Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Κινηματογράφος | Μαζί ή τίποτα | Αγγελική Ρουμελιώτη


Μία ταινία που όποιος δεν έχει δει, το οφείλει στον εαυτό του. Ο Γερμανός Φατίχ Ακίν μας εκπλήσσει με ένα επίκαιρο πολύπτυχο δημιούργημα, το οποίο συνδέει την υπόθεση της Χρυσής Αυγής με τα πολιτικά τεκταινόμενα που διαδραματίζονται στη χώρα του αλλά και την σύγκρουση μίας μάνας με το κατεστημένο.


Η ταινία κυκλοφόρησε στα τέλη Φλεβάρη στους κινηματογράφους και απέσπασε πολύ καλές κριτικές. Κέρδισε Χρυσή Σφαίρα ξενόγλωσσης ταινίας και βραβείο γυναικείας ερμηνείας στις Κάννες. Μία ταινία που λειτουργεί αφυπνιστικά και  δίνει το δικό της αντιρατσιστικό μήνυμα. Ο Φατίχ Ακίν («Soul Kitchen», «Η Άκρη του Ουρανού») επιστρέφει με ένα κοινωνικοπολιτικό δράμα, βασισμένο σε αληθινά γεγονότα.

Δύο άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής παντρεύονται στο ασυνήθιστο περιβάλλον της φυλακής. Ο κουρδικής καταγωγής Νούρι, έγκλειστος στο παρελθόν λόγω εμπορίου ουσιών αποφασίζει να κάνει μία νέα αρχή στη ζωή του. Ζει με την αγαπημένη του Κάτια(φοιτήτρια), η οποία απορρίπτοντας την επικριτική μητέρα της γεννάει το παιδί του και ζουν ευτυχισμένοι. Ο ίδιος διατηρεί ένα φορολογικό γραφείο που εξυπηρετεί Τούρκους μετανάστες στη γειτονιά του Κρόιτσμπεργκ, στην πόλη του Βερολίνου. Έξι χρόνια κυλούν ομαλά. Η τραγωδία ξεκινά με αφετηρία μία έκρηξη, που  κόστισε τη ζωή στο Νούρι και το γιό τους. Μία έκρηξη που αποδείχτηκε στοχευμένη ρατσιστική επίθεση με υπαίτιους ένα ζευγάρι Γερμανών νεοναζί.

Οι σεναριακές επιλογές δεν είναι τυχαίες. Δεν γίνεται λόγος για μία ενδεχόμενη ρατσιστική επίθεση. Ο σκηνοθέτης, με  την ταυτότητα του Γερμανού με ρίζες από την Τουρκία συγγράφει αυτήν την υπόθεση ως απάντηση στα αυξανόμενα φασιστικά μέτωπα που αναπτύσσονται αυτήν την περίοδο στη χώρα του, αλλά και στην Ευρώπη συνολικά. Έχει αναφέρει μάλιστα σε συνέντευξη του, πώς ο ίδιος στην πραγματικότητα αποτελεί στόχαστρο των νεοναζί. Την ίδια στιγμή, επηρεασμένος από το χρονικό εννέα δολοφονιών, με θύματα κάποιους Τούρκους, έναν Έλληνα και μία Γερμανίδα αστυνομικό από Γερμανούς νεοναζί έρχεται να μας αφηγηθεί  τον αγώνα μίας μητέρας. Μίας μητέρας που η ζωή της αλλάζει από τη μία μέρα στην άλλη. Και εκεί που μία κοινωνία προσδοκά από τα όργανα του κράτους να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να καταδικάσουν τους ενόχους, αυτή η ταινία μας επιβεβαιώνει για τις αντίθετες εξελίξεις. Η δικαιοσύνη είναι τυφλή. Ο αγώνας είναι προσωπικός. Οι ρατσιστικές τάσεις αναπτύσσονται λόγω του ενδότερου μίσους απέναντι στο  διαφορετικό και εντάσσονται στο πλαίσιο του παρακράτους. Το κράτος από την άλλη, όπως γίνεται άμεσα λόγος στην ταινία, κάνει τα πάντα για να διατηρήσει ζωντανή κάθε τέτοια ροπή προς το φασισμό.

 Με κάμερα στο χέρι, ο Ακίν παρακολουθεί τις αντιδράσεις όλων των ηρώων στα γεγονότα. Μάλιστα ενδιαφέρουσα ήταν η εισαγωγή κινηματογραφικών κεφαλαίων με τη χρήση ενδιάμεσων τίτλων που αποδίδουν τη σχέση του ζευγαριού σε όλες τις χρονικές περιόδους. Ενώ στο τέλος, εντάσσει το παιχνίδι της εναλλαγής σκοταδιού-φως ως αποτύπωση της ψυχολογικής κατάστασης – φινάλε.
 Το δράμα εστιάζει πρωτίστως  στο βίωμα της πρωταγωνίστριας, μιας και τον ενδιαφέρει η ανθρώπινη προσέγγιση. Η υποκριτική ικανότητα της Νταιάν Κρούγκερ, αναδεικνύει συνολικά την δυναμική προσωπικότητα του χαρακτήρα. Τα πλάνα με τις  ευτυχισμένες οικογενειακές στιγμές που αναφέρονται στο παρελθόν, ενισχύουν την τραγικότητα της εμπειρίας της. Ο φακός του σκηνοθέτη αποτυπώνει κάθε μάχη που δίνει η κεντρική ηρωίδα καθημερινά για να εξασφαλίσει τη δικαιοσύνη. Μάλιστα, πριν την εύρεση των ενόχων, το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον αλλά και η ίδια η μητέρα της Κάτια στρέφουν το βλέμμα τους στην έμμεση ενοχοποίηση του ίδιου του θανόντος ,λόγω των εμπλοκών που είχε στο παρελθόν με τα ναρκωτικά. Συνεπώς η μάχη που δίνει είναι διπλή. Είναι στιγμές που σκέφτεται να αποχωρίσει από το παιχνίδι της δίκαιης διεκδίκησης, ακόμη και της ίδιας της ζωής. Άλλες, φαίνεται να κινεί η ίδια τα νήματα για να φτάσει στη λύτρωση. Πρόκειται για μία προσωπικότητα ρεαλιστική, που ξεφεύγει από το χολυγουντιανό πρότυπο. Οι σκηνές  του δικαστηρίου παρουσιάζουν τα αληθινά πρόσωπα των ηρώων. Αυτών που αναζητούν τη λύση στο πρόβλημα και την καταδίκη των ενόχων και εκείνων που χρησιμοποιούν όποιο μέσο υπάρχει για να αποτρέψουν την αυτονόητη νίκη των πληγέντων.

 Ένα ψυχολογικό θρίλερ με τρεις διαφορετικές εμπλεκόμενες χώρες  που  αποτελεί μία ολοκληρωμένη παρουσίαση του κοινωνικού γίγνεσθαι. Η Γερμανία και η άνοδος  του νεοναζιστικού μορφώματος που πλήττει την κοινωνία της. Η κουρδικής και τούρκικης καταγωγής κοινότητα που ζει και εργάζεται στη συνοικία του Κρόιτσμπεργκ στο Βερολίνο, η οποία γίνεται στόχαστρο των ακροδεξιών ρευμάτων λόγω της καταγωγής τους. Οι Γερμανοί που ζουν «ειρηνικά» μαζί με τους μετανάστες(Κάτια,δικηγόρος). Και, τέλος η απροσδόκητη εμφάνιση του Γιάννη Οικονομίδη στο ρόλο του μέλους- εκπροσώπου της Χρυσής Αυγής στην Γερμανία. Ένας πετυχημένος συνδυασμός, που αποσκοπεί στην αποτελεσματική έκθεση της σχέσης και της αλληλεπίδρασης μεταξύ των ρατσιστικών ρευμάτων που αναπτύσσονται αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη.

Με  ένα φαινομενικό πεσιμισμό  και ένα αμφιλεγόμενο αλλά δυναμικό τέλος σηματοδοτείται η ουσία της ενέργειας, ακόμη και με το κόστος που επιφυλάσσει. Πρόκειται για ένα μήνυμα που αποτελεί εναρκτήρια αναφορά, για τη δημιουργία ενός διαλόγου. Ένα σινεμά δραστήριο, το οποίο σου δίνει τροφή για σκέψη. Και αυτό συνδέεται με την αμεσότητα που διαθέτει αυτό το κινηματογραφικό είδος. Mία πολιτική υπόθεση και παράλληλα μία προσωπική ιστορία εκδίκησης. Από τη στιγμή που οι άμεσοι κρατικοί φορείς δεν αποκαθιστούν τη δικαιοσύνη, μία μητέρα αναλαμβάνει δράση και καταλήγει μόνη της στη λύση, πιστή στο «Μαζί ή Τίποτα». Η ταινία κλείνει με την Lykke Li στο «I Know Places» να συνοδεύει συμβολικά αλλά και ιδανικά το κινηματογραφικό φινάλε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου