Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Έσοπτρα | Ματθαίος Λεωνίδας


Οι Μούσες έχουν από νωρίς πέσει για ύπνο. Οι κραυγές εντός μου στο κρεσέντο τους, σημαίνουν φιέστα αυτοφαγίας στη θερινή ραστώνη. Ένα κοπάδι λυκόρνια τσακισμένα στα βάραθρα, κερασφόρα όντα βαμμένα στο αίμα μετάγουν τα σώματά τους. Με τρέχουν οι σκέψεις μου, ένα ενύπνιο με τρέχει στη Λυκαβηττού, με φτάνει στο σαλτάρισμα. Όλοι έχουμε κάποιο όνειρο από το οποίο υποφέρουμε παιδιόθεν.

Δεν έχει ειρμό το πνεύμα αυτές τις μέρες, τη μία βρίσκομαι να ψαρεύω σαργούς απίκο στο Ιόνιο, την άλλη να θέλω να κρύψω τον εγωισμό στην χασμωδία της πιο ηχηρής κι αλαργινής λέξης, ξανά να μη με απασχολήσει. Φθείρομαι να σκηνοθετώ συνεχώς πρόσωπα, πολυελαίους κρυστάλλινους, τραπέζια και κουζινομάχαιρα σε λιβάδι γεμάτο στυγερά ασφοδίλια, η ροή μου διακόπτεται ένεκα κλινήρους υποβολέα.

Θα φτύσει αίμα αυτός ο Ιούλιος, σας λέω, θα το πληρώσει ακριβά. Δώστε μου ένα κάτοπτρο για να σπάσω πάνω του τα μούτρα μου, να έρθει η ικανοποίηση να θρονιαστεί με επιβεβαίωση μπρος στο βλέμμα μου. Θρύμματα απ’ τα μούτρα μου τριγύρω, το κάτοπτρο να μη βάλλεται από κανένα προσωπείο. Να μείνω εδώ ν΄ απορώ κερματισμένος πώς επανέρχεσαι σ’ ολότητα. Και τρέχει και έτρεχε ο χρόνος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου