Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2019

Παραμύθι για μεγάλους | Βαγγέλης Μάγειρος

Έλα να κάνουμε μια κουβέντα.
Σαν εκείνες που κάναμε μικροί,
Πριν τρέξουμε στις αλάνες.
Θυμάσαι εκείνον τον ιππότη;
Καβαλάει ακόμα το άλογο του.
Γυρνάει από χώρα σε χώρα,
Και σβήνει τις φωτιές που πετάν οι δράκοι.
Όχι δεν έχει συντροφιά.
Μόνος του είναι ακόμα.
Σκουριάζει η πανοπλία του,
Αλλά κόβει καλά το ξίφος.
Και κείνο το μικρό τελώνιο;
Θυμάσαι πως έτρεχε πάνω στο ουράνιο τόξο;
Ξέχασε όμως πως το λένε,
Και κανένας ποτέ δεν έμαθε το όνομα του.
Οι νάνοι ακόμα σκάβουν βαθιά.
Ψάχνουν να βρουν στη γη,
Τα ποιο λαμπρά και πολύτιμα πετράδια.
Έχασαν μερικές απ'τις αξίνες τους,
Αλλά τα χέρια τους έγιναν σκληρά,
Και άγρια απ'το χώμα.
Τους είναι εύκολο,
Να σπάνε τα σκληρά τα βράχια.
Και κρατάνε γι'αυτούς,
Όλα τα λαμπρά πετράδια.







Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2019

Πραγματική αλήθεια | Βαγγέλης Μάγειρος

Πως έφυγαν οι μέρες μας,
Και ξέχασαν μαζί τους να μας πάρουν;
Περνάει κάθε μας στιγμή,
Και πριν σβήσει,
Πεθαίνει κάποια άλλη.
Ανήκουμε σε ένα φρούδο τοπίο,
Που με κόπο χτίσαμε,
Και τώρα κανείς δε θέλει να γκρεμίσει.
Εκείνο το μικρό παιδί,
Που κάποτε είδαμε να τρέχει σε μια παλιά αλάνα,
Άλλαξε τα ρούχα του,
Και δεν το λερώνει πια η λάσπη.
Το βραδινό τραγούδι,
Έγινε τώρα κινητήρας αμαξιού,
Με πρόβλημα στο συμπλέκτη.
Ζήσαμε μέσα σε ένα ανεκπλήρωτο όνειρο.
Και μόνο τότε καταλάβαμε,
Πως ο κόσμος είναι νεκρός καιρό τώρα.
Παρέα καθόμαστε τώρα όλοι,
Εκεί βαθιά στο χώμα μέσα.




Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2019

Μοβ απογεύματα | Έλλη Πράντζου




Είναι κάτι μοβ απογεύματα, αργά,
σχεδόν βράδια που δεν έχουν τολμήσει ακόμη
να χτυπήσουν την πόρτα σου
για να μπει το απόλυτο σκοτάδι.
Κάτι μοβ απογεύματα που σε βόλτες ατέλειωτες
πηγαινοφέρνουν μνήμες στα παλιά και στα παρόντα
γλιστρώντας πάνω στη νοσταλγία
σαν ήρωες βωβού κινηματογράφου.
Σέρνουν τις λασπωμένες σόλες των παπουτσιών τους
στα σοκάκια του υπνωτισμένου σου νου
και μπουκάρουν στο συνειδητό
με πόδια ασκούπιστα
σαν καταϊδρωμένα αφιονισμένα παιδιά
έπειτα από ξέφρενο παιχνίδι σε γειτονική αλάνα.
Είναι αυτά τα μοβ απογεύματα
που σου δένουν κόμπο γλώσσα και ψυχή
καθώς σφηνώνει ο λυγμός της συγκίνησης στον λαιμό
και δε λέει να κατέβει.
Καταπίνεις ανείπωτα ανακατεμένα με σάλιο
μπας κι ανοίξει η ανάσα σου, να πεις το σ’ αγαπάω.
Εκείνο που όσο λαχταράς τόσο το φοβάσαι.
Αυτά τα μοβ απογεύματα
τα χαρίζεις τελικά σ’ εκείνο το “σ’ αγαπάω”
που χει για σένα πρόσωπο και τα μοιράζεται μαζί σου.
Είναι αυτά τα μοβ απογεύματα
που μόνο μαζί του θέλεις να χαζεύεις
κι ας σε τυραννάει ο κόμπος,
ας σε στοιχειώνει η ανασφάλεια μήπως από “σ’ αγαπάω”
γίνει κάποτε “αντίο” αναπόφευκτο.
Μη θυσιάσεις τα μοβ απογεύματα
για ένα αύριο που δεν ξέρεις καν τι χρώμα έχει.
Κλέψε λίγο από το χρώμα τους
και βάψε τα μάγουλά σου στο χρώμα του έρωτα.
Όπως τότε που γινόμασταν χάλια από τις δακτυλομπογιές.
Μα όσο κι αν μας μάλωναν τότε νιώθαμε
πως μόνο όσοι πασαλείβονται με τις στιγμές τους
ξέρουν να τις ζουν πραγματικά.



Φωτογραφία Έλλη Πράντζου