Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

Η Παρακαταθήκη του Θανάτου | Mηνάς Στραβοπόδης


Με αργά, κουρασμένα, αλλά πάντοτε σταθερά βήματα κάθεται σε μια καρέκλα. Είναι γέρος πια, με δυσκολία ανασαίνει. Κάθεται στην κεφαλή ενός στρογγυλού τραπεζιού. Τρεις καρέκλες άδειες μπροστά του. Φοβούμενος πως δεν του έχει απομείνει πολύ ζωή, αποφάσισε να κάνει μια συνάντηση με τα παιδιά του, μια ανακεφαλαίωση. Ένα πράγμα τον βασάνιζε πάρα πολύ: τι κληρονομιά θα αφήσει στον πλανήτη αυτό, στην ανθρωπότητα.  Σκοπός της ύπαρξής του, από τις γενέθλιες ώρες του, ήταν ένας: πώς θα καταφέρει να κάνει τον κόσμο να αναπτύσσεται διαρκώς. Δημιούργησε, λοιπόν, ό,τι ήταν απαραίτητο για αυτό. Με άλλα λόγια τα τρία του παιδιά.

Ο γεράκος αυτός, ο κουρασμένος και ταλαιπωρημένος αυτός γέρος, ήταν ο Θάνατος.
Στο σημείο συνάντησης έφτασαν τα παιδιά του. Πρώτα από όλους η κόρη του, που ήταν και η μεγαλύτερη, η Φύση. Λίγο αργότερα έφτασε και το δεύτερο παιδί, ο Χρόνος. Τέλος, έφτασε και ο μικρός του γιος, ο Πολιτισμός.

«Σας φώναξα απόψε εδώ, για να σας πω κάποια πράγματα που θέλω. Ίσως η συνάντησή μας αυτή να είναι και η τελευταία. Εύχομαι τα αστέρια του ουρανού να φωτίσουν τα παρακάτω λόγια μου. Αρχικά, θα ήθελα να σας πω, τους λόγους, για τους οποίους καθένας από εσάς τους τρεις πλάστηκε, και πρώτη από όλους εσύ». Γύρισε τότε ο Θάνατος και κοίταξε με αυστηρό, μα και γεμάτο αγωνία βλέμμα, την μεγαλύτερη κόρη του, την Φύση.

«Εσύ θα είσαι η πρώτη ύλη των αναρίθμητων γενεών που θα γεννηθούν. Εσένα θα χρησιμοποιούν, κυρίως στα πρώτα στάδια της ζωής τους. Θα είσαι η βάση, το πρώτο βήμα που χρειάζεται ο άνθρωπος, για να δημιουργήσει».

Γύρισε απότομα το βλέμμα του, το οποίο είχε αρχίσει να πετάει σπίθες, στον γιο του, τον Χρόνο. «Εσύ, γιε μου, είσαι απαραίτητος στη ζωή του ανθρώπου. Χωρίς εσένα δεν θα μπορούσε να υπάρξει κίνηση, άρα δημιουργία, όλα θα έμεναν στάσιμα. Σου δίνω, λοιπόν, γραμμική και όχι κυκλική χροιά. Θα έχεις αρχή και τέλος, ποτέ κυκλική πορεία. Αρχή και τέλος σημαίνει πρόοδος. Αντίθετα, κύκλος σημαίνει ανακύκλωση, στασιμότητα. Στον κύκλο βρίσκεσαι διαρκώς στο ίδιο σημείο και απλά έχεις την ψευδαίσθηση πως κινήσε. Ο ρόλος σου είναι διττός: Πρώτον, εσύ θα αποφασίζεις, πότε θα γεννηθεί και πότε θα πεθάνει ο κάθε άνθρωπος. Εσύ θα αποφασίζεις και θα διαχειρίζεσαι τις υπάρξεις, θα καθορίζεις την αρχή και το τέλος του καθένα. Αυτό όσον αφορά τον μικρόκοσμο.

Αυτός ο πρώτος ρόλος θα συνδράμει για την εκπλήρωση του δεύτερου. Οι αναρίθμητες γενεές που θα έρχονται και θα φεύγουν, πρέπει να οδηγήσουν τον μακρόκοσμο από την Φύση στον Πολιτισμό. Χρέος σου, λοιπόν, να δείξεις τον δρόμο για την πρόοδο στον κάθε άνθρωπο μεμονωμένα και τέλος το άθροισμα όλης αυτής της προόδου, να οδηγήσει στην μετάβαση της ανθρωπότητας από την Φύση στον Πολιτισμό».

Σταμάτησε να μιλά κάπως απότομα. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Η ανάκλαση των άστρων στα μάτια του, τα οποία ήταν υγρά και τα δάκρυα έτοιμα να ξεχειλίσουν από τις κόγχες τους, δημιούργησαν μια εκτυφλωτική λάμψη. Έσκυψε το κεφάλι. Ξερά φύλλα έφερε ο δροσερός φθινοπωρινός αέρας κάτω από τα πόδια του, ένδειξη πως πρέπει να τελειώσει τη συζήτηση, δεν του απέμενε πολύς χρόνος.
Σκούπισε γρήγορα τα μάτια του και κοίταξε το τρίτο  του παιδί, τον Πολιτισμό, βαθιά στα μάτια.

«Από εσένα εξαρτώνται τα πάντα. Εσύ θα είσαι το αποτέλεσμα της παρακαταθήκης μου». Ο μικρός του γιος τον κοίταγε με μεγάλη προσοχή και δεν άφηνε, ούτε την παραμικρή λέξη του πατέρα του να πέσει κάτω. «Σκοπός σου, γιε μου, είναι να πάρεις την μετουσιωμένη από τον Χρόνο πρώτη ύλη της Φύσης και να την κάνεις πολιτισμό. Σκοπός σου είναι να κάνεις την ζούγκλα κοινωνία. Σκοπός σου είναι να βελτιώσεις την ποιότητα ζωής της ανθρωπότητας. Εσύ θα ιδρύσεις πολιτείες και μέσα σε αυτές νόμους και κανόνες, οι οποίοι θα αποβλέπουν στο δέσιμο των ανθρώπων. Οι κοινωνίες σου θα έχουν ως σκοπό, όχι την επιβίωση, αλλά την υπέρβαση της επιβίωσης, το ευ ζην. Αυτός, λοιπόν, είναι ο στόχος σου και αυτό πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της παρακαταθήκης μου. Εάν, λοιπόν, η Φύση είναι η βάση, εσύ είσαι η κορωνίδα της πυραμίδας, με τον Χρόνο να σας ενώνει και να σας χωρίζει ταυτόχρονα».

«Παρ ’όλα αυτά εάν μόνο εσείς οι τρεις ήσασταν οι κλήροι μου, τότε το έργο μου θα παρέμενε ημιτελές. Πρέπει να δώσω και κάτι στον άνθρωπο. Δύο στοιχεία, τα οποία να μην τον αφήνουν ποτέ σε ησυχία και διαρκώς να στροβιλίζονται μέσα στο μυαλό του. Έτσι, θα αποφύγει την αδράνεια και θα βοηθήσει μόνος του τον εαυτό του…»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και αμέσως δύο παιδάκια, ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι, έφτασαν στο σημείο, όπου βρισκόταν.  Το αγοράκι ήταν μαυροφορεμένο, θλιμμένο ελαφρώς και φοβισμένο. Αντιθέτως, το κοριτσάκι φορούσε ένα λευκό φορεματάκι και στα μάτια της υπήρχε μια λάμψη, που σου έδινε την εντύπωση πως ήταν ικανή να κατακτήσει την Γη ολόκληρη.

Ο Θάνατος χάρηκε πολύ μόλις τα είδε. Σηκώθηκε με μεγάλη δυσκολία, πήγε κοντά τους, έσκυψε, τα αγκάλιασε και τα φίλησε. «Εσείς είστε τα αγαπημένα μου εγγόνια, που με την πολύτιμη βοήθειά σας το έργο μου θα ολοκληρωθεί. Είστε τα δύο ακριβώς αντίθετα πράγματα που θα οδηγήσουν ακριβώς στο ίδιο αποτέλεσμα».

Τα παιδάκια αυτά ήταν ο Φόβος και η Ελπίδα.

«Εσύ» είπε ο Θάνατος και γύρισε προς το αγοράκι «θα τους κάνεις να φοβούνται τον θάνατο και από φόβο μήπως δεν προλάβουν οι άνθρωποι, θα αρχίσουν να δημιουργούν και να χτίζουν πράγματα, με αποτέλεσμα να τονωθεί η δημιουργικότητά τους».

«Αντίθετα εσύ» και γύρισε το βλέμμα του στην Ελπίδα «θα τους δώσεις την ίδια ώθηση για να γίνουν δημιουργικοί, αλλά κάνοντάς τους να ελπίζουν πως θα ζήσουν για πάντα, με αποτέλεσμα να δημιουργούν πράγματα σαν να επρόκειτο να μην πεθάνουν ποτέ».

«Αυτό το μίγμα τον δύο ψευδαισθήσεων» συνέχισε ο Θάνατος «το οποίο θα γυρνάει αενάως στο μυαλό των ανθρώπων, θα τελειοποιήσει τον σκοπό της ύπαρξής μου, την πρόοδο! Οπότε οι άνθρωποι θα δρουν, είτε σαν να επρόκειτο να ζήσουν για πάντα, είτε σαν να επρόκειτο να πεθάνουν την αμέσως επόμενη στιγμή. Αυτό, λοιπόν, έχει ένα και μόνο αποτέλεσμα, την αποφυγή της αδράνειας».
Τελείωσε αυτήν την τελευταία του κουβέντα και σκέφτηκε: «Αλίμονο στον άνθρωπο που θα ξεπεράσει τις ψευδαισθήσεις του φόβου και της ελπίδας και μαζί με αυτά, τον πολιτισμό, το χρόνο και την φύση. Θα ξεπεράσει, δηλαδή, όλα τα πλαίσια που του έθεσα, για να ζήσει, ούτως ώστε να εκπληρωθεί ο σκοπός μου. Θα ξεπεράσει εμένα! Αλίμονο στον άνθρωπο που θα ξεπεράσει τον θάνατο, θα σπάσει όλες τις νόρμες και θα αδράξει την ελευθερία του. Μα ποιος θα τολμήσει να κοιτάξει στα μάτια τον θάνατο; Ποιος θα τολμήσει να αναζητήσει την ελευθερία του; Είναι τόσο ωραία στημένο το πλαίσιο που έφτιαξα, σχεδόν ελκυστικό και ανυπόφορο, ό,τι πρέπει δηλαδή για τον άνθρωπο».

Κρύος ιδρώτας άρχισε να τον περιλούζει στην σκέψη της ύπαρξης ενός τέτοιου ανθρώπου, ενός ανθρώπου που θα τολμήσει να αναζητήσει την ελευθερία του. Ένας τέτοιος εάν υπάρξει, τότε ο Θάνατος χάνει τα πάντα. Σπασμοί άρχισαν να ταλανίζουν το γέρικο κορμί του, αφρός άρχισε να βγαίνει από το στραβό πλέον στόμα του και τα άλλοτε λαμπερά και γεμάτα σπίθα μάτια του γύρισαν προς τα πάνω όντας πλέον θαμπά και κενά. Άδειος και ο Θάνατος κείτονταν πλέον νεκρός και μόνο στην σκέψη ότι υπάρχει Ελευθερία. Η Ελευθερία μπορεί να νικήσει τον Θάνατο, ενώ αυτός συμπληρώνει κατά βάθος την Ελευθερία. Η Ελευθερία θα νικήσει, αρκεί ο άνθρωπος να το πιστέψει και να υπερκεράσει όλες τις ψευδαισθήσεις που θα βρει στο διάβα του.

Τελικά, η φράση «Ελευθερία ή Θάνατος» βρήκε το πραγματικό της νόημα με έναν ομολογουμένως ιδιότυπο τρόπο. Ή μήπως η φράση απαιτεί διόρθωση; Μήπως ενώ φαίνεται να είναι: «Ελευθερία ή Θάνατος», εν τέλει είναι: «Ελευθερία και Θάνατος»; Μήπως δεν είναι τίποτα από τα δύο; Μήπως όλα αυτά υπάρχουν και δεν υπάρχουν ταυτόχρονα;

Τα στοιχεία υπάρχουν, σκοπός του ανθρώπου να τα συνδέσει μόνος του και αν το αποτέλεσμα είναι κάτι πέραν του συνηθισμένου, να μην φοβηθεί, να περάσει το κατώφλι και να αντικρίσει τον ορίζοντα!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου