Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2017

Αυστηρά παρανοϊκός μονόλογος | Ραφαέλλα Μανέλη


-Έχω τόσο πολύ ταριχεύσει μέσα μου

κάθε μικρή αίσθηση αυτών των χρόνων,

τόσο ένα με το δέρμα μου έχουν γίνει όλα

που είναι ώρες που νιώθω πως με σκάβει κάποιος,

οικεία παρανοϊκός,

με σκουριασμένη τσάπα

ή μ' ένα από εκείνα τα ανατριχιαστικά εργαλεία οδοντιάτρου.

Σπαστικά και με άκρα λεπτομέρεια μου εξηγεί τις πληγές μου μια μια.

Όπως λογικά φαντάζεστε,

τον χαρακτηρίζει εκείνη η άχαρη σοβαρότητα των γιατρών

που όλοι επιθυμούμε να αποφεύγουμε.

Ξαφνικά ξεκινά να μου απαριθμεί τους κινδύνους που φέρει η ουτοπική πεποίθηση σ' ένα καλύτερο κόσμο.

Καταλάβατε, μιλά για εκείνη τη δυνητικά υπαρκτή κοινωνία που δεν θα διαπραγματευτούμε τα αυτονόητα.

Μου σχολιάζει με πικρόχολο ύφος, φτυστός η γιαγιά μου, το λάθος μου να υπολογίζω στις ανθρώπινες σχέσεις χωρίς, άκουσον άκουσον, να έχω την εκάστοτε φορά ένα, έστω, πρωτόλειο σχέδιο τακτικισμού κατά την ερωτική συναναστροφή.

Δεν είχα, λέει, καν την ενσυναίσθηση να φορέσω το κλασσικό προσωπείο αδιαφορίας και σοβαροφάνειας. Ξέρετε σε ποιο αναφέρεται. Αυτό που βγαίνει από το μετρό, αυτό που μιλά στην τηλεόραση, αυτό που περπατά και σας χτυπά στο δρόμο, αυτό το απρόσωπο που αγνοεί την πραγματική αιτία συνάρθρωσης των ανθρώπων στην κοινωνία και γίνεται μετά ευχαρίστησης κομμάτι κοιλιόδουλου συστήματος που αλέθει την ανθρώπινη ψυχολογία. Βαρύγδουποι οι χαρακτηρισμοί, το γνωρίζω, αλλά ποιός μπορεί να αντεπιχειρηματολογήσει;

Τίποτα εγώ χαμπάρι από αυτά. Ήμουν κι ανεπίδεκτη, λέει.
Δεν μαθαίνω χρόνο με το χρόνο.
Δεν κατάλαβα τίποτα από Αντιγόνη και Άμλετ κι έχω παραμείνει ξεβράκωτος παλιάτσος Ρίτσου και Λειβαδίτη να κρέμομαι από ξεκρέμαστες ημιθανείς σελίδες βιβλίων κι αγαπημένα χέρια, συνήθως, θα έλεγα, αντρικά.

Κι ο σιχαμένος, ο ματαιόδοξος, ο κυνικός που μου θυμίζει μια παλιά μου φίλη, σχολική, που είχε με τρομερή ευφυία προσδώσει στους ανθρώπους χρηστική και ανταλλακτική αξία, με έχει καταλάβει για τα καλά.

Με ρωτάει κάθε ένα λεπτό, τι τους θέλω και τους κουβαλάω όλους πάνω μου.
Τους βρίσκει λέει παντού. Δεν εννοεί να καταλάβει ότι γινόμαστε αυτό που αρχικά επιθυμήσαμε σαν ευχή και σαν αμαρτία. Εγώ την είδα συνονθύλευμα μικρή.

Σε κάθε εκατοστό μαζί με άλλους τον βρίσκει.

Εκεί σταθερά και γοητευτικά να μου μιλάει και να μου γελάει γνεύοντας καταφατικά στις αδυναμίες και τις παραξενιές μου, καταδικάζοντας με να γράφω ημερολογιακά και να κατανοώ συχνά.

Άλλωστε, όταν ο γδούπος του μεγάλου συναισθήματος σε παρατήσει και δεν έχεις καταφέρει να κατανοήσεις, απέτυχες παταγωδώς. Στον έρωτα οφείλεις να μπαίνεις γυμνός, να παραμένεις γυμνός. Ντύσου με όποιο καλό συναίσθημα διαθέτεις, ας είναι πολλά, ας είναι ένα. Θα φύγεις σκεπασμένος.

Που λέτε...εκείνος ο αχρείος που με ψαχουλεύει, λίγο πιο δήμιος από τις αγάπες μου, λίγο πιο ανακουφιστικός από τον μεσημεριανό έρωτά τους, κάθε τόσο σαν αυτόχθονος του είδους σαδιστής γυρίζει και με ρωτά που τον έκρυψα. Με κοροϊδεύει, λοιπόν. Μια τον βλέπει παντού και μια τον χάνει, λες και δεν ξέρει πως έχουμε όλοι ένα σημείο αναφοράς. Άλλοι μια παταγώδη αποτυχία, άλλοι μια αναίμακτη κι ανέραστη συναναστροφή, εγώ, τον μονόλογο της Σάρας Κεήν, κατά προτίμηση.

Του εξηγώ μάταια μα μηχανικά πια, τη δύναμη της αρχικής πρόθεσης, που ακόμα και κοινωνιολογικά, την επιστήμη μου μέσα, θα μεταφραζόταν σε ένα σύστημα εισροών και εκροών, όπου προσφέρω στο ερωτικό μου σύστημα μια προδιάθεση δυνατής επαφής κι ερωτικού διονυσιασμού και παίρνω τον εαυτό μου πίσω συχνά σε κομματάκια, μα μακροπρόθεσμα ομορφότερο και τελικά αγαπημένο και λατρεμένο. Ακόμα και συστήματα αυτός μου έμαθε.

Έτσι, λοιπόν, το δικό μου σημείο άλφα πέρασε σε κάθε κύτταρου του δέρματος μου.

Έγινε, για μένα, ίδια η αρχή του απαράβατου όλου της συνύπαρξης

που αργά μα γοερά προχωρούσε για να ολοκληρωθεί.

Στο γενετικό μου υλικό φέρω πια

μια γνώριμη των πάντων έλξη στον ερωτά, σαν βασική αρχή κ απώτερο τέλος.

Τον έρωτα που για να μην φθαρεί μια μέρα ξύπνησα και τον κατάπια και τον χώνεψα και τώρα είναι παντού κι είναι μαζί μου.

Γιατί με ρωτάει, λοιπόν, για την αδυναμία του σώματος να απωθήσει την αίγλη της ταραχής των πρώτων καλών ερωτικών στιγμών; Τίποτα καλύτερο από τις καλές ερωτικές στιγμές της εξαϋλωσης όταν δεν υπάρχει τίποτα να σου ταράξει την απόλαυση των ηδονών. Όλα είναι το σώμα που λειτουργεί μνημονικά. Χωνεύοντας αγάπη αφέθηκαν ξεκρέμαστα τα δάχτυλα μου να τρέμουν να ενωθούν και τα νύχια μου να ζητήσουν.

Μα τι λέει, επιτέλους, ο γελοίος; Αν μπορούσαμε όλοι να διαλέξουμε μια και μοναδική στιγμή για να ζήσουμε, θα ήταν το βογκητό και το χαμόγελο του έρωτα, μαζί.

Απνευστί και μπερδεμένα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου