Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2020

Βιβλιοκριτική | Βίβιαν Μάρκου - Το κορίτσι που αγαπούσε τα βιβλία | Νινέτα Πλυτά




Ένα ιδιαίτερο βιβλίο, στο οποίο η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια σχεδόν άγνωστη πλευρά του νομίσματος, αυτή του εκδότη. Μου φάνηκε πολύ έξυπνη ιδέα καθώς είναι συχνό οι πρωταγωνιστές να είναι συγγραφείς ή αναγνώστες αλλά όχι εκδότες.

Στην αρχή η ιστορία αφορά έναν έρωτα με φόντο...έναν εκδοτικό οίκο. Πρόκειται για τον έρωτα μιας επιμελήτριας εκδόσεων - στελέχους ενός μικρού εκδοτικού οίκου. Έπειτα, η ιστορία αφορά έναν μισογύνη συγγραφέα και την πλεκτάνη που στήνει στην πρωταγωνίστρια. Τελικά, όμως, η ιστορία αφορά ένα κορίτσι, που αγαπούσε τα βιβλία, και την πραγματοποίηση των ονείρων της.

Το βιβλίο αυτό μου άρεσε για αρκετούς λόγους. Αρχικά, είναι γραμμένο με απίστευτο χιούμορ. Γελούσα συνέχεια με τις γκάφες της πρωταγωνίστριας αλλά και τον τρόπο αφήγησης. Η ιστορία παρουσιάζεται μέσα απ' τα μάτια της πρωταγωνίστριας και ο εσωτερικός μονόλογος, σε συνδυασμό με τον αυτοσαρκασμό, αποδίδουν άψογα την τρέλα της (γιατί, δε θα σας το κρύψω, έχει μια δόση τρέλας). Με χιούμορ θίγεται και το ζήτημα της αυτοπεποίθησης της πρωταγωνίστριας (στη θέση της οποίας θα μπορούσε να είναι η καθεμία και ο καθένας από μας), καθώς δεν μπορεί να πιστέψει ότι την ερωτεύτηκε ένας τόσο ''τέλειος'' άνθρωπος.

Ακόμη, έμαθα διάφορες λεπτομέρειες για την διαδικασία έκδοσης ενός βιβλίου. Για παράδειγμα, δεν γνώριζα ότι υπήρχαν ειδικοί αναγνώστες. Ναι, υπάρχουν ειδικοί αναγνώστες "που πληρώνουν οι εκδοτικοί οίκοι για να διαβάζουν τα χειρόγραφα τα οποία λαμβάνουν, και είτε να τα απορρίπτουν είτε να τα εγκρίνουν" - count me in! Where do I sign?

Πιστεύω ότι η πρωταγωνίστρια συμβολίζει κάθε φανατικό αναγνώστη. "Αν με ξεχώριζε κάτι από τα άλλα παιδιά, από το δημοτικό σχολείο ακόμη, ήταν η λατρεία μου για τα βιβλία. Δεν ήθελα μόνο να τα διαβάζω· ήθελα να τα μυρίζω, να τα ψαχουλεύω, να τα κοιτάω υπό διάφορες γωνίες, να τα τοποθετώ με βάση το ύψος και το πάχος τους πάνω στα ράφια της μικρής βιβλιοθήκης μου." Ταυτίζομαι με την πρωταγωνίστρια και προχωρώ συμπληρώνοντας: θέλω να έχω πάντα ένα στην τσάντα μου, να τα βγάζω φωτογραφίες (γιατί σίγουρα έχουν μεγαλύτερη φωτογένεια από μένα), να μιλάω συνέχεια γι' αυτά, ακόμα και σε ανθρώπους που δεν διαβάζουν, και κάποτε να καμαρώσω το δικό μου βιβλίο στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου.

Στο τέλος της ιστορίας, που από ερωτική-βιβλιοφαγική περνά σε μυστήριο κι έπειτα σε αυτοβελτίωση, η πρωταγωνίστρια αποφασίζει να παλέψει για το όνειρό της και από επιμελήτρια σ' έναν μικρό εκδοτικό οίκο με θεματολογία που την αφήνει αδιάφορη, να ιδρύσει τον δικό της εκδοτικό, ως εκδότρια πλέον. Έτσι, έχει επιτέλους την ευκαιρία να κάνει αυτό που αγαπά, με τους δικούς της όρους. Μπορεί πλέον να φροντίσει " τα χειρόγραφα που ονειρεύονταν να γίνουν βιβλία. Να τυπωθούν σε μεγάλα ωραία χαρτιά. Να διπλωθούν, να ραφτούν και να κολληθούν. Να αγκαλιαστούν από όμορφα εξώφυλλα. Να ταξιδέψουν στους πάγκους των βιβλιοπωλείων. Να αγοραστούν από δύο τρυφερά χέρια και δύο φιλοπερίεργα μάτια γεμάτα ελπίδα. Να μπουν σε σπίτια. Να τρυπώσουν σε βιβλιοθήκες. Να ξαπλώσουν με αγαλλίαση σε κομοδίνα. Να ανοίγουν και να κλείνουν κάθε βράδυ. Και να τους χαρίσουν το πολυτιμότερο δώρο: έναν σελιδοδείκτη."

Υ.Γ. Μου έκανε εντύπωση που δεν γνώριζα αυτό το βιβλίο ενώ είναι σχετικά πρόσφατο (εκδόθηκε το 2017). Ακόμη, η πρώτη έκδοση περιελάμβανε 3.000 αντίτυπα, ίσως από επιφυλακτικότητα για μια (ενδεχομένως) νέα συγγραφέα (με εμπειρία όμως στις εκδόσεις), εξού και η επιλογή ψευδωνύμου. Προσωπικά, συστήνω αυτό το βιβλίο σε όποιον αγαπά την ανάγνωση αλλά και σε όποιον αναζητά πολύ γέλιο σε συνδυασμό με λογοτεχνικό μυστήριο!



Μερικές πληροφορίες για τη συγγραφέα: https://www.fractalart.gr/vivian-markou/

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2020

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020

Θεοχάρης Παπαδόπουλος | Ο κοντύτερος άνθρωπος της πόλης



Ο κύριος Δημητράκης μπήκε στο σπίτι του. Κλειδώθηκε καλά-καλά μέσα και βούλιαξε στον καναπέ συλλογισμένος. Λίγο αργότερα, σηκώθηκε με κόπο και πήγε στην τουαλέτα. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο, πήγε κατευθείαν στο νιπτήρα, άνοιξε τη βρύση κι έριξε μπόλικο νερό στο ιδρωμένο πρόσωπό του. Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη κι αναστέναξε:

-Αχχχ!!! Κυρ-Δημητράκη. Την έβγαλες και σήμερα και κατευθύνθηκε βαρύς προς τον καναπέ.

Ο κύριος Δημητράκης είχε ένα πρόβλημα. Ήταν κοντός. Πολύ κοντός. Ήταν ο κοντύτερος άνθρωπος της πόλης. 

Όταν ήταν παιδί, από ένα σημείο και μετά, έπαψε να ψηλώνει. Οι γονείς του τον πλάκωσαν στα γάλατα και στα συμπληρώματα διατροφής. Το μόνο, που κατάφεραν ήταν να τον παχύνουν, όχι, όμως, να τον ψηλώσουν. Όταν το πήραν απόφαση ότι δεν ψήλωνε άλλο, άρχισαν να αδιαφορούν. Δεν του έλεγαν τίποτα, αλλά το έβλεπε στις εκφράσεις τους ότι τον αντιμετώπιζαν σαν άρρωστο.

Στο σχολείο τα πειράγματα έπεφταν βροχή. Οι δάσκαλοι τον αγνοούσαν ενώ υπήρχε καθηγητής, που του έβαζε κάθε φορά ένα βαθμό χαμηλότερο απ’ όσο άξιζε, γιατί ήταν κοντός. Οι συμμαθητές του δεν τον έκαναν παρέα και αν ενδιαφέρονταν γι’ αυτόν ήταν μόνο για να τον πειράξουν. Όνομα δεν είχε στο σχολείο. Κοντό τον ανέβαζαν, νάνο τον κατέβαζαν. Δεν άντεξε. Στα 14 αρνήθηκε να ξαναπάει στο σχολείο.

Μεγαλώνοντας τα πράγματα χειροτέρεψαν. Όταν τον πήραν φαντάρο, ήταν τέτοια τα πειράγματα, που του κάνανε, που λίγες μέρες μετά πήρε απαλλαγή. Όμως, ο έξω κόσμος δεν ήταν καλύτερος. Πολλοί τον πάταγαν στον δρόμο. Υπήρχαν τρεις τύποι ανθρώπων, που τον πάταγαν: Οι πρώτοι ήταν αυτοί, που τον πάταγαν επίτηδες και το έδειχναν γελώντας σαδιστικά, όπως θα πάταγαν μυρμήγκια και κατσαρίδες. Οι δεύτεροι ήταν εκείνοι, που έκαναν πως δεν τον είδαν και γελούσαν μέσα τους. Υπήρχαν κι εκείνοι, που κοίταγαν μονίμως ψηλά, ν’ αρπάξουν καμιά εύνοια. Αυτοί δεν τον έβλεπαν στ’ αλήθεια. Συνήθως όσοι χαμήλωναν το βλέμμα να τον κοιτάξουν, τον έβλεπαν αφ’ υψηλού. Κάποτε κάποιος πήγε να τον πατήσει κι ένας φίλος του, που περπατούσε δίπλα του, είπε:

-Έι! Μην πατάς τα σκατά! Ο κύριος Δημητράκης πικράθηκε πολύ. Θα προτιμούσε να τον είχαν πατήσει.

Εκτός από αυτούς, που τον πάταγαν, υπήρχαν και κάποιοι ακόμα χειρότεροι. Υπήρχαν εκείνοι, που αφού τον έβριζαν αισχρά, του έβαζαν χέρι. Κάποιος είχε δοκιμάσει να τον γδύσει και θα το είχε κάνει αν δεν είχε φοβηθεί τους περαστικούς.

Σε όλα αυτά ο κύριος Δημητράκης δεν αντιδρούσε. Ένιωθε πολύ αδύναμος. Πως θα τα έβαζε μαζί τους αυτός ο κοντός ανθρωπάκος, που μπορούσε να διαλυθεί στην πρώτη σφαλιάρα; Έκανε υπομονή και όταν γυρνούσε στο σπίτι του, μόνος και ασφαλής έβριζε και ξεθύμαινε.

Εκείνη τη μέρα, ο κύριος Δημητράκης είχε επιστρέψει στο σπίτι του, εξουθενωμένος. Τον είχαν πατήσει πολλές φορές και κάποιος τον είχε κλωτσήσει σαν σκουπίδι. Δεν πήγαινε άλλο. Κάτι έπρεπε να κάνει. Κάτι, που να του εξασφάλιζε ότι δεν θα τον ξαναπατούσε και δεν θα τον ξαναπείραζε κανείς.

Ο κύριος Δημητράκης σηκώθηκε από τον καναπέ, βεβαιώθηκε ότι όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά και πήγε με αργές αλλά αποφασιστικές κινήσεις στην κουζίνα. Άνοιξε ένα ντουλάπι, έβγαλε το γκαζάκι και το άνοιξε. Στη συνέχεια πήγε στην κρεβατοκάμαρα, ξάπλωσε στο κρεβάτι και έκλεισε τα μάτια του. Τότε είδε πολύ κόσμο να τον πλησιάζει και όλοι του χαμογελούσαν. Όλοι του μιλούσαν ευγενικά. Κανένας δεν τον πατούσε πια. Κανένας δεν τον πείραζε. Και ο κύριος Δημητράκης ψήλωσε. Ψήλωσε πολύ.

Με τα φτερά του Ικάρου | Βαγγέλης Μάγειρος

Δύο παιδιά γεμάτα αλμύρα,
Κατακτούν τη γύρω θάλασσα.
Έμοιαζαν κάποτε πολύ,
Μα τώρα είναι ίδια με κάποιους άλλους.
Φοράνε κέρινα φτερά,
Και σπάνε πλάκα με τον ήλιο.
Μπορεί να τους τα λιώσει εύκολα,
Και το έκανε παλιά.
Πρόλαβαν όμως τα φόρεσαν,
Και πέταξαν κοντά του.
Κρίμα που δεν μπορούσαν,
Να δουν την ομορφιά τους.


Θέμις Ιππέκη | Μοναξιά


Πουλιά αλλιώτικα, χαμένα από το νόημα τους, αγριεμένα κοράκια να τρώνε τα κόκαλα τους,

ξερόχορτα, σπασμένα κλαριά, ξεριζωμένα φύλλα

στο κελάρι της μοναξιάς πως τρύπωσαν κι απόκαμαν,

μην βλέποντας κάτι απ’ τη ζωντανή την ένωση στις άκρες των φρυδιών τους

ούτε ακούγοντας τον δρόσο να στάζει μεταμέλεια

να στέλνει όλα του κόσμου τ’ απάνθρωπα στα μετερίζια του Άδη

απ’ τις βαριές ημέρες πάνω απ’ τα καυτά χώματα,

στης στέπας το μπουντρούμι.

Ορφάνεψαν τα σώματα – κι η κυρά άφαντη-

μήτε πίνοντας τη βροχή να μεθάει με κρυστάλλους από ζάχαρη ,

ν’ ανοίγουν νυχτολούλουδα ,ν’ ανασταίνονται οι κρίνοι

απ’ τις πολύπαθες νύχτες , κάτω απ’ τα ξελογιασμένα άστρα,

στης κρυωμένης κουβέρτας το μόνο χάδι.

Ερημωμένοι οι βραχώδεις κρόταφοι, καημούς δαγκώνουν τα λεπτά χείλη

με τα χέρια ξεχειλωμένα βαριά φορτία, αφού μ’ άλλα δεν μοιράστηκαν τα βάρη

με τα πόδια δυο πέτρες θαμμένες στα πατρικά μάρμαρα, αφού ξένες χώρες κι άτσαλα αλισβερίσια με του χρόνου τα καμώματα τις μίκρυναν

με την καρδιά αλλοδαπή παραδουλεύτρα μ’ αφεντικό την ντόπια εξουσία του πόνου,

στα κρυφά να μπαλώνει τις τρύπες της ποδιάς, τα φαγωμένα μαντήλια απ’ τα βάσανα του φόβου,

στα κλεφτά να στρώνει την μακριά πλεξίδα, οι γκρίζες τρίχες φεγγρίζονται κι πέφτουν απ’ το φαρμάκι της λησμονιάς

είναι τούτο εδώ το μέρος, της μοναξιάς , φάλαγγα δίχως δόρατα

φτωχό κι μολυσμένο , σκληρό κι αλλοιωμένο

κυβερνά εδώ ο Χάρος, δίχως αργίες, Κυριακές κι καλοκαίρια

κι εμείς όλα τ’ απωθημένα, τ’ ανάπηρα παιδιά του ,

μαστόρια δικά του να δουλεύουμε, να τον ξενυχτάμε , να τον αναγεννάμε.