Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Ξόδεμα | Έλλη Πράντζου

Θέλησες κάποτε να γίνεις
όλα του κόσμου τα δεν πρέπει και τ' απαγορεύεται
Αυτοκαταστροφή λέγεται
Δε ρώταγες αγάπη μου πριν πάθεις;
Αν και τι λέω η τρελή...
αν ήξερες χειρότερα θα έκανες
Μα χάθηκε να ‘χες τριγύρω λίγους ακόμη σαν εσένα;
Χάθηκε να ‘κανες τον κόσμο σαν τα μούτρα σου
για να ‘χουμε μια έφηβη αγάπη να πορευόμαστε κι εμείς;
Όχι, δεν έκανες κακό.
Σου καταλογίζω μονάχα ότι δόθηκες τόσο ανώφελα
θέλοντας να μιλήσεις στους «κουφούς»
και στους «τυφλούς» να δείξεις.











Φωτογραφίες: Ευτυχία Πασχαλίδου

American Paradice | Ταινία Μικρού Μήκους

Ένας απελπισμένος άντρας στην Αμερική του Τραμπ, προσπαθεί να αλλάξει τη μοίρα του με ένα μεγάλο κόλπο. Μία κακή ρουτίνα, ένας ανεκπλήρωτος έρωτας και η έλλειψη χρημάτων τον οδηγούν σε μία ληστεία. Η κακοτυχία όμως δεν τον εγκαταλείπει εύκολα. Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, η ταινία θίγει ένα μεγάλο πρόβλημα της σημερινής αμερικάνικης κοινωνίας.  


Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Το δωμάτιο με τα ρολόγια | Γιώργος Ασκαλίδης



Λίγα χιλιόμετρα παραέξω της πραγματικότητας, 
Σε κλίσεις παιδικές σαν παραμύθια, 
Σε δωμάτια με ρολόγια, 
Με πιάνω να αναπλάθω ώρες. 
Δεν θα σε διέκοπτα ποτέ ξανά, 
Στη θέση της παγκόσμιας λύτρωσης, 
Παρότι δεν πρέπει, 
αυτό που θα προτιμούσα να κάνω, 
είναι να σπάσω ποτήρια, σάμπως και μείνεις λίγο περισσότερο, 
και δεν θα μπορούσε να με κατηγορήσει κανείς. 
Θα επέκτεινα τσακωμούς, 
Και βραδιές κλασσικής μουσικής. 
Μισώ την κλασσική μουσική. 
Και ξέρω ότι δεν θα έπρεπε, 
αν γυρνούσα πίσω, 
πέρα από κάθε άλλο οτιδήποτε, 
δεν θα σε διέκοπτα ποτέ ξανά.

Ήταν χθες που μ' αγαπούσες | Πράξια Αρέστη

Ήταν μόλις χτες που μου γελούσες. Που γέμιζες τη ζωή μου με χρώματα φερμένα από το διάστημα. Χρώματα που για πρώτη φορά έβλεπα και αισθήματα που πρώτη φορά ένιωθα. 

Μόλις χτες μου είχες πει ότι ήλθες αυτή τη φορά για να μείνεις. Είχες ένα βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις που κατά βάθος ήξερα ότι δε θα τηρήσεις. "Θα μείνω" μου είπες και χαμογελούσες. Κι εγώ έκανα ότι σε πίστεψα για να μη σε πληγώσω. 




Ήταν χτες θυμάμαι μια από τις πιο ζεστές, είπαν, μέρες του χρόνου που τη δρόσιζε η εικόνα σου. Θυμάμαι τον ιδρώτα στο πρόσωπό σου κι εγώ ν' απλώνω το χέρι για να σου σκουπίσω το μέτωπο. Σ' αποχαιρέτησα και έφυγα και μου 'πες να σε περιμένω. Κι η χαζή σε περίμενα. Όπως πάντα μέσα στα άγρια ξημερώματα, με τα μάτια πηγάδια από την κούραση και το βλέμμα κόκκινο από το κλάμα. 

Ήταν χθες που μ' αγαπούσες... 

Ή μήπως ήταν προχθές; Μόλις χτες ήσουν εδώ, μόλις μια βδομάδα πριν, ένα μήνα, ένα χρόνο... 

Δεν μπορώ πραγματικά να θυμηθώ. 

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Ιδανικοί Αυτόχειρες | Κώστας Καρυωτάκης

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ηταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Oλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ' αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος..


Πώς μεγαλώσαμε -για δες | Τσαμπίκα Βασιλειάδη

Για δες,
πώς μεγαλώσαμε
πώς στάθηκα στα πόδια μου
κι ακρωτηρίασα από πάνω μου
την αίσθηση να πατώ στη γη.
Πρώτα άγγιξα απαλά τον κόσμο
κι ήταν αυτή η παρεξήγηση
-αιτία κι αφορμή-
να φιληθώ με μια πλανεύτρα ευτυχία.
Μετά άγγιξα το μέσα μου
και γέννησα αίμα να λερώνω τη ψυχή
-μου υποσχέθηκαν ανταμοιβή-
και πίστεψα.
Για δες,
πώς ξάφνου μεγαλώσαμε
πώς μίσησα
την κάθε είδους κατοχή.
Πρώτα εγώ καταχράστηκα την εξουσία
που έχω πάνω στο κορμί μου
και τρόμαξα να με αναγνωρίσω.
Μετά την καταχράστηκαν αυτοί
κι έγινα δούλος των φαντασιώσεων τους,
στύβουν τον εγκέφαλο μου,
να στάξουν τα υγρά μέσα στο στόμα της πατρίδας
να τα καταπιεί.
Γαμιέμαι και γονατίζω από ανάγκη
σε τετράγωνους χώρους
γεμάτους ταμπέλες, κάμερες, μικρόφωνα
προσπαθώντας να κερδίσω χρόνο
-Μην ρωτάς, πάντα με κερδίζει εκείνος.
Με τραβούν απ’ το λουρί ακόμα και τις Κυριακές-για δες!
Πώς τελικά μεγαλώσαμε,
πώς αναδιατάχθηκε η ύπαρξη μου μέσα στο σύμπαν
κι από τελεία έγινα σκόνη.
Μα τώρα ξύπνησε ο μαλάκας.
Σε λίγο θα τελειώσουν όλα.
Πώς τ’ αποφάσισα,
να γίνω πάλι παιδί.

Βρες χρόνο | Γιάννης Ρίτσος



Βρες χρόνο για δουλειά -αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας.

Βρες χρόνο για σκέψη -αυτό είναι η πηγή της δύναμης.

Βρες χρόνο για παιχνίδι -αυτό είναι το μυστικό της αιώνιας νιότης.

Βρες χρόνο για διάβασμα -αυτό είναι το θεμέλιο της γνώσης.

Βρες χρόνο να είσαι φιλικός -αυτός είναι ο δρόμος προς την ευτυχία.

Βρες χρόνο για όνειρα -αυτά θα τραβήξουν το όχημά σου ως τ΄αστέρια.

Βρες χρόνο ν΄αγαπάς και ν΄αγαπιέσαι -αυτό είναι το προνόμιο των Θεών.

Βρες χρόνο να κοιτάς ολόγυρά σου -είναι πολύ σύντομη η μέρα για να ΄σαι εγωιστής.

Βρες χρόνο να γελάς -αυτό είναι η μουσική της ψυχής.

Βρες χρόνο να είσαι παιδί -για να νιώθεις αυθεντικά ανθρώπινος.

Το όνειρο του παιδιού είναι η Ειρήνη.

Τ΄όνειρο της μάνας είναι η Ειρήνη.

Τα λόγια της αγάπης κάτω απ΄τα δέντρα είναι η Ειρήνη…

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα

κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.




Γ. ΡΙΤΣΟΣ (Μονεμβασιά 1 Μαΐου 1909 – Αθήνα 11 Νοεμβρίου 1990)

Έρωτας στη Σαντορίνη | Μαρία Φραντζεσκάκη


Το ξυπνητήρι ξύπνησε την Τίνα σχεδόν ξημέρωμα. Την προηγούμενη μέρα δούλευε μέχρι αργά στο γραφείο. Τόσες άλυτες υποθέσεις, τόσο διάβασμα. Τόσα δικαστήρια. Και όλοι να ζητούν  την πολυπόθητη ελευθερία είτε την αξίζουν είτε όχι. Πάντα υπήρξε άριστη μαθήτρια. Τελείωσε την Νομική Αθήνας με άριστα, ειδικεύτηκε  στο ποινικό. Το αστικό δίκαιο πάντα της φαινόταν βαρετό. Το εργατικό πολύ συνηθισμένο. Και εκείνη πάντα έψαχνε την περιπέτεια. Αν δεν είχε γίνει δικηγόρος - σίγουρα θα ήθελε να είναι πολεμική ανταποκρίτρια στην πιο εκρηκτικά εμπόλεμη ζώνη. Αλλά όλα αυτά δεν είχαν καμία σημασία σήμερα. Τα "αν" είναι τόσο ανούσια την δεδομένη ημέρα.

 Μεστός Ιούλιος σαν φωτιά . Η εποχή που ο ερωτικός οίστρος των ανθρώπων ξεπερνάει τα πιο κτηνώδη ένστικτα των ζώων. Ετοιμάζοντας, την βαλίτσα της, σχεδόν τρέχοντας θυμάται εκείνο τον φίλο της που ζούσε στο εξωτερικό και της έλεγε " εγώ τέσσερις μήνες ζευγαρώνω οι υπόλοιποι είναι για χειμερία νάρκη" . Ένα κόκκινο φουστάνι, ένα σορτσάκι, μαγιώ  και όλα τα απαραίτητα. Έκλεισε βιαστικά την πόρτα πίσω της - αφού φρόντισε να βάλει τροφή στην γάτα . Πειραιάς. Λιμάνι. Το λιμάνι που δε θα βρει ποτέ της - γιατί αποδέχθηκε την μοναξιά από την κοιλιά της μάνας της. Τότε που λίγο πριν την γεννήσει Ιούλη σχεδόν διάβαζε Ρίτσο κάτω από μια σκιά στην αυλή του εξοχικού τους. Επιβιβάστηκε στο πλοίο. Μόνη. Σχεδόν ιδανικά χαμένη. Ηρεμία πια. Μακριά από δικογραφίες, πελάτες και εκείνον τον ρόλο που δεν απαιτούσε μόνο σικάτο ντρέσκοουντ αλλά και σοβαροφάνεια, σκληράδα σε κορμοστασιά και πρόσωπο.

Θα έφτανε στο νησί απόγευμα. Πάντα αγαπούσε το ταξίδι με το πλοίο. Δίνει μία τρομακτική αίσθηση ελευθερίας το να πλέεις. Η θάλασσα πνίγει τη σκέψη. Φέρνει ομορφιά. Ο αέρας σε τσιμπάει.Και η περιπέτεια καραδοκεί σχεδόν με την θυσία να βουτήξεις στο μπλε. Το πλοίο είχε πάρα πολύ κόσμο. Όπως πάντα πήρε το βιβλίο της , κάθισε στο κατάστρωμα αφού για αρκετή ώρα χάζεψε τον ορίζοντα και απόλαυσε το ταξίδι. Διάβαζε την "αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι" του Μίλαν Κούντερα και σχεδόν επαναλαμβανόμενα το απόσπασμα για τον μοιρασμένο ύπνο. Βαριόταν τόσο εύκολα τους άντρες.Είχε απογοητευτεί πολύ από τους περισσότερους γιατί ήταν προβλέψιμοι. Λες και ο έρωτας ήταν ένα στρατηγικό παιχνίδι που πάντα ήξερε καλύτερα. Όσοι ήταν βαρετοί ήταν πιστοί αλλά την έκαναν δυστιχισμένη καθώς δεν της προκαλούσαν κανένα ενδιαφέρον, όσοι ήταν έξυπνοι ήταν ανικανοποίητοι όσες γυναίκες και αν είχαν να τους αγαπάνε και όπως πάντα  όσοι την παίδευαν τους αγαπούσε πιο πολύ. Είχε αποφασίσει να ζήσει ευτυχισμένη και μόνη . Ελεύθερη από κάθε άνθρωπο που την ήθελε δέσμια . Όχι πια έρωτες που λένε και οι Κόρε Ύδρο. Μόνο διακοπές, φίλοι, γέλια , ποτά.