Κυριακή, 10 Μαΐου 2020

Τελικός προορισμός | Τάσος Μαλεσιάδας



"Στη μητέρα μου
που δε με άφησε ποτέ
ενώ εγώ έφυγα"

Ήταν τότε που τα μάτια της σφάλισαν και ένιωσα τις κλειδωμένες πόρτες να με σφίγγουν σαν ηλάγρες - το σφίξιμο στο στομάχι θα έμενε πολύ καιρό ακόμα και ερχόταν από πολύ καιρό νωρίτερα- και πλάι στα παλιά αγάλματα του πάρκου έπαιρνα κι εγώ τη θέση μου, έτοιμος να αφηγηθώ τις ιστορίες μου για το πώς άφησα τη βροχή να με ξεπλύνει ή για εκείνες τις γυμνές γυναίκες που παρέσυρα στην ηδονή πίσω από τις θημωνιές Ξεδιάντροπος εξομολογητής στιγμών που έπρεπε να μείνουν κρυφές και δακρύων που ποτέ δε χύθηκαν έγκαιρα.
Τα καράβια που ανεβήκαμε δεν είχαν συνειρμούς και για αυτό στραφήκαμε στα τρένα, μα δεν είχαμε να περιμένουμε δικαιοσύνη από πουθενά κι ας ευαγγελιζόμασταν τους αγαθούς, δύο ερωτικά ποιήματα και δέκα τραγούδια στιγμάτισαν τις ζωές μας, ίδια μωσαϊκές εντολές ( που τις κατακρημνίσαμε σε έναν βωμό παγανιστικό για λίγη ψόφια ξένη σάρκα ).
Έτσι μπορούσα να κρατήσω στη μνήμη μου πολλά σπουδαία ή λιγότερο σπουδαία πράγματα, ακόμα και αν οι επιλήσμονες με ρωτούσαν το γιατί - ποιος μπορεί να απαντήσει σε επανειλημμένες απορίες χωρίς να απαυδήσει- ίσα για να δικαιολογήσω την άγνοιά μου στα σημαντικά και να τους δείξω ότι δεν είμαι σαν εκείνους.
Και τις νύχτες ρωτούσα τους πλευρικούς φανούς των πλοίων να μου δείξουν το μέλλον ώσπου παρασύρθηκα από την πολυλογία τους και κατέληξα στη θάλασσα - παιδί μου, πότε θα επιστρέψεις; ρωτούσε η μητέρα, - έχω ακόμα πολλούς βυθούς να κυλήσω, μητέρα, αποκρίθηκα- κι από τότε έπαψε να μαραζώνει και επισκέφτηκε το άγαλμά μου στο πάρκο ή μια φωτογραφία πάνω στον κομό όπου φοράω τη στολή μου και τα ποτίζει αδιάλειπτα με τα μάτια της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου