Σάββατο, 25 Απριλίου 2020

Θλίψη | Θέμις Ιππέκη


Ντυμένη στα γαλανά σατέν
με σφιχτούς μηρούς απ’  της Αρχαίας Ρώμης τους χορούς
κι με σάπια κοιλιά , κάτι φέρνει σε γερασμένο μήλο.
Με πρόσωπο λεπτό , μακρόστενο ,
όπως η φωλιά του νυχτολούλουδου
που δεν ξανά δε ιδιωτική λευκή νύχτα.
Πολιορκεί τα μαρμάρινα κρεβάτια , τα σκαλιστά σαλόνια , τους ρυτιδιασμένους δρόμους ,
στριμώχνεται με τα διακοπτόμενα κορμιά- σκιές με τραχεία πέτσα, με αδιάφορη μανία – .
Με καρτερεί από τόσο κοντά, τόσο στενά, που αρχίζω να την αγγίζω ,
η μυρωδιά της φέρνει με πεταμένο οξύ σε κίτρινο μαλακό ουρανό.
Αυτής τα μάτια αιμορραγούν
απάνω στα στήθη μου , που ναι φτιαγμένα από στάχυ.
Κι ο λαιμός μου βράζει
κι τα μαγούλα μου υγροί κήποι
που κάποτε ανθίζανε χείλη ζευγαρωμένα .
Με κυνηγά με τα τακούνια της
ίσα που σπάει ο λάρυγγας της σιωπής
κι αρχίζουν πηκτοί  περιπαικτικοί φθόγγοι κι ξεχωρισμένα φωνήεντα να ξεψυχάνε με δόσεις
κι ξεκινά  ψυχή να τραυλίζει , να φωνάζει δυνατά, να ξεπερνά κούφια ηχεία
να μοιάζει με χαμένη νύχτα ακολασίας
μα με λευκή κατά λευκή σελίδα να στρογγυλοκάθονται οι παλάμες του φεγγαριού
που κοιμίζουν τα μικρά, ναρκώνουν τα κεφαλαία
που κλειδώνουν τις αυλαίες ,
φυλακίζουν τους ηθοποιούς στους περσινούς χαιρετισμούς
που αφρίζουν τις αναμνήσεις , τους κοιτάνε από κοντά με δανεικά  μικροσκόπια χαρμολύπης
Κι αυτό που απομένει απ’ την παραδομένη , καθαρή, γδυμένη θλίψη
θα ναι η συμβολή της μνήμης
που την ντύνει, την φυλάει, τη στήνει , της μιλά, της αποστηθίζει στο λεμονί αυτί της,
την κάμει μάνα ξενύχτισα εγωκεντρική  κι κόρη κομπάρσα εκδικητική
κι αυτό που ξεγλιστρά απ’ την
είναι τ’ όνειρο που παιδικά όλο κι πάει να καεί  , μα που ποτέ στάχτη  δεν γίνεται.

Mathilde A.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου