Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Πέντε νύχτες σε μια σοφίτα στο Παρίσι | Στέλιος Πουρνής


Φυσικά επισκέφτηκα το πύργο του Άιφελ. Ναι, περιπλανήθηκα στο μουσείο του Λούβρου και θαύμασα τα γνωστά αγάλματα και πίνακες.. (Ιδίως το άγαλμα : Έρως και Ψυχή του Antonio Canova . Ο πρώτος συμβολίζει το σώμα, δηλαδή τον υλισμό ενώ η ψυχή τον ιδεαλισμό.) Τέλος χάθηκα στο παλάτι των Βερσαλλιών και στους ατελεύτητους κήπους του. Ενώ με μια βαρκούλα έκανα κουπί σε μια από τις λίμνες του. ( Ναι, κάποτε οι Βασιλείς της Γαλλίας είχαν δικές τους λίμνες στις αυλές των ανακτόρων τους ).


Όταν η μέρα έφτανε στο τέλος της επέστρεφα σε σπίτι που είχα “κλείσει” μέσω airbnb. Το κρεβάτι μου βρισκόταν σε μια σοφίτα. Από κείνες με το ξύλινο πάτωμα και το χαρακτηριστικό στρόγγυλο παραθυράκι το οποίο άνοιγα, παρά το κρύο της Παριζιάνικης νύχτας, αναπαράγοντας ένα σιγανό τρίξιμο. Το σπίτι βρισκόταν πάνω από έναν κήπο. Αυτό σήμαινε πως αραχνοειδή επισκέπτονταν που και που το διαμέρισμα προκαλώντας τον τρόμο σε μένα και τους 2 συγκατοίκους μου.

Για να φτάσω σπίτι χρησιμοποιούσα τον μητροπολιτικό σιδηρόδρομο του Παρισιού. Ένα μέσο ιδιαιτέρως διαδεδομένο μιας και εξυπηρετεί περίπου 3,9 εκατομμύρια ανθρώπους την ημέρα. Κατεβαίνοντας από το επίπεδο του δρόμου φτάνεις στους χώρους που κανείς προμηθεύεται το εισιτήριό του. Μετά τον ηλεκτρονικό έλεγχο, χύνεσαι στους υπόγειους διαδρόμους σαν ερυθροκύτταρο στο κυκλοφοριακό σύστημα. Οι τοίχοι καλυμμένοι με διαφημίσεις και αφίσες. Αν είσαι τυχερός, ίσως πετύχεις και κάποιο live performance. Βιολιά, κιθάρες και σαξόφωνα έχουν την τιμητική τους στο μετρό του Παρισιού. Βέβαια ουκ ολίγοι είναι εκείνοι οποίοι επιλέγουν να τραγουδούν μονάχα με τη συνοδεία ενός ηχείου.

Αναζητώντας λίγη ζέστη και προσπαθώντας να επιστρέψω στο σπίτι και το κρεβάτι της ξύλινης και ψηλής σοφίτας, κατέβηκα στο σταθμό για να πάρω το βαγόνι μου. Εκεί η ανάκλαση των ηχητικών κυμάτων ενός μουσικού έπεσε στην αντίληψή μου. Προχωρώντας η ένταση γινόταν δυνατότερη και το σήμα πιο καθαρό. Ένας καλοντυμένος άνδρας τραγουδούσε με τη συντροφιά του ενισχυτή του. Η αμηχανία μου πλέον συνηθισμένη ,σε μένα, δε μου επιτρέπει να τον κοιτάξω ή ακόμη να του δώσω μερικά κέρματα. Λίγα μέτρα πιο πέρα και με το ρυθμό, ένα παλαμάκι με τα πόδια μου τον έκανε να γελάσει δυνατά ενόσω ακόμη τραγουδούσε. Μια ανάδραση που θα θυμάμαι εξ αιτίας της αθωότητάς της και της ανιδιοτέλειας που χαρακτήριζε αμφότερες τις δυο μας ενέργειες. Πράγματι βρήκα τη ζέστη που αναζητούσα.

Λίγες στιγμές αργότερα η μυρωδιά της αμμωνίας με αηδίαζε. Το βαγόνι μου ήταν γεμάτο. Οι πρώτη κίνηση των ήδη επιβαινόντων που κάθονταν σε ανακλινόμενες καρέκλες ήταν να σηκωθούν σχεδόν μηχανικά για να εξοικονομήσουν χώρο. Δε μου αρέσει να συγκρίνω, εντούτοις ήταν αναπόφευκτο να το κάνω με τα μέσα μεταφοράς που χρησιμοποιώ στη Θεσσαλονίκη ( το ανύπαρκτο μετρό και τα λεωφορεία του ΟΑΣΘ ). Τελικά εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων ακόμα διάβαζε βιβλία κατά τη διάρκεια των μετακινήσεών του στο σιδηρόδρομο ενώ ταυτόχρονα μερικοί έστριβαν αβίαστα τα τσιγαριλίκια τους με μερικές μονάχα κινήσεις σε δημόσια θέα, αβίαστα, τρίβοντας τη κάνναβη που έβγαζαν από τις τσέπες των μπουφάν τους.

Με όλα τα παραπάνω να κλωθογυρίζουν στο μυαλό μου ανέβηκα την απότομη  σκάλα της σοφίτας για το διπλό κρεβάτι και ξάπλωσα. Έπειτα άνοιξα προσεκτικά το φιστικί στρόγγυλο παράθυρο και έμεινα κάτω από το βαρύ πάπλωμα έως την επόμενη μέρα. Πιο πλούσιος από ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου