν
Ούτε αλλήθωρα, ούτε ονειροπόλα το ένα το άλλο
Τότε θα είμαστε σε θέση να τα βγάλουμε
Να τα τοποθετήσουμε στο στόμα

Και μετά πάλι στην θέση τους.



Για την ποιητική του Νίκου Καββαδία | Σίμος Ανδρονίδης

Για την ποιητική του Νίκου Καββαδία

«Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη, πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες σειρές· οι άνθρωποι που με κοιτάζουν, που με κοιτάζαν όταν πάνω στο άρμα σήκωσα το χέρι λαμπρός, κι αλάλαξαν» (Γιώργος Σεφέρης, ‘ΙΣΤ’).



Η ποίηση του Νίκου Καββαδία, αυτού που έχει αποκληθεί (με κάποια προθετικότητα που εκπηγάζει από την φύση της εργασίας του/ναυτικός) ως 'ποιητής της θάλασσας', αποδίδει 'καρπούς' την ίδια στιγμή της αλυσιτελούς παρουσίας εντός χρόνου, συγκροτεί την εμμένεια του πεπερασμένου από την ιδιότυπη θαλασσινή 'αλμύρα'-λέξη, εγγράφοντας παράλληλα στο εσωτερικό της 'βιο-τοπολογίες', δυνητικές όσο και πραγματικές, ρεαλιστικές και φαντασιακές που απαντώνται στη θάλασσα: ανθρώπινα υποκείμενα, θαλάσσιοι οργανισμοί, μία προσίδια 'τερατολογία'[1] που με έναν ιδιαίτερο ή ιδιαίτερα ποιητικό τρόπο παραμένει ανοιχτή, χαίνουσα, καθιστάμενη οικεία την στιγμή της 'σύλληψης' και της απόδοσης της, της διαλεκτικής συναρμογής μεταξύ στεριάς και θάλασσας, εκεί όπου η θάλασσα δύναται να καταστεί η εμπρόθετη 'τοπολογία' δράσης, μετωνυμία του προσδιοριστικά διηνεκούς, αποτελώντας ταυτόχρονα πλαίσιο εκδίπλωσης των όρων του Καντιανού (Immanuel Kant) «ενθουσιασμού»[2] (έτσι όπως αποδίδεται από τον Θανάση Γκιούρα): «άρνηση» μίας περισσότερο ή λιγότερο συμβατικής γενεαλογίας, και παράλληλα «κατάφαση» στο αίτημα και στα πλαίσια των απαιτητικών υπερβάσεων της επάλληλης γεγονοτολογίας, όχι στατικά και αναγωγιστικά, αλλά με μία τροπικότητα όσο και αίσθηση του επείγοντος που ίσως εκδηλώνεται με έναν 'ιδανικό' τρόπο, ήτοι σπαρακτικά, στο ποιητικό υπόδειγμα: «Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία».

Το ποιητικό πράττειν του Νίκου Καββαδία[3] λειτουργεί διαλεκτικά προς τους συμβολισμούς μίας μνήμης και ενός μνημονικού 'καθεστώτος' που 'εκφεύγει' από τα πεδία των δεσμεύσεων, αναπλάθοντας εικόνες που 'φιλτράρονται' διαρκώς διαμέσου μίας ποιητικής 'Camera Obscura'[4] η οποία δύναται να αντιστρέψει τους όρους της 'γέννησης', συναρθρώνοντας το 'δέον' με τις προεκτάσεις του αινίγματος: «Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές. Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes».[5]

Σε αυτό το πλαίσιο, η Καββαδική[6] ποιητική αναζητεί τις προεκτάσεις της παλινδρόμησης σε ένα διά-κενο που 'ζαλίζει' εμπρόθετα, φέρει μία μέθη ως 'ανέλπιστο αντί-δωρο' ενώπιον της ιστορικής 'αβύσσου', αναφέροντας το επάλληλο αίνιγμα το οποίο ξεπροβάλλει ως «σκοτεινό λιμάνι του Gabes», ως προοπτική αλλά και ως προοπτική 'δυναμολογίας', ανοιχτή σε μία ιστορική ενδεχομενικότητα που δια-περνά τον ιστορικό ορίζοντα, όπως επίσης και προσδιοριστική της ανθρώπινης αναζήτησης λάμψεων..

Η γλώσσα αναπαριστά φυσικά δεδομένα, μαρτυρεί για τον ίδιο τον ποιητή, εντάσσει και εντάσσεται στη 'χορεία' των φασματικών προεκτάσεων του 'κοινού νου', σπεύδει να συμπεριλάβει γνώσεις ως εκ του μηδενός, ανατρέχοντας σε ίδιες 'σπείρες' διαλείψεων, εκεί όπου η θάλασσα ανανεώνει, και ως 'πρωταρχική οικοδέσποινα' φιλοξενεί ή αλλιώς σπεύδει να φιλοξενήσει επέκεινα της 'ακηδίας': «Κάτου στις αχτές της Αφρικής πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι. Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής».[7]

Kαλοκαιρινές μπόρες | Βαγγέλης Μάγειρος



Ανάσα μελαγχολική του καλοκαιριού η μπόρα.
Βλέπεις απ’ το παράθυρο, του νερού το πέπλο,
Με μανία να χτυπά στον ακάλυπτο κάτω,
Το τσιμέντο.
Τέντες από σκουριά φθαρμένες,
Με χρώμα πράσινο, ξεφτισμένο.
Σαν όνειρα παλιά,
Σε έγχρωμες ουτοπίες χτισμένα.
Κοπέλες με σκέψεις για έρωτες παλιούς,
Σε ετοιμόρροπα μπαλκόνια ξεχασμένες.
Ψάχνεις τον ήλιο σε σύννεφα μαυρισμένα,
Όταν μικρά παιδιά κυνηγάνε περιστέρια.
Τα φώτα στα παράθυρα αναμμένα.
Φανερώνουν ένοχα μυστικά,
Κρυμμένα.
Με γάτες μοιάζουμε,
Που ουρλιάζουνε τις νύχτες.
Από ανθρώπους κρύβονται.
Γυρεύουν…;