Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Τηλεγράφημα (ξεφτισμένου) Σαββάτου |Ματhilde.

Αυτό το λεωφορείο αργεί απόψε.
Σάμπως βιάζομαι;

Είναι τα χαμομήλια που μάζεψα που βιάζονται να μη μαραθούν, πριν γνωρίσουν σπιθαμή αξιοπρέπειας σ’ ένα βάζο.

Τι λες;
Σήμερα μιλάς πολύ.

Και τι να τις κάνω τις λέξεις όταν μία μία  ζυγιάζουν αόριστα εγκλήματα σε δάκτυλα τεράτων;


Κράτα τες για ‘σενα
και για τα αμαρτήματα των Αναστολών σου.


Εμένα η σιωπή μου δεν εξημερώνεται με Αναστολές
ακόμη κι όταν της ούρλιαζαν
οι ατακτοποίητες κραυγές του Βορρά σου,

έτσι χλωμές κι παγερές όπως τριγυρνούσαν μες στα δρομάκια μου με ξεφλουδισμένα κόκαλα στα χέρια.


Είχαν κι αυτές χειμώνες να βαστάξουν,


διότι αρμόδιος ο Παντοδύναμος για τις εποχές
κι ο άνθρωπος για τα κρύα.


Και τι με νοιάζουν οι Αίολοι του χθες σου;

Και τι με νοιάζει το τότε;

Πάνε καιροί από τότε.



Ο Θεός πια βρήκε θρήσκευμα
κι η πίστη μας ορφάνια,

λέει ο γέρος στη στάση του μεταμεσονύκτιου λεωφορείου.


Και το λεωφορείο φθάνει.
Κάθεται στη γαλαρία
και μιλάει στα αυτοκίνητα( άραγε να ‘χει τσιγάρα;).


Να μη μιλάς για χθες.

Το χθες δεν έχει φιλότιμο.


Να βρεις μ’ άλλες μάσκες του Χρόνου να παίξεις.


Και τι με νοιάζει αν ξεραίνεται το σάλιο στο πιγούνι μου
αν δε το διψάς;

Και τι με νοιάζει αν λιώνουν τα παπούτσια μου
αν δεν περπατούν το δρόμο για το σπίτι σου;


Και τι να τα κάνω τόσα σπίρτα σ’ ένα λεωφορείο
που κουνά άδειες τις τσέπες μου από τσιγάρα.


Και ‘σένα τι να σε κάνω κατειλημμένο από άλλα στήθη χαρόντια;

Δε σε θέλω σε λείψανα.

Και ‘μενα τι να με κάνει πια ο Χρόνος,
τώρα ειδικά που πίστεψα στα λερωμένα του χέρια  

και δε του παραγγέλνω πια λυτρώσεις απ’την αδηφαγία των αιώνων.


Μα, δε το ‘ξερες καλέ μου,

πως δεν ευθύνονται τα γρανάζια που οι αιώνες

παραφέρονται τα βράδια;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου