Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Το φαινόμενο Beatniks Λογοτεχνικό κίνημα, τρόπος ζωής ή και τα δύο; (part1) | Δημήτρης Αθανασέλος


Ο όρος μπιτ γενιά ή γενιά μπιτ (αγγλικά: beat generation) αναφέρεται στο λογοτεχνικό κίνημα που έδρασε στην Αμερική τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Αν και στην πραγματικότητα, αποτέλεσε μια ολιγάριθμη ομάδα, η επίδραση της στην αμερικανική λογοτεχνία και κοινωνία ήταν αρκετά σημαντική ώστε να χαρακτηριστεί ως μια καλλιτεχνική γενιά. Ειδικότερα, θεωρείται πως η μπιτ λογοτεχνία είχε ουσιαστική επιρροή στα μεταγενέστερα κινήματα των χίπις ακόμα και του πανκ.

Η Μπιτ γενιά θεωρείται πως δεν έδωσε απλά ένα νέο ύφος στην αμερικανική λογοτεχνία αλλά προκάλεσε μια γενικότερη εξέγερση ενάντια στις κοινωνικές συμβάσεις της συντηρητικής κοινωνίας της δεκαετίας του '50. Την εποχή εκείνη κυριαρχεί στην κοινωνική ζωή η έννοια του αμερικανικού ονείρου. Η απόκτηση υλικών αγαθών έχει αναχθεί σε απόλυτο ιδανικό ενώ παράλληλα το ψυχροπολεμικό κλίμα ευνοεί την καταδίκη κάθε μη συμβατικής συμπεριφοράς.

«Αυτό θα πει μπιτ. Ζήσε τη ζωή σου. Όχι, αγάπησε τη ζωή σου. Όταν θα ’ρθουν να σε πετροβολήσουν, τουλάχιστον δε θα ’χεις γυάλινο σπίτι, θα ’χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου».

Οι μπίτνικς έδρασαν μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα και αντέδρασαν, επιδερμικά, μέσω της λογοτεχνίας ή της ποίησης ενάντια στον κομφορμισμό και την αλλοτρίωση της αμερικανικής κοινωνίας.

Οι τρόποι ζωής που η ομάδα των μπιτ συγγραφέων υιοθέτησε ήταν αντίθετοι προς τη χαρακτηριστική οικογενειακή ζωή της δεκαετίας του '50 ενώ αρκετοί από αυτούς πειραματίστηκαν με ψυχοτρόπες ουσίες, κυρίως παραισθησιογόνα, αποτυπώνοντας παράλληλα τις εμπειρίες τους στα έργα τους. Αρκετοί συγγραφείς ήρθαν σε επαφή και με τις ανατολικές θρησκείες και ιδιαίτερα τον ζεν βουδισμό.

Πολλοί ακόμα προέβαλαν στα έργα τους οικολογικά μηνύματα, όπως ο Γκάρυ Σνάιντερ ή ο Μίχαελ Μακλούρ.

Ο όρος «γενιά των Μπιτ» δημιουργήθηκε από τον Τζακ Κερουάκ (Jack Kerouac) το 1948 σε μια συνομιλία του με τον μυθιστοριογράφο Κλέλλον Χόλμς (Clellon Holmes). Αυτή η φράση όμως έγινε
 γνωστή στο κοινό με το άρθρο που ο Χολμς έγραψε για τους Νιου Γιορκ Τάιμς (New York Τimes) στις 16 Νοεμβρίου 1952, με τίτλο «Αυτή είναι η γενιά των Μπιτ». Η λέξη «μπιτ» δεν σήμαινε τίποτα περισσότερο από κακό, ή κατεστραμμένο, ή «ξοδεμένο», έννοιες που παρέπεμπαν σε ήττα, παραίτηση, απογοήτευση.

 Αυτό το συναίσθημα είναι που ο Κερουάκ εντοπίζει στον εαυτό του και στους φίλους του που ενηλικιώθηκαν κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά δεν μπορούσαν να «χωρέσουν» στην στολή του στρατιώτη ούτε στο κουστούμι του νέου, πολλά υποσχόμενου επιχειρηματία.

Ήταν ηττημένοι γιατί δεν πίστευαν στις «κανονικές» δουλειές και έπρεπε να αγωνιστούν για την επιβίωση, ζώντας σε βρώμικα διαμερίσματα, κάνοντας ωτοστόπ σε όλη την χώρα αφού δεν μπορούσαν να μείνουν ακίνητοι χωρίς να βαρεθούν. Αλλά ο όρος «μπιτ» έχει και μια δεύτερη σημασία: Αυτή του αγγελικού, του καθαγιασμένου, του ιερού (beatific).

Ο Κερουάκ, ένας αφοσιωμένος καθολικός, εξήγησε πολλές φορές ότι περιγράφοντας την γενιά ως «μπιτ», προσπαθούσε να συλλάβει την μυστική αγιότητα των κατατρεγμένων. Στην πραγματικότητα, αυτό είναι ίσως το πιο κεντρικό θέμα στην δουλειά του.Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του περιθωριακού, στην αρχή, κινήματος ήταν η απόρριψη των κυρίαρχων αξιών του κόσμου, ο πειραματισμός με το σεξ και τα ναρκωτικά και ένα μεγάλο ενδιαφέρον για τις ανατολικές θρησκείες.

«Οι μεγάλες ιδέες είναι κομφορμιστικές και προέρχονται από μια υλιστική και βάρβαρη κοινωνία…»

«Τι ήτανε η γενιά των “Μπιτ";» ρωτήθηκε κάποτε ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg). «Μια παρέα φίλων με τον ίδιο τρόπο σκέψης», απάντησε. Ή καλύτερα, μια ομάδα ανθρώπων οι οποίοι, χωρίς να λένε πολλά λόγια, ονειρεύτηκαν έναν άλλο κόσμο.

Το «Ουρλιαχτό» (Howl) του Άλλεν Γκίνσμπεργκ (ο ίδιος και ο εκδότης του, Λόρενς Φερλινγκέτι, κατηγορούνται για προσβολή των ηθών και το βιβλίο παίρνει το δρόμο προς τα δικαστήρια), πρωτοκυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1956 στις εκδόσεις City Lights Books, δεν άργησε όμως να κατασχεθεί από τις τελεωνειακές αρχές των ΗΠΑ και την αστυνομία του Σαν Φρανσίσκο, για να αποτελέσει το αντικείμενο μιας μακράς δικαστικής αντιπαράθεσης, στην πορεία της οποίας δεκάδες ποιητές και καθηγητές κατέθεσαν υπέρ του Γκίνσμπεργκ, πείθοντας το δικαστήριο ότι το περιεχόμενο του βιβλίου δεν ήταν άσεμνο.

Έγινε αμέσως το πρώτο beat μανιφέστο ένα από τα εμβληματικά κείμενα της μπητ-γενιάς και της εποχής του.Πολύ συχνά ο αμερικανικός Τύπος προωθούσε τον όρο μπίτνικ, ο οποίος ήταν μεταγενέστερος. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Χερμπ Κεέν της εφημερίδας San Francisco Chronicle το 1958 και είχε προέλθει από το όνομα του ρωσικού δορυφόρου Σπούτνικ

1. Ο όρος αυτός πολύ σύντομα καθιερώθηκε και —χωρίς να εκφράζει την γενιά των μπιτ— συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με το στερεότυπο, του αριστερού επαναστάτη, του αντικοινωνικού και μη συμβατικού.

[...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου