Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Δοκίμιο πάνω στη φύση των φαντασμάτων | Απόσπασμα | Φώντας Φ.



«Και τότε τι κάνεις με τους Ισλαμιστές;» τον ρώταγα επικριτικά, που πίστευα ακόμα πως υπήρχε τρόπος αλληλεπίδρασης με τους Θεούς. Αυτός θύμωνε λίγο με τον τόνο μου, μα απαντούσε «Πρέπει να καταλάβεις νεαρέ Διονύση…» έλεγε, «…πως δεν έχουμε έρθει σε αυτόν τον κόσμο για να υποφέρουμε και να αφήσουμε στους επόμενους έναν κόσμο που απλά θα υποφέρουν λιγότερο, ώστε με τη σειρά τους να προσπαθήσουν να υποφέρουν ακόμα λιγότερο οι επόμενοι από αυτούς και έτσι να συνεχίζεται μια ιστορία των ανθρώπων όπου εκατομμύρια από δαύτους θα γίνονται κάρβουνο για να δουλεύει ένα τρένο που εν’ τέλει δεν πάει πουθενά. Πρόοδος; Ποια πρόοδος; Και το πιο μακρινό ταξίδι στο διάστημα δεν αξίζει όσο μία ευτυχισμένη και πλήρης ανθρώπινη ζωή…»

[...]

Τα πράγματα που έμαθα από εκείνο το Φάντασμα συνοψίζονται στα εξής: Τα Φαντάσματα συνήθως μετά από ένα διάστημα, παύουν να είναι φαντάσματα και πεθαίνουν, ακολουθώντας τη φυσιολογική πορεία των υπόλοιπων ανθρώπων. Πάρα πολλοί νεκροί που επιλέγουν να γίνουν Φαντάσματα το κάνουν έχοντας στο νου τους να περιτριγυρίσουν για λίγο τον πλανήτη στη νέα τους μορφή κι έπειτα να πεθάνουν. Οι περισσότεροι όντως πράττουν έτσι. Αυτή η αίσθηση του προσωρινού, οδηγεί πολλούς να κάνουν πράγματα αλλόκοτα. Οι ιστορίες με Φαντάσματα που γνωρίζουμε έχουν να κάνουν κυρίως με Φαντάσματα που είχαν αποφασίσει να πεθάνουν και ήθελαν να διασκεδάσουν λιγάκι παρά με κακά πνεύματα. Ελάχιστα Φαντάσματα είναι κακά απ’ τη φύση τους κι εγώ προσωπικά δεν γνώρισα ούτε ένα.

[...]

Στα Γιάννενα όμως έμαθα πως το Φάντασμα που ήθελα να δω ζούσε πλέον στην Αθήνα. Κρίμα. Φήμες έλεγαν πως ήταν το μόνο που μπορούσε να απαντήσει στα ερωτήματα που είχα κουβαλήσει ως εκεί. Μαζί μου είχα επίσης ένα βιβλίο για την Καμπάλα που έχασα στο ΚΤΕΛ καθώς ερχόμουν, για τον τυχερό που το ανακάλυψε, για τον τυχερό που το διαβάζει, εύχομαι καλή ανάγνωση αλλά γνωρίζω καλά πως τίποτα δε θα καταφέρει χωρίς τις σημειώσεις που έχω σπίτι μου.

Τι έμαθα για τα Φαντάσματα στα Γιάννενα:

Α) Οι περισσότερες πόλεις της ελληνικής επαρχίας έχουν να δουν νέα φαντάσματα απ’ την δεκαετίας των 70ς-80ς.

Β) Κυκλοφορεί η φήμη πως υπάρχει τρόπος να μετατρέψεις ένα Φάντασμα ξανά σε άνθρωπο, είναι ότι πιο κοντά σε ανάσταση μπορεί να προσφέρει η μαγεία. Εγώ δεν έχω τέτοιες δυνάμεις όμως.


Γ) Το κράτος δεν κυνηγάει τα φαντάσματα, αλλά  έχει οργανώσει κινηματογραφικά συνεργεία που βιντεοσκοπούν τις στιγμές που υποφέρουν από τους πόνους και την τρέλα και πουλάνε τα φιλμ σε πλούσιους που τους αρέσει να βλέπουν πλάσματα να υποφέρουν. Οι τιμές είναι πολύ υψηλές. 2-3% του ελληνικού ΑΕΠ προέρχεται από εκεί. Γι’ αυτό και όσοι κάτοικοι, φτωχοί και όχι, γνωρίζουν τι συμβαίνει δεν διαμαρτύρονται.


[...]
 

Τα Φαντάσματα όταν πρόκειται να πεθάνουν κλαίνε. Όχι δυνατά. Προσπαθούν να μην ενοχλήσουν όσους κοιμούνται, όχι από ενδιαφέρον αλλά επειδή έτσι τα συμφέρει κι εκείνα. Να για παράδειγμα τώρα είμαι πιο ήσυχος από ποτέ διότι στο σπίτι όλοι κοιμούνται. Τα Φαντάσματα όταν πρόκειται να πεθάνουν κουκουλώνονται με το πάπλωμα τους κι αφήνουν το ρεύμα να τρέξει μες το κεφάλι τους και να κάψει ότι έχει απομείνει. Κοιτάνε τριγύρω φοβισμένα μήπως κάποια σκιά κινείται εναντίον τους. Τα Φαντάσματα τρέμουν, το αυτί τους έχει πάντα μέσα του ένα βουητό σταλμένο απ’ την Κόλαση.
«Μακάρι να μην ξανασυμβεί αυτό Θεέ μου» λένε τα Φαντάσματα όταν πρόκειται να πεθάνουν. Κι ο Θεός στο τέλος τους κάνει τη χάρη.
 

Διαβάστε ολόκληρο το δοκίμιο με ένα κλικ εδώ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου