Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Το Βάρος της Απογοήτευσης | Mανώλης Τελώνης


Φοβάμαι. Αυτή είναι η λέξη.
Δε θέλω να απογοητεύω, το σιχαίνομαι.

Αλλά θέλω να μείνω εδώ, να πάω εκεί, να ξεφύγω από την άλλη.

Πετάω σε μια θάλασσα που με πνίγει από μέσα. Όταν νυχτώνει και σηκώνεται η παλίρροια, η θάλασσα ξεχειλίζει από τα μάτια μου σαν να ήθελε να το κάνει καιρό τώρα.

Ξεχειλίζει σαν ένα ποτήρι μουχλιασμένο γάλα. Δεν είναι μακράς διαρκείας.

Ούτε αυτό, ούτε εγώ.

Τα έντομα μου φωνάζουν. Μου λένε πως δεν τα πάω καλά. Τους απαντάω πως το ξέρω.

Στα όνειρα μου βλέπω βέλη που καλύπτουν τον ουρανό, που κρύβουν τον ήλιο να πέφτουν προς το μέρος μου. Ανοίγω τα μάτια μου και ο ήλιος καίει ανελέητα.

Και καθώς σέρνομαι στο κρεβάτι μου γονατιστός, μια προσευχή που δεν έκανα ποτέ, νιώθω τους τοίχους του δωματίου να ξεφλουδίζουν, τη βρύση να στάζει, το μαξιλάρι να σκληραίνει.

Πάω και ξερνάω θαλασσινό νερό. Ευτυχώς δε με είδε κανένας.

Κάποιος με διέταξε να αναπνεύσω και ξέχασα πως γίνεται.

Οι λέξεις πληρώνονται. Γύρισα τη φόδρα από τις τσέπες να πληρώσω αλλά δεν είχα τσέπες.

Τι αρκεί όταν δεν αρκείς;

Γιατί λίγα δευτερόλεπτα πριν να πω το φτάνει, στραμπούλιξα το στομάχι μου και μπέρδεψα τα λόγια μου.


Απόψε επιπλέω.



Επιμύθιο | Μαρία Φραντζεσκάκη


Ίσως να μην πρέπει ποτέ να ξεχνάς. Ίσως πρέπει μόνο να προχωράς. Βασανισμένοι από το δρόμο εκτιμάμε τον χρόνο. Βασισμένοι  σε γκρεμισμένους μαρμάρινους στύλους, μάθαμε να εκτιμάμε όσα έπρεπε και γίναμε ό,τι αντιμετωπίσαμε. Στιγματίζομαι θα πει πηγαίνω μπροστά. Φεύγω απ΄όσα ήμουν γιατί δεν ήταν αρκετά για μένα. Γράφω τις λέξεις ασυναίσθητα και όμως λέω την αλήθεια. Το υποσυνείδητο είναι σαν ένα άφιλτρο τσιγάρο, σε φέρνει πιο κοντά στην ουσία του καπνού και πιο κοντά στον θάνατο.

Εγώ όμως θωρακίστηκα. Έμαθα να μη φοβάμαι γιατί κάποτε πέθαινα κάθε μέρα. Κάποτε με σκότωναν πολλαπλά σαν ψάρι που ενώ το έπιασαν με αγκίστρι το καμακώνουν κιόλας για επιβεβαίωση ότι δεν θα αντιδράσει. Υπήρξε ανελέητος όμως ο παράδεισος των στιγμών. Είδα ανθρώπους να μεταμορφώνονται σε ό,τι σιχαίνονταν και άλλους να ξεφεύγουν από ό,τι μισούσαν. Είναι στιγμές που σκέφτομαι ότι είναι κάποιου είδους Αποκάλυψη - το να βιώνεις την αλλαγή. Πιο μυστηριακή και πιο σημαντική από το αυγουστιάτικο φεγγάρι - συντελείται κάποιας μορφής μαγεία. Και στο λέω εγώ που κάποτε έμενα στο μπαλκόνι μέχρι το ξημέρωμα απλά για να βλέπω τ'άστρο.

Ψυχογράφοι και γρίφοι και αινίγματα, όσο και αν αρέσκομαι σε σαδομαζοχιστικό εκστασιασμό όταν παίζω τον ντετέκτιβ η αλήθεια είναι Άγια ακόμα και αν είναι εις βάρος μας. Τα κορμιά είναι επίσης άγια και το να ζείς είναι το μεγαλύτερο δώρο. Το να μισείς δηλητηριάζει εσένα πρώτα, γι'αυτό και κοίτα να τα έχεις καλά με ό,τι ονομάζεις εαυτό. Με τον ελάχιστο και τον μείζονα.Οι λέξεις μου ασυνάρτητες και θυμίζουν νύχτα. Εγώ έχτισα την αυτάρκεια και την δύναμή μου με χέρια μαχαιράκια και λόγια θηλιές γι'αυτό και δεν πονάω πια.

Πλέω σε στιγμές αναζητώντας, ψάχνω, βιώνω και δεν μετανιώνω. Δεν φοβάμαι και δεν μοιρολογώ - έχω απομυθοποιήσει τους άλλους και μυθοποιήσει τη ζωή. Γιατί μονάχα αυτή είναι ότι μας κάνει στιγμιαία αθάνατους.

Γελάω ειρωνικά και αθεόφοβα όταν με δοκιμάζουν.

Και αυτό είναι η μεγαλύτερη κατάκτηση μου πια.





Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα | Κατερίνα Καλαμπάκα


Γεννήθηκε σαν σήμερα η Λιλή Ζωγράφου στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1922. Υπήρξε Ελληνίδα, συγγραφέας, κριτικός και δημοσιογράφος. Ο πατέρας της έντονος φιλελεύθερος και εκδότης εφημερίδας μεταδίδοντας έτσι στην κόρη του το πάθος του για ελευθερία ψυχής, λόγου και τύπου.

Σπούδασε Φιλολογία σε Ελλάδα κι εξωτερικό. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής κι ενώ ήταν έγκυος φυλακίστηκε για τις ιδέες της και την αντιστασιακή της δράση γεννώντας στη φυλακή την κόρη της, η οποία είναι η ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη. Αφού αποφυλακίστηκε ταξίδεψε πολύ, έζησε στη Γαλλία κι εργάστηκε ως δημοσιογράφος.

Εμφανίστηκε στην ελληνική λογοτεχνία το 1949 με τη νουβέλα “Αγάπη”. Μετά από αρκετά χρόνια εκδίδει ένα βιβλίο για τον Καζαντζάκη που την κάνει αρκετά γνωστή. Όλο αυτό το καιρό γράφει στο περιοδικό “Γυναίκα” πολιτικοκοινωνικά άρθρα γεμάτα ανατρεπτικότητα και εξέργεση με φόβο να εξοργίσει εξουσία και στρατό. Ενέπνεε τις γυναίκες της εποχής γράφοντας σ' αυτό το περιοδικό και τους νέους της εποχής κι αυτό ήταν κάτι που απογείωσε το ενδιαφέρον του κόσμου να την γνωρίσει μέσα από τις λέξεις της.

Έπειτα έγραψε ένα βιβλίο για την ποίηση του Ελύτη κι ενώ άφησε τον ίδιο τον ποιητή να διαβάσει τη σκέψη της και την άποψη της πάνω στο έργο του εκείνος της απαγόρευσε να το δημοσιεύσει. Εκείνη μετά λύπης της δεν έκανε πίσω γιατί είχε μάθει να υπερασπίζεται μέχρι τέλους την άποψη της ακόμη κι αν αυτή αφορούσε έναν νομπελίστα.

Αυτή η πνευματική ελευθερία, η εγρήγορση και η έντιμη μαχητικότητα είναι χαρακτηριστική της Ζωγράφου σε όλα όσα έκανε και έγραψε, ακόμη και στα «λάθη» της. Δημοσίευσε 24 βιβλία (μυθιστορήματα, νουβέλες και δοκίμια) που έχουν κάνει αλλεπάλληλες εκδόσεις. Έγραψε σημαντικά δοκίμια για Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Επιπλέον, το μυθιστόρημά της «Η αγάπη άργησε μια μέρα» (1994) διασκευάστηκε για την ελληνική τηλεόραση. Ο λόγος της υπήρξε αντισυμβατικός και χαρακτηρίστηκε ως η σκοτεινή θεά Εκάτη της λογοτεχνίας μας. Μπορούμε, τέλος, να πούμε πως έστρωσε το δρόμο της γυναικείας ελληνικής κριτικής κι ότι περπάτησε στην ελληνική φεμινιστική λογοτεχνία με καμάρι.

Άλλα έργα: «Βιογραφία – Άπαντα Μ. Πολυδούρη» (1961), «Και το χρυσάφι των κορμιών τους» (1961), «Οι καταραμένες» (1962), «Οι Εβραίοι κάποτε» (1966), «Ο ηλιοπότης Ελύτης» (1971), «Επάγγελμα: Πόρνη» (1978), «Η γυναίκα σου η αλήτισσα» (1984), «Νύχτωσε αγάπη μου, είναι χθες» (1990)

Στον άνθρωπο | Γωγώ Λιανού



Σέρνω την ψυχή μου σ’ ένα κόσμο που αναστενάζει απ’ την οδύνη.
Την οδύνη που του χάρισαν τα σκυλιά με τις γραβάτες.
Κοίτα με.
Παίρνω τις γραβάτες τους και φτιάχνω θηλιές.
Σέρνω την ψυχή μου με φασαρία, μήπως σας ξυπνήσω.
Φοβάμαι πως θα τα καταφέρω.
Ψιθυρίζω μοιρολόγια για τα παιδιά στις φυλακές.
Για εκείνα που τα βράδια κλαίνε.
Εκείνα τα παιδιά που ορκίζονται για το αύριο.
Ψιθυρίζω για μένα μοιρολόγια.
Γι α τον έρωτα που ‘χει γίνει πόρνη.
Την κερνάω ποτά να την πλανέψω.
Κοίτα τι ωραία που κόβω το λαιμό μου.
Πάρε το αίμα να πλυθείς.
Να γίνουν όλα κόκκινα να γλυτώσουμε.
Θα γλυτώσουμε ποτέ;
Και το βάρος στους ώμους;
Ο πόνος στην πλάτη;
Θα φύγουν ποτέ;
Όλα θα τα γιατρέψει η φωτιά.
Σώπασε.
Κλαίνε τα παιδιά στις φυλακές.
Άκου.
Η μέρα πλησιάζει.


Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Κύματα της πλάτης | Mαριλένα Κολλάρου

Κυματάκια της πλάτης.
Η γλώσσα
μικρό πειρατικό που τα διασχίζει,
ακολουθώντας
το πιο παράλογο
μια κατακόρυφη γραμμή ορίζοντα.
Μονάχα σαν γυρνάς την πλάτη
επιστρέφει ο ορίζοντας στο πόστο του.

Διασχίζω τους ωκεανούς
και τα αλάτια των ιδρώτων
ανακαλύπτοντας βραχονησίδες
τις οποίες διεκδικώ  να κατακτήσω
με τη γλώσσα
με τα χέρια
με τα μαλλιά
με στόλους ολόκληρους
σε χρόνο απροσδιόριστο.

Σε θέλω όπως ο θαλασσινός τα κύματα…
Με φόβο, προσδοκία
επιμονή
απαισιοδοξία.
Σε θέλω · να ξανοιχτώ μακρύτερα
στους χάρτες
να δέσω μέρα μεσημέρι
σε λιμάνι
σε λαιμό δυσπρόσιτο.

Αrtwork: Apollonia Saintclair


Ο Μάνος Χατζιδάκις, η Λιλί Μαρλέν και μία ιστορία -σαν παραμύθι- για το πρώτο τραγούδι της μουσικής μας ιδιοφυΐας. | Tάσος Μάλεσιαδας

Επί της επετείου του θανάτου του...

Είμαι φανατικός ακροατής του Μάνου Χατζιδάκι.


   Μέσα στην ψυχή μου ολογυρνά και αέρινα ξεδιπλώνεται κάθε συγχορδία που μες απ' τα χέρια, το μυαλό, τα ατέλειωτα τσιγάρα πάνω από τις παρτιτούρες του γεννήθηκε. Από την «Οδό Ονείρων» ως τον  «Μεγάλο Ερωτικό» και από τα κινηματογραφικά του έργα ( που τόσο τα υποτιμούσε ) ως τον «Οδοιπόρο, το μεθυσμένο κορίτσι και τον Αλκιβιάδη». Γνωστά ή άγνωστα, αγαπημένα ή όχι και τόσο, τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι θίγουν κάθε έκφανση ενός νου. Από τα αισθαντικά ΤΟΥ μέρη ως και την πολιτικοποιημένη χροιά και από την εσώτερη έκφραση ως και την κραυγή. 

   Μα περισσότερο απ' όλα ένα τραγούδι του μού προξενεί τη μεγαλύτερη συγκίνηση και αν μπορώ να το πω με σιγουριά, είναι και το αγαπημένο μου τραγούδι του.

          «Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς»

 Όπως μας αφηγείται και ο ίδιος, στο ένθετο του δίσκου του « ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ 2000 Μ.Χ.», το τραγούδι αυτό κρύβει μία ιστορία σαν παραμύθι, αντάξια της μελωδίας του. Γράφτηκε μες στα χρόνια της Κατοχής και πρωτακούστηκε στην ταινία «Δύο Κόσμοι», του 1949, όπου και το τραγούδησε η Ίντα Χριστινάκη που πρωταγωνιστούσε.

«Στη διάρκεια της κατοχής ακούγαμε ένα τραγούδι, που ιδιαίτερα εμένα, με είχε συγκλονίσει. Την “Λιλή Μαρλέν”. Ένα κορίτσι που κάθε βράδυ πήγαινε στους στρατώνες και όλοι τη φώναζαν με τ’ όνομά της, ώσπου ένα βράδυ, βγαίνοντας έξοδο οι στρατιώτες δεν την βρίσκουν. Η “Λιλή Μαρλέν” είχε πεθάνει. Και οι στρατιώτες, λυπημένοι, τραγουδούσαν το τραγούδι της, γνωρίζοντας πως δεν θα την ξαναδούν ποτέ.
Τόσο μου ταίριαζε αυτό το τραγούδι, που έμαθα να το παίζω στο πιάνο σαν να διηγούμαι την ιστορία του κοριτσιού. Και όλοι ήθελαν να ακούσουν το τραγούδι από εμένα παιγμένο στο πιάνο. Τόσο οι δάσκαλοί μου όσο και οι φίλοι μου.
Μαζί με ένα φίλο μου -δεκαεξάχρονο εκείνο τον καιρό- τον Γιάγκο Αραβαντινό, μαγεμένοι από τη φωνή της κοπέλας που το τραγουδούσε, της Λάλε Άντερσεν, αποφασίζουμε να γράψουμε γι’ αυτήν ένα τραγούδι μεσογειακό -απάντηση στη βόρεια Λιλή Μαρλέν- που θα της το δίναμε να το τραγουδήσει, όταν θα τελείωνε ο πόλεμος. Και γράψαμε το “Ήρθε βοριάς ήρθε νοτιάς”. Ο πόλεμος τελείωσε. Ξεχάσαμε την “Λιλή Μαρλέν” και την Λάλε Άντερσεν.
Το ’61, που όλος ο κόσμος τραγουδούσε “Τα παιδιά του Πειραιά”, η Φραγκφούρτη με καλεί επίσημα, για να μου δώσει ο δήμαρχος το κλειδί της πόλης. Φτάνω στις επτά το βράδυ, χειμώνα, μ’ ένα τετρακινητήριο αεροπλάνο. Με περίμεναν τρεις χιλιάδες κόσμος, μια μεγάλη ορχήστρα που έπαιζε το τραγούδι μου και όλοι οι ραδιοφωνικοί σταθμοί της Ευρώπης. Από την ώρα που κατέβηκα απ’ τ’ αεροπλάνο, βρισκόταν συνέχεια πλάι μου μια κυρία με άσπρη και γκρίζα γούνα, που χαμογελούσε και της μιλούσαν όλοι με σεβασμό. Σε μια στιγμή ακούω να την ρωτάει ένας ρεπόρτερ ραδιοφωνικού σταθμού: Και σεις, κυρία Άντερσεν, μετά την “Λιλή Μαρλέν”, η πιο μεγάλη σας επιτυχία είναι το “Ένα καράβι έρχεται;” (έτσι έλεγαν τα “Παιδιά του Πειραιά” στην Γερμανία). Και ένας άλλος συμπληρώνει την ερώτηση: Κυρία Άντερσεν το “Ένα καράβι έρχεται” ήταν η θριαμβευτική σας επιστροφή στο τραγούδι; Διακόπτω τη συζήτηση και την ρωτάω μπρος στα μικρόφωνα των ραδιοφωνικών σταθμών αν είναι η Λάλε Άντερσεν. Μα φυσικά είμαι, μου απάντησε γλυκά. Και τότε αρχίζω και διηγούμαι όλη την ιστορία μου από την κατοχή. Γίναμε φίλοι και μου ζήτησε να τραγουδήσει το τραγούδι αυτό. Της το έδωσα και πήρε ένα δεύτερο χρυσό δίσκο».

Αυτή είναι η πανέμορφη ιστορία ενός από τα πρώτα τραγούδια του μεγάλου συνθέτη. Ένα πρελούδιο των επερχόμενων μοναδικών τραγουδιών του, με τη γλυκύτητα της νιότης, την αγχίνοια της ιδιοφυίας και τον Έρωτα. Τον Έρωτα που ύμνησε, ενσάρκωσε, διέδωσε και χρωμάτισε. Θα το συναντήσουμε δισκογραφικά στη «Ρωμαϊκή Αγορά» σε εκτέλεση Ηλία Λιούγκου και Μάνου Χατζιδάκι καθώς και στο «ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ 2000 Μ.Χ.» σε δική του εκτέλεση. Τραγουδισμένη με τον ιδιαίτερο τρόπο του, τον ίδιο τρόπο τον οποίο ζητούσε από τους καλλιτέχνες να τραγουδήσουν τα κομμάτια του.

          
 «Ήρθε βοριάς ήρθε νοτιάς»

                                                                               
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις                   
Στίχοι: Γιάγκος Αραβαντινός


Αγάπη μου, σε γύρευα σ’ αυγή και σε φεγγάρι
και στα ψηλά τα σύννεφα σε γύρευα τυφλός
μα ήρθε ο καιρός, ήρθε η βροχή κι η δροσερή σου χάρη
αγάπη μου, σε γύρεψα γιατί ήσουν ουρανός.
                                                  
Κι αν ο Θεός που σ’ έπλασε με μιαν ευχή μεγάλη
να ’χεις αστέρι στα μαλλιά και μια χρυσή καρδιά
στ’ αλώνια ευθύς υψώθηκε το χρυσαφένιο στάρι 
κι η αγάπη μου μ’ αγάπησε γιατί ήμουν ουρανός.

Αγάπη μου, πώς σ’ έχασα, πώς η καρδιά μου εστάθη
και τα πουλιά σ’ αρπάξανε μες στην πολλή βροχή
ήρθε νοτιάς, ήρθε βοριάς το κύμα να σε πάρει
αγάπη μου, που μού ’φυγες γιατί ήσουν ουρανός.

Zήσε | Έλλη Πράντζου


Κάνε σήμερα κάτι τρελό.
Τόλμα εκείνο το απονενοημένο
που ονόμασες φόβο αυθαίρετα.
Μοίρασε χαμόγελα
τα για τους πολλούς “άνευ λόγου”
(αυτά είναι τα καλύτερα).
Χάρισε ένα βλέμμα τολμηρό
σ' εκείνη που ποθείς όσο τίποτε.
Κλείσε πονηρά το μάτι
σ' εκείνον που έγινε η αιτία
των ξενυχτιών σου.
Πες ένα τεράστιο όχι
σε ό,τι δε γουστάρεις.
Φώναξε ένα μεγαλειώδες ναι
σε όσα σε κάνουν να νιώθεις ζωντανός.
Προχώρα όταν σου φωνάζουν μη.
Γέλα μέσα στα μούτρα της μιζέριας τους
με θράσος.
Κάνε σήμερα κάτι τρελό.
Πες ένα σ' αγαπώ που να εννοείς.
Αποκάλυψε ένα κομμάτι σου ακόμη
στον εαυτό σου που αρνείται να παραδεχτεί
το σκοτάδι σου.
Γκρέμισε μια άμυνα για τον έρωτα.
Χτίσε μια αξέχαστη στιγμή
για ένα μαζί.
Έτσι για την αλλαγή
αγάπα το τώρα κοιτώντας μπροστά.
Κάνε σήμερα κάτι τρελό.
Ζήσε.



Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Το καλοκαίρι στα μάτια σου | Πράξια Αρέστη

Καλοκαίρι. Μια εποχή. Μία εποχή από τις τέσσερις. Η πιο αγαπημένη εποχή με τους τρεις πιο αγαπημένους μήνες.



Καλοκαίρι σημαίνει ήλιος, θάλασσα, διακοπές, κοκτέιλ και συναυλίες.

Το καλοκαίρι είναι μέσα μας. Είναι η χαρά, η ευθυμία, οι μυρωδιές, οι όμορφες αναμνήσεις. Είναι το αντίθετο του γκρίζου χειμώνα. Πόσοι έχουμε το καλοκαίρι μέσα μας και για πόσο;

Το δικό μου καλοκαίρι είναι στα μάτια σου. Κάθε πρωί που ξυπνώ και βλέπω τα μάτια σου να με κοιτάνε με στοργή και αγάπη, νιώθω μέσα μου τη γλυκιά ζεστασιά του καλοκαιριού. Νιώθω σίγουρη και ασφαλής. Νιώθω όμορφη και ανάλαφρη. Σα να είμαι διακοπές χωρίς καμία έγνοια.

Με κοιτάς και καλοκαιριάζει κι έξω ας έχει βροχές και καταιγίδες.

Κάθε πρωί φέρνεις το καλοκαίρι στο δωμάτιό μου όπως οι χρυσές ακτίνες του ήλιου που μπαίνουν από το παράθυρό μου.

Με ξυπνάς αγγίζοντάς με τρυφερά για να μη μου ταράξεις τα όνειρα, με φιλάς στο μάγουλο και μου μιλάς σιγά. Μου λες πως πρέπει να πάμε δουλειά κι εγώ θέλω λίγο ακόμη να κυλιστώ στα σεντόνια και να τεμπελιάσω μαζί σου. Θέλω λίγο ακόμη να χαθώ στη γλυκάδα των ματιών σου και να γευτώ την πρωινή μυρωδιά της σάρκας σου.

 Έτσι είναι τελικά όταν σ' αγαπούν. Χάδια, ψίθυροι, χαμόγελα, οργασμοί και δάκρυα χαράς. Όταν σ' αγαπούν είναι πάντα καλοκαίρι.