Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2020

#WEREMEMBER 2020 | Δεν θ΄αρνηθώ, δεν θα ξεχάσω το Ολοκαύτωμα | Απόσπασμα - 10 ΄Ωρες Δυτικά | Γιώργος Γλυκοφρύδης

  Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά.




#weremember 2020 - Δεν θ΄αρνηθώ, δεν θα ξεχάσω το Ολοκαύτωμα.




΄Ολο το μήνα, ο Σελιδοδείκτης συμμετέχει στη μνήμη με κορύφωση τη Διεθνή Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος στις 27/1, με εκδηλώσεις, άρθρα, αποσπάσματα λογοτεχνικών έργων, και την αποτύπωση του Ολοκαυτώματος  στις Τέχνες και στην κοινωνία.

Στο ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Γλυκοφρύδης, 10 ΄Ωρες Δυτικά, περιγράφονται τα πραγματικά γεγονότα στη Θεσσαλονίκη, τη συγκεκριμένη μέρα, που έμειναν στην ιστορία ως "Μαύρο Σάββατο¨ ενώ στο microsite του βιβλίου θα βρείτε  φωτογραφικό υλικό από την εποχή.

                                                                           








10 ΩΡΕΣ ΔΥΤΙΚΑ





Επιμέλεια : Μαρίνα Καρτελιά.


Φωτ: glykofrydis.net 

11 Iουλίου 1942


Ο καιρός φαινόταν για καλός εκείνη την ημέρα. Αν και είχε πολύ ζέστη, κρατιόταν από το να γίνει αποπνικτικός· ήταν άλλωστε νωρίς το πρωί ακόμη. Θα γινόταν αργότερα. Η θάλασσα το ΄χε παρατραβήξει με την υγρασία όπως κάθε καλοκαίρι, αλλά ο Διοικητής της πόλης το είχε πει καθαρά : "΄Ολοι οι άντρες εβραϊκής καταγωγής 18 έως 45 χρονών θα πρέπει να συγκεντρωθούν στην πλατεία Ελευθερίας. Μέσα στην εβδομάδα. ΄Οχι αργότερα. Πρέπει να βάλουμε μια τάξη. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό το χάος..." [...]

[...] Ελαφριά άρματα μάχης φάνηκαν από την πλευρά της λεωφόρου Νίκης. Οι στρατιώτες πίσω από τον Κατσεμπάνο παραμέρισαν για να αφήσουν ένα από αυτά να φτάσει εκεί μπροστά, δίπλα του. Οι ερπύστριές του στρίγκλισαν καθώς σταμάτησε απότομα. Καμένο πετρέλαιο, παντού. Κάτι σαν νερό κυλούσε από το πλήθος των συγκεντρωμένων.

΄Ενας αξιωματικός, μάλλον ανώτερος από τον προηγούμενο, ξεπρόβαλε από τον πυργίσκο του άρματος. "Λοχία!"

"Μάλιστα, διατάξετε!" είπε ο Κατσεμπάνος δυνατά και χαιρέτησε.

΄Αλλοι δύο αξιωματικοί βγήκαν από άλλο άρμα.

Ο αξιωματικός, ένας μικροκαμωμένος μαυριδερός και στραβοκάνης άνθρωπος, βγήκε κι αυτός, και αφού κατέβηκε, πλησίασε τον Κατσεμπάνο με γοργό βήμα. "΄Εχουμε αρχίσει την καταγραφή;" τον ρώτησε.

"Μάλιστα, αλλά από πίσω προς τα εμπρός", του είπε ο Κατσεμπάνος, και δευτερόλεπτα μετά έσκυψε στο αυτί του. Ψιθυριστά: "Δε θέλουμε να τρέξει κανείς από πίσω να φύγει... Δεν ξέρω.... συμφωνείτε, κύριε Λοχαγέ;"

"Απολύτως, Λοχία. Σ΄ευχαριστώ. Θα συνεργαστείς και με τους δύο κυρίους Ανθυπολοχαγούς από δω", του είπε και και του έδειξε τους δύο αξιωματικούς που στο αναμεταξύ είχαν καταφτάσει.

"Βεβαίως, κύριε Λοχαγέ. Με μεγάλη μου χαρά," είπε δυνατά και συστήθηκε στους δύο πανύψηλους αξιωματικούς.

Ο ένας, αφού έδωσε το χέρι, τον κοίταξε χαμογελαστός. "Πώς είπατε το επίθετό σας; Δεν το κατάλαβα, ζητώ συγγνώμη. Αλλά θα ήθελα να μπορώ να σας αποκαλώ σωστά".

Ο Κατσεμπάνος γύρισε και σήκωσε το κεφάλι για να μπορέσει να τον κοιτάξει στο πρόσωπο. "Κωνσταντίνος Κατσεμπάνος, κύριε Ανθυπολοχαγέ. Αλλά για ευκολία μπορείτε να με φωνάζετε Κώστα. Καλύτερα έτσι... για ευκολία...." του είπε χαμογελώντας.

"Α, πολύ ωραία. Ο κύριος Κώστας,τότε.... Πολύ ωραία. Πού βρισκόμαστε λοιπόν τώρα; Θα με ενημερώσετε;"

Στο βάθος, δίπλα στους στρατιώτες, κολλητά σ΄εκείνον που πήγε και τον φώναξε πριν, στεκόταν ο Σταύρος φορώντας πάντα την κουκούλα του.

Ο Κατσεμπάνος κοίταξε τον Σταύρο. Γύρισε στον ανθυπολοχαγό. "Κύριε Ανθυπολοχαγέ...." του είπε και ξεκίνησε να βηματίζει προς τους συγκεντρωμένους αργά, δείχνοντας όμως πρώτα με το χέρι του στον αξιωματικό να προπορευθεί. "΄Εχει ξεκινήσει ήδη η καταγραφή από τις τελευταίες γραμμές προς τα εδώ. Εξήγησα στον κύριο Λοχαγό ότι..."

"Ναι, κατάλαβα, Λοχία. Συνέχισε παρακάτω", τον διέκοψε σκληρά ο αξιωματικός. ΄Ηταν όμως φανερό ότι η σκληράδα δεν απευθυνόταν στον Κατσεμπάνο, αλλά στους συγκεντρωμένους που τους παρακολουθούσαν.

"Μάλιστα", απάντησε ο Κατσεμπάνος παίζοντας κι αυτός το ρόλο του απόλυτα υποτακτικού. Και συνέχισε : "Μόλις ολοκληρωθεί λοιπόν η καταγραφή, έχουμε τον άνθρωπό μας εκεί, ο οποίος θα μας βοηθήσει. Οπότε, μαζί με τα από καιρό ήδη καταγεγραμμένα από τη Διοίκηση ονόματα, να βρούμε αν λείπει, τι λείπει".

"Εκ των συγκεντρωμένων, εννοείς. Αν κάποιος δεν ακολούθησε την εντολή προς συγκέντρωση και είναι απών, εννοείς", του απάντησε ο ανθυπολοχαγός και στάθηκε καθώς είχαν ήδη φτάσει κοντά στην πρώτη γραμμή.

"Μάλιστα. Ποιών οικογενειών τα αρσενικά μπορεί να λείπουν, ήθελα να πω... Συγγνώμη, δεν εκφράστηκα σωστά", του είπε ο Κατσεμπάνος, πάντα υποτακτικά.

Ο ανθυπολοχαγός κούνησε το κεφάλι του σκεπτικός. "Η πολύ επαφή με τους αρρώστους επηρεάζει και τους υγιείς... είναι γνωστά αυτά".

"Σοφή η φράση σας...." σχολίασε ο Κατσεμπάνος κουνώντας το κεφάλι κι αυτός.
"Βεβαίως, έχουμε και τον λυπηρό παράγοντα που λέει ότι κάποια οικογένεια μπορεί να έχει αρσενικά μόνον κάτω των 18 ετών ή άνω των 45...."

Ο Κατσεμπάνος έκανε ένα ελαφρύ σήμα στον ανθυπολοχαγό να σκύψει λίγο. Μόλις εκείνος έσκυψε, ο Κατσεμπάνος πλησίασε το αυτί του. Πολύ όμως. Σε απόσταση αναπνοής, αν όχι και πιο κοντά. "Αυτές οι οικογένειες με το πρόβλημα των πολύ μικρών ή των πολύ μεγάλων σε ηλικία αρσενικών, που αναφέρατε, έχουμε την πίστη ότι είναι ήδη καταγεγραμμένες από τη Διοίκηση. Αλλά, για να είμαστε σίγουροι, υπάρχουν και οι καταγραφές έντιμων και νομοταγών πολιτών και φίλων του Ράιχ, οι οποίοι βοηθούν στη σημερινή καταμέτρηση, σαν τον κύριο Τσόχα εκεί..." του είπε ψιθυριστά κι έδειξε με το βλέμμα τον Σταύρο για ένα δευτερόλεπτο, κι έπειτα στράφηκε αμέσως και πάλι στον ανθυπολοχαγό.

Ο ανθυπολοχαγός έκανε σαν κάτι να τον τρόμαξε και τραβήχτηκε γρήγορα μακριά από το στόμα του Κατσεμπάνου με μια αυθόρμητη γκριμάτσα, όπως περνά κάποιος με το αυτοκίνητο κι έχει το παράθυρο ξεχασμένο ανοιχτό έξω από φυτώριο λιπασμάτων, που είναι όμως ξεχασμένο κι αυτό να σαπίζει εδώ και καιρό.

΄Ενα κακαριστό γέλιο ακούστηκε μέσα από το πλήθος των συγκεντρωμένων. Για τρία δευτερόλεπτα. Κόπηκε αμέσως.


[...] O Κατσεμπάνος τού μετέφερε χαμηλόφωνα τις διαταγές του ανθυπολοχαγού και φώναξε ταυτόχρονα δύο στρατιώτες.
       Ο Σταύρος ξεκίνησε την περιοδεία.
       Κι αν δεν είχε εκείνες τις έρμες τις σκιές από τα δέντρα να κάνουν τον ήλιο ν΄αναβοσβήνει μέσα στα μάτια του, αν τα ξηλώματα που παρίσταναν τις τρύπες για τα μάτια δεν ήταν τόσο άτσαλα κομμένα, κι αν δεν ήταν κουρασμένος, γιατί ήταν και κουρασμένος από την ορθοστασία, κι αν κι αυτός ο τρελάρας ο ανθυπολοχαγός δεν έκανε εκείνες τις τρομάρες, κι αν κι αν, και τόσα αν μαζί, κι αν, που να μην έσωνε να πέσει στο δρόμο του εκείνος ο ποιητής ο Σεφαραδίτης, κι αν αμάν πια, κι αν τίποτε απ΄όλα αυτά, τώρα θα καθόταν ήσυχος να τρώει τη μπομπότα του στο σπιτάκι του όπως όλος ο θεοσεβούμενος κοσμάκης. Αλλά όχι. Ο Θεός διάλεξε εκείνον, να τον στείλει μες στην αντάρα με τα ξόανα και μ΄όλα τα μπολσεβίκικα μιάσματα, για να τους δίνει. Να τους δίνει μ΄ένα σήκωμα του χεριού. Εμ, πως άλλιώς το αντάλλαγμα που ΄στειλε ο Μεγαλοδύναμος· εκείνος να μην πάρει τίποτε; Καμία ψυχή; Να γλυτώσουν όλα τα κακάδια της κοινωνίας έτσι; Ε, όχι δα. Κι έτσι, έστειλε αυτόν· τον Σταύρο. Εκλεκτό και επίλεκτο. Ηρέμησε τώρα. Τώρα ήταν ήρεμος. ΄Ηταν, λοιπόν, σε αποστολή. ΄Ενα θέλημα Θεού που έπρεπε να εκτελέσει. Με το θησαυρό να Τον περιμένει. Με την αμοιβή. Τα τριάντα αργύρια επέστρεφαν στον Κύριο τώρα. Τώρα, ο Κύριος έπαιρνε την εκδίκησή Του, επιτέλους. Τα τριάντα αργύρια πίσω. {...]

[...]Ο Σταύρος τους κοίταζε.
      ΄Ενας αξιωματικός έφτασε τρέχοντας. Τον είχαν φέρει τα δυνατά γέλια. ΄Αρχιζε να φωνάζει στα γερμανικά. Και να δείχνει. "Κάτω! Ξαπλώστε κάτω! Κάτω! Ξαπλώστε κάτω, ποντίκια! Τώρα!"
       Οι σειρές των ανθρώπων γύρω τους άνοιξαν. ΄Εκαναν χώρο.
       "Φέρτε τρεις τούμπες ο καθένας! Τώρα!!" τους είπε ο αξιωματικός σημαδεύοντας με το πιστόλι του. Τους έδειξε κιόλας τι εννοούσε με το χέρι.
       Οι δύο άρχισαν να κάνουν "βαρελάκια".
       Ο αξιωματικός ξεδίπλωσε ένα καμτσίκι. Και τους χτυπούσε σταυρωτά. Μια τον έναν, μια τον άλλον. Ταυτόχρονα ούρλιαζε: "Τα ποντίκια γελούν; Γελάνε τα ποντίκια; Ε;" Σταμάτησε να τους χτυπά. "Σηκωθείτε!" τσίριξε, ενώ ταυτόχρονα τους κλότσησε στην κοιλιά για να καταλάβουν να σηκωθούν.
       Οι δυο σηκώθηκαν τρεκλίζοντας.
       "΄Επρεπε να έχω φεύγει με τον ΕΛΑΣ... αλλά κιότεψα... να μην αφήσω μόνο του και τον πατέρα..." είπε ένας μιλώντας σχεδόν μόνος του. Και πάλι, στα Λαντίνο.
      "Τι είπε;" ρώτησε ο αξιωματικός τον Σταύρο. Αλλά ο Σταύρος δεν πρόλαβε να του απαντήσει. Δε θα μπορούσε κιόλας. Σε ποια γλώσσα δηλαδή; Ούτε την ερώτηση δεν είχε καταλάβει. ΄Οπως και να έχει, όμως, δεν πρόλαβε.
      Ο ματωμένος ανάσαινε δύσκολα. Αλλά μίλησε. Απευθυνόμενος στον αξιωματικό. Σε άπταιστα γαλλικά. "Είπε ότι εγώ φταίω που άρχισα να λέω ανέκδοτα... και γελάγαμε έτσι... ζήτησε και συγγνώμη... Τόσες ώρες εδώ κάτω από τον ήλιο... τι να κάνουμε, κύριε αξιωματικέ... είπα κι εγώ κάτι να γελάσουμε λίγο... θα πεθάνουμε από τη ζέστη..."
      Ο αξιωματικός τίναξε το καμουτσίκι του στον αέρα και το έφερε δυο γύρους στο λαιμό του ματωμένου και το έσφιξε εκεί. Το τράβηξε να δέσει καλά.
      Ο ματωμένος έβγαλε έναν άναρθρο ρόγχο και έμεινε όρθιος να κοιτά τον αξιωματικό με γουρλωμένα τα μάτια και τη γλώσσα έξω. Σχεδόν κρεμασμένος από το καμουτσίκι. ΄Απλωσε το ένα του χέρι και το έβαλε στον ώμο του αξιωματικού. ΄Οχι δυνατά. Σαν ικεσία. Το πρόσωπό του είχε γίνει κόκκινο κι οι ανάσες του κομμένες. Πνιγόταν.
     "Τις ευγενείς γλώσσες τα ποντίκια τις μαθαίνουν όπως οι παπαγάλοι... Ναι;" είπε ο αξιωματικός κοιτώντας τον στα μάτια.
      Ο ματωμένος άρχισε να βγάζει σάλια από το στόμα.
      "Τους θέλουμε ακόμη, Ανθυπολοχαγέ μου..." είπε ήρεμα ο Κατσεμπάνος, που είχε εμφανιστεί από το πουθενά δίπλα από τον αξιωματικό.
      Ο αξιωματικός ξεφύσηξε κι έλυσε το καμουτσίκι με γρήγορη κι όλο χάρη κίνηση. ΄Οπως ένας εκπαιδευτής αφήνει το ζώο που με κόπο έχει εκπαιδεύσει. Ο ματωμένος έπεσε κάτω κι άρχισε να κάνει εμετό κρατώντας το λαιμό του. Ο αξιωματικός τον έφτυσε εύστοχα στο κεφάλι κι έφυγε αναθεματίζοντας. Ο Κατσεμπάνος τον ακολούθησε. [...]

[...] Δυο στρατιώτες έσερναν έναν ραβίνο. Παππού μάλλον. ΄Η έτσι φαινόταν. Τον έστησαν μπροστά στο πλήθος. Και λίγο μακριά τους. Για να τον βλέπουν καλά όλοι. Κάποιοι από τις μπροστινές σειρές άρχισαν να κλαίνε.
     Ο Κατσεμπάνος εμφανίστηκε τρέχοντας μαζί με έναν από τους αξιωματικούς και τρεις στρατιώτες. Στάθηκε δίπλα στο ραβίνο. Κοίταξε το πλήθος. "Γιατί κλαίνε αυτοί;" ρώτησε τον ραβίνο στα ελληνικά.
     Εκείνος δεν του απάντησε.
     "Τώρα θα δοκιμάσουμε τις ικανότητές σας!" φώναξε στο πλήθος. Σχεδόν χαρούμενος. "Σας ενοχλεί το φως του ήλιου και κλαίτε;" ρώτησε. Στα γερμανικά.
     Δυο από τους στρατιώτες έβαλαν τα γέλια.
    "Ε, έχει σκοτάδι στις φωλιές των αρουραίων... είναι γνωστά αυτά..." είπε στα γερμανικά χαμηλόφωνα, απευθυνόμενος στους στρατιώτες.
    "Λίγο νερό... λίγο νερό..." είπε κάποιος από τις πίσω σειρές.
    " Ε, αυτό λέω!" φώναξε ο Κατσεμπάνος στα ελληνικά. "Θέλουμε να δοκιμάσουμε τις ικανότητές σας!".
    Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά. Κάθετα. Μεσημέριαζε. Η ζέστη τρύπαγε το δέρμα. Στα γύρω μπαλκόνια κάποιοι σήκωσαν ομπρέλες. Λεύκαινε η πλάση από το καλοκαίρι. Η θάλασσα στο βάθος άστραφτε σε χιλιάδες λάμψεις, εκτυφλωτική.
     Φωνές ακούστηκαν από το βάθος της πλατείας. Κι αμέσως, δυο πυροβολισμοί. Κι είχαν ακουστεί κι άλλοι λίγοι πριν. Σχεδόν ταυτόχρονα μια μοτοσυκλέτα έφτασε από τα αριστερά του Κατσεμπάνου.
    "Πες το, στρατιώτη", είπε έντονα ένας αξιωματικός που βρισκόταν εκεί κοντά.   
    Ο στρατιώτης άρχισε να μιλά χωρίς να κατέβει από τη μοτοσυκλέτα. "Πέφτουν λιπόθυμοι ο ένας μετά τον άλλον εκεί πίσω... Κάποιοι πήγαν να δραπετεύσουν, αλλά τους σταματήσαμε με πυροβολισμούς στον αέρα... Η ερώτηση, κύριε Ανθυπολοχαγέ, είναι τι θα κάνουμε αν όντως φύγουν και δεν υπακούσουν στους εκφοβιστικούς πυροβολισμούς...."
    Ο ανθυπολοχαγός κάγχασε. "Θα τους πυροβολήσετε στο κεφάλι! ΄Ακου τι θα κάνετε.... Αυτό θα κάνετε!"
    "Μάλιστα, κύριε Ανθυπολοχαγέ", απάντησε ο μοτοσικλετιστής κι έφυγε άμεσα.
    "Τι θα γίνει, κύριε Λοχία, θα το ξεκινήσουμε το πείραμα;" ρώτησε ο Ανθυπολοχαγός τον Κατσεμπάνο.
    Ο Κατσεμπάνος έκανε ένα νεύμα στον στρατιώτη που καθόταν δίπλα στον ραβίνο.
    Ο στρατιώτηες έβγαλε από το μικρό του σακίδιο ένα βιβλίο και το έδωσε στον ραβίνο. Πήγε να βγάλει και κάτι άλλο, αλλά δεν πρόλαβε. ΄Ενας από το πλήθος γονάτισε κάτω. Απότομα. Σαν να έπεσε. Αδύναμες φωνές ακούστηκαν.
    Ο αξιωματικός έτρεξε προς τα κει ξετυλίγοντας το μαστίγιό του. Τον έφτασε κι άρχισε να τον χτυπά σταυρωτά. Με λύσσα. "Θα σηκωθείς, τώρα!" του ούρλιαξε ρυθμικά με τα χτυπήματα. "Τώρα! Τώρα!! Τώρα!!! Σήκω! Επάνω!!" Σάλια από τη δύναμη των ουρλιαχτών έπεφταν στο κεφάλι του γονατισμένου.
    "Σήκω, παιδί μου, ν΄ακούσουμε το Ταλμούδ!"του φώναξε ο ραβίνος επιτακτικά στα Λαντίνο κι άνοιξε το βιβλίο.
    Ο άνθρωπος σηκώθηκε. Σαν να ζωήρεψε. Σαν, όμως. Αίμα έσταζε στα πόδια του που έτρεμαν. Αλλά στάθηκε όρθιος. Ο διπλανός του τον κράτησε.
    Ο αξιωματικός μάζεψε το μαστίγιό του κι επέστρεψε στη θέση του. Σκούπισε το στόμα του με το μανίκι του. Ανάσαινε γρήγορα. "Θα μας πεθάνουν τα ποντίκια... Θα μας πεθάνουν..." μονολόγησε.
    "Θα τα προλάβουμε εμείς. Ησυχάστε, κύριε Ανθυπολοχαγέ... θα τα προλάβουμε εμείς..." είπε ο Κατσεμπάνος με συμπόνια προς τον αξιωματικό.
    Ο στρατιώτης συνέχισε ό,τι είχε ξεκινήσει. ΄Εβγαλε ένα μεγάλο ψαλίδι κι άρχισε με το άλλο του χέρι να στρώνει τα μακριά χέρια του ραβίνου.
    Κάποιοι από το πλήθος έκλεισαν το στόμα τους με τα χέρια. Λες και ήθελαν να εμποδίσουν τη φωνή που θα έβγαινε με δική της πρωτοβουλία.
    Ο στρατιώτης χώρισε τη γενειάδα του ραβίνου στα δύο.
    "Ξεκινήσε την ανάγνωση, παρακαλώ!" του είπε ο Κατσεμπάνος δυνατά. Στα ελληνικά.
    Ο ραβίνος άρχισε να διαβάζει. Στα εβραϊκά. ΄Οχι πολύ δυνατά. Αλλά τόσο όσο ν΄ακούγεται. Ο στρατιώτης ξεκίνησε το ψαλίδισμα. ΄Εκοβε το δεξί μέρος της γενειάδας. ΄Οσο συμμετρικά μπορούσε. Ο ραβίνος έχανε λίγο τα λόγια τους καθώς ο στρατιώτης, για να μπορεί να κόβει τα γένια, του τράβαγε το σαγόνι.[...]



10 ώρες ΔυτικάΓιώργος Γλυκοφρύδης, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.






O Γιώργος Γλυκοφρύδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Ξεκίνησε εργαζόμενος στις κινηματογραφικές ταινίες και στα τηλεοπτικά σήριαλ του πατέρα του Πάνου Γλυκοφρύδη κι αργότερα εργάστηκε ως β' βοηθός σκηνοθέτη στον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Παράλληλα, παρακολούθησε μαθήματα κινηματογράφου στην "Deutsche Film- und Fernsehakademie" στο (τότε) Δυτικό Βερολίνο. 
Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμο «La Sapienza» της Ρώμης αλλά είχε ήδη ανακαλύψει την Πληροφορική την οποία και ακολούθησε ως επαγγελματική καριέρα. Έτσι, ξεκίνησε να αρθρογραφεί σε περιοδικά κυρίως Ειδικού Τύπου δημοσιεύοντας, όμως, και διηγήματα.
Σημαντικότερη ήταν η σειρά διηγημάτων με τον τίτλο "Utopia" στο περιοδικό "Ο κόσμος του Internet". 1995 - 1996.
Η νουβέλα «99.9% αληθινή ιστορία» κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό διηγημάτων Επιστημονικής Φαντασίας της «Anubis» το 1996.
Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο Επιβάτης», υποψήφιο για βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου στο περιοδικό «Διαβάζω», εκδόθηκε το 2006 από τις εκδόσεις "Νεφέλη". Ακολούθησαν δύο συμμετοχές με διηγήματα στα συλλογικά βιβλία «Α, όπως Αμερική» και «Το βιβλίο του Κακού» των εκδόσεων "Το Μαγικό Κουτί". 
Το «10 ώρες δυτικά», στις εκδόσεις "Ελληνικά Γράμματα", είναι το δεύτερο μυθιστόρημα. 
Τρίτη συμμετοχή με διήγημα στο συλλογικό "Έρως 13" των εκδόσεων "Ψυχογιός".
Το «Hotel Chelsea», το τρίτο του μυθιστόρημα, στις “Εκδόσεις Ψυχογιός” το 2012.
“Το "Τρίτο Αστέρι", το τέταρτο μυθιστόρημα, κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2018, από τις Εκδόσεις Διάπλαση.
Επίσης, διηγήματά του, άρθρα, και νουβέλες, έχουν δημοσιευθεί από την εφημερίδα "Έθνος", και από τα ακόλουθα ηλεκτρονικά περιοδικά, blogs, και web sites : Literaturefractalτο παράθυροdim/art.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου