Πέμπτη, 9 Απριλίου 2020

Διήγημα | Πετάει ο άνθρωπος; | Θεοχάρης Παπαδόπουλος

                             
       -Πετάει το τζιτζίκι; 
       -Πετάει. 
       -Πετάει το τζατζίκι; 
       -Δεν πετάει. 
       -Πετάει ο άνθρωπος; 
       -Δεν πετάει. 



        Κάθομαι στον καναπέ και στριφογυρίζω με το ένα μου χέρι τα κλειδιά της ταράτσας. Στο νου μου φέρνω εκείνο το παιχνίδι, που έπαιζα πολύ μικρός με τη γιαγιά μου. Το λέγαμε «πετάει-πετάει» και μ’ αυτό μάθαινα όλα τα πλάσματα του κόσμου, που πετάνε και όλα εκείνα, που είναι καταδικασμένα να μην πετάξουν ποτέ.

       -Γιατί δεν πετάει ο άνθρωπος, γιαγιά; Ήταν η εύλογη απορία μου, γιατί από τότε, που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήθελα να βγάλω φτερά. Στα παιδικά μου όνειρα, έβλεπα ότι πετάω, αλλά πάντα μόλις έπαιρνα λίγο ύψος, έπεφτα και ξυπνούσα τρομαγμένος.
       Όταν πήγαινα σχολείο, ήμουν καλός μαθητής. Διάβαζα τα μαθήματά μου και δεν έκανα φασαρία μες στην τάξη, ούτε έκανα ποτέ μου κοπάνα. Όμως, όταν είχαμε κάποιο βαρετό μάθημα, είχα έντονη επιθυμία να βγάλω φτερά και να φύγω απ’ το παράθυρο.
       Όταν μεγάλωσα, έπιασα δουλειά. Εκεί, ό,τι ήξερα έπρεπε να το ξεχάσω! Δεν υπήρχε λογική. Ό,τι έλεγε το αφεντικό, ήταν σωστό. Εγώ έπρεπε να κάνω τον μαλάκα. Και τον έκανα. 
       -Πετάει ο γάιδαρος;
       -Πετάει!
       Βέβαια, προσπαθούσα να δω τη θετική πλευρά της ζωής. Είχα δουλειά και είχα και κοπέλα. Μέχρι, που άλλαξαν και τα δύο. Ο παραλογισμός του αφεντικού γέμισε χρέη την επιχείρηση. Η επιχείρηση έκλεισε κι εγώ πετάχτηκα στο δρόμο. Η κοπέλα μου με παράτησε λίγο καιρό μετά. Τότε ήταν, που το σκέφτηκα για πρώτη φορά…
       Στην αρχή σκέφτηκα να δοκιμάσω με χάπια. Μα αν έκανα λάθος και δεν τελείωνα με την πρώτη θα μου έκαναν πλύση στομάχου και θα ένιωθα χάλια. Τα όπλα τα φοβόμουν. Θα μπορούσα να πληγωθώ σε λάθος σημείο και να έχω αργό και βασανιστικό θάνατο. Ήθελα να βρω έναν θάνατο, που να με βγάλει κατευθείαν από τη μέση…
       -Πετάει το τρυγόνι;
       -Πετάει.
       -Πετάει το μπαλκόνι;
       -Δεν πετάει.
       -Πετάει ο άνθρωπος απ’ το μπαλκόνι; Τότε μου ήρθε η ιδέα. Κι έπεσα απ’ το μπαλκόνι. Έκανα το σάλτο μορτάλε. Σάλτο ήταν. Μορτάλε δεν ήταν, γιατί έλα, που έμενα στον πρώτο. Από κάτω ακριβώς είχε σταθμεύσει ένα ανοιχτό φορτηγό με παπλώματα. Έπεσα μέσα στα παπλώματα. Ούτε γρατζουνιά δεν έπαθα! Θα μπορούσα, βέβαια να ισχυριστώ, πως έπαθα αμνησία. Θα θυμόμουν επιλεκτικά. Θα ξεχνούσα την εφορία, τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού και του νερού, τα κοινόχρηστα, το νοίκι. Δεν έπιασε. Τα ξεχνούσα εγώ, μου τα υπενθύμιζαν άλλοι. 
      Η ιδέα γυρίζει στο μυαλό μου από χτες, που μου έκοψαν το ρεύμα. Έχω στα χέρια μου τα κλειδιά της ταράτσας. Τα ζήτησα από τη σπιτονοικοκυρά. Τι θα κάνω στην ταράτσα, με ρώτησε. Ό,τι θέλω θα κάνω! Λογαριασμό θα της δώσω; Θα βγω και θα αγναντέψω τον κόσμο από ψηλά, όπως κάνουν οι αετοί.
       -Πετάει ο αετός;
       -Πετάει.
       -Πετάει ο άνθρωπος;
       -Δεν πετάει.
       Αχχχχχ! Να ‘μουν αητός. Θα πέταγα ελεύθερος και δεν θα σκεφτόμουν ούτε δουλειά, ούτε ρεύμα, ούτε νερό, ούτε κοινόχρηστα, ούτε νοίκι. Δεν θα είχα καμία έννοια. Θα άνοιγα τα φτερά μου και θα πετούσα πάνω από καταπράσινα δάση και άγρια βουνά. Θα έβλεπα υπέροχα τοπία και θα ήμουν πραγματικά ελεύθερος. Κι αν με σκότωναν στο κυνήγι, δεν θα ήξερα γιατί πέθανα. Μήπως τώρα ξέρω γιατί ζω;
       Ανεβαίνω σιγά-σιγά τα σκαλιά, που οδηγούν στην ταράτσα. Ξεκλειδώνω την πόρτα και βγαίνω. Τι όμορφη αίσθηση ελευθερίας εδώ πάνω. Νιώθω να μου φυτρώνουν φτερά.
       -Πετάει ο άνθρωπος;
       -Πετάει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου