Τρίτη, 19 Μαΐου 2020

Επέστρεψε | Γιώργος Ρήγας



Πριν κλείσει την πόρτα της κάμαρας γύρισε το κεφάλι και κοίταξε πίσω,να βεβαιωθεί πως δεν ξέχασε τίποτα. Τα λίγα ρούχα ένα κουβάρι άτσαλα ριγμένο μέσα στη μικρή χακί τσάντα. Δυο-τρία βιβλία, κάτι μισοσχισμένα χαρτιά με περίεργες σημειώσεις και μουτζούρες και μια παλιά φωτογραφική μηχανή. Όχι,δεν είχε αφήσει τίποτα πίσω. Μόλις βγήκε στο δρόμο ένιωσε να ξυπνάει με το φως της μέρας. Περπάτησε ως το τέλος του δρόμου που έβγαζε στην προβλήτα του παλιού λιμανιού. Στάθηκε. Κοίταξε κι εκεί, στα ξύλινα καθίσματα δίπλα στο κύμα. Έστριψε στ’ αριστερά και βάδισε στην άκρη της προκυμαίας, πλάι στη λεωφόρο. Περπατούσε αργά,νωχελικά κoιτώντας τη θάλασσα στο βάθος κι ανάγκαζε τους υπολοίπους να προσπερνάνε με προσωρινά βιαστικό βήμα. Σαν να προσπαθούσε να ξοδέψει λίγο χρόνο παραπάνω. Η ώρα πέρασε, κόντευε μεσημέρι .Δεν σταμάτησε να περπατά μέσα στην πόλη, κοιτώντας γύρω συνεχώς με την περιέργεια ενός μικρού παιδιού και -που και που- έριχνε βιαστικές ματιές στο ρολόι, που έδειχνε πια είκοσι λεπτά πριν τις 3. Ο άνεμος είχε σκορπίσει τα τελευταία σύννεφα που είχαν μείνει απ’τη χθεσινή βροχή κι ήλιος έκαιγε πολύ πλέον. Έψαξε για σκιά, να σταθεί λίγο πριν ξεκινήσει για το σταθμό. Ξεκίνησε ξανά μόλις βρήκε όρεξη. Το βήμα έγινε τώρα ακόμα πιο βαρύ, όμως -για πρώτη φορά- έφτασε στο τρένο νωρίς. 15:05. Στο παράθυρο, σαν μακρινή φιγούρα πάνω στις άχαρες απέναντι πολυκατοικίες, το είδωλο ενός γνώριμου προσώπου. Δεν πήρε το βλέμμα απ’το είδωλο αυτό, εκτός από μια στιγμή που κοίταξε ξανά στην μικρή τσάντα. Όλα τα πράγματα ήταν εκεί. Σηκώθηκε την τελευταία στιγμή, περπάτησε με βήμα που δε θύμιζε σε τίποτα τον προηγούμενο ρυθμό του. Βγήκε απ΄το σταθμό τρέχοντας κι άφησε το τρένο να φεύγει απ’την αντίθετη κατεύθυνση.

Η τσάντα γεμάτη, βαριά.

Κάτι, όμως, είχε αφήσει πίσω. Επέστρεψε. Ξανά.

                           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου