Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Απόσπασμα | ΄Οπως κι αν έρθει αυτό το βράδυ | Διονύσης Μαρίνος









Από το διήγημα

"Το πρόβλημα με το ταβάνι".


[...]

΄Ολα έγιναν τόσο απλά, τόσο φυσικά. Επομένως τι μπορούσαμε να φαντασούμε ; Ποιοι είμαστε εμείς που θα σκεφτόμασταν κάτι άλλο από αυτό που έγινε; Στην αρχή αντιμετωπίσαμε την κατάσταση με καυστικό γέλιο. Τόσο απλά το μπετόν ράγισσε - ανεπαίσθητα στην αρχή, σαν τρίχα πάνω στο πέτο του σακακιού - κι ύστερα άνοιξε διάπλατα απλώνοντας έναν πελώριο ουρανό μέσα στο δωμάτιο. Οι κολόνες υποχώρησαν αισθητά, έγιναν αβαρείς και πάνω από τα κεφάλια μας κάτι το εντελώς πρωτόγνωρο, το κενό άρχισε να κουνιέται - σαν εξέδρα που επέπλεε μέσα στη θάλασσα. Το απόλυτο κενό, κεντημένο με ξέφτια γαλάζιου ουρανού και με κάτι πιτσιλιές που πρέπει να ήταν παραγεμισμένα σύννεφα, μας χαιρετούσε. Ανταποδώσαμε ευγενικά τον χαιρετισμό.

Για μέρες δεν μας έκανε τίποτα εντύπωση. Τα απογεύματα καθόμασταν όπως πάντα στον καναπέ, βλέπαμε τηλεόραση, μαλώναμε ποιο πρόγραμμα θα επιλέξουμε να παρακολουθήσουμε (ο μπαμπάς πάντα κέρδιζε γιατί ήθελε να δει αθλητικά) και όταν η διένεξη τερματιζόταν με το φαγητό μας άηχα, εξουθενωτικά, πού και πού σηκώναμε τα μάτια προς την τρύπα (μια στάλα, μόνο όσο κρατάει ένα δευτερόλεπτο) και αμέσως επιστρέφαμε στα παλιά και στα συνηθισμένα. Ο καθένας στον εαυτό του. Ακόμα και οι συγγενείς και οι φίλοι που έρχονταν να μας επισκεφτούν - αν και αυτό δεν γινόταν πολύ συχνά καθώς ο μπαμπάς τους απεχθανόταν όλους - ακόμα και τότε κανένας δεν θεωρούσε πως κάτι το αγωνιώδες και επιτακτικό είχε επιβληθεί στο σπίτι μας και στις ζωές μας. Οι μεγάλοι συζητούσαν για τα πολιτικά αερίζοντας δίχως κόμα τα μεθυσμένα στόματά τους, οι γυναίκες ξεκινούσαν το κουβάρι του κουτσομπολιού χαμηλώνοντας τη φωνή για να μη βγαίνουν τα λόγια τους έξω από το τρύπιο ταβάνι κι εμείς, τα παιδιά, παίζαμε ήσυχα χωρίς να διαμαρτυρόμαστε πλέον για την κάπνα από τα βρομοτσίγαρά τους. Τι ευτυχία : ο πηχτ΄ςο αέρας του σαλονιού ανανεωνόταν συνεχώς με έναν εντελώς φυσικό τρόπο.

Το πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν ένα βράδυ άρχισε να βρέχει. ΄Ηταν επόμενο. Βυθισμένοι στη χαρά ενός θερμού και ανεκτίμητου καλοκαιριού, είχαμε ξεχάσει τη φυσιολογική αλληλουχία των εποχών που δεν θα ήταν πάντα με το μέρος μας. Εν μέσω καύσωνα ήταν όντως, ιδεώδης κατασκευή αυτή η έλλειψη κατασκευής πάνω από τα κεφάλια μας. Δεν χρειαζόταν καν να χρησιμοποιήσουμε τα κλιματιστικά μηχανήματα για να αντισταθούμε στις καυτές μάζες που έγδερναν τα σώματά μας. Η ιδέα ήταν της μαμάς και την ακολουθήσαμε όλοι με ικανοποίηση. Ο μπαμπάς και η μαμά κοιμόντουσαν αγκαλιά στον καναπέ του σαλονιού κι εμείς, τα παιδιά, στο πάτωμα, που στα μάτια μας φάνταζε ως ο ιδανικός χώρος για παιχνίδι μέχρι το πρωί. ΄Ωσπου ήρθε το φθινόπωρο και όλα άλλαξαν δραματικά. Στην αρχή σιγανά, σαν μικρές νεογέννητες σπίθες, οι στάλες έσκαγαν πάνω στα κεφάλια μας, στις πλάτες των επίπλων στην τηλεόραση. Μέχρι που τη βραχυκύκλωσε. Και τότε καταλάβαμε πως κάτι συνέβαινε σ΄αυτό το σπίτι. Ο καθένας, βέβαια, είχε να σκεφτεί για τις δικές του απώλειες, που δεν ήταν απαραίτητα ίδιες με του διπλανού του. Η αδερφή μου, ας πούμε, άρχισε να κλαίει όταν είδε το τετράδιο με τις χαλκομανίες της να μοιάζει με φουσκωμένο λάχανο και οι παιδικοί της ήρωες, που με επιμέλεια τους είχε κολλήσει έναν έναν ανά φύλλο τετραδίου να έχουν μετατραπεί σε ζαρωμένα ζωάκια. Η μαμά στεναχωρήθηκε για τον καναπέ, καθώς ήξερε πολύ καλά πως η αλκαντάρα ήταν ακριβό ύφασμα που δεν μπορείς κάθε μέρα να το αγοράζεις για να ντύσεις τα διακοσμητικά σου όνειρα. Εγώ πάλι, μέσα σε αυτόν τον απροσδιόριστο βούρκο, δεν μπορούσα να παίξω μπάλα όπως συνήθιζα κάθε απόγευμα. ΄Ενας συμμαθητής μου με ενημέρωσε για την ύπαρξη ενός αθλήματος που ονομαζόταν γουότερ πόλο και το οποίο συνδύαζε με θαυμαστό τρόπο την μπάλα με το νερό. Αλλά [...]



Το πρόβλημα με το ταβάνι, Διονύσης Μαρίνος, από τη συλλογή διηγημάτων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου