Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Η πεμπτουσία: Ερωτικό Γύμνασμα | Τάσος Μαλεσιάδας

Η ερωτική σκηνή ενός ζευγαριού, που καταπατά τον χρόνο, τις διαστάσεις και ενώνει τα κορμιά του σ' έναν τόπο άσαρκο, χωρίς φωνή καμιά για την αοριστία του έρωτα και την αιώνια αυτή, ακατάσχετη επιθυμία μίας πράξης που ολοκληρώνει, στιγματίζει και σχηματίζει το υφαντό μίας αγάπης"

                                                                                                                    1.

Στα ημισκότεινα δωμάτια έβρισκε κανείς στις γωνιές κρυμμένα
χίλια θαύματα,
όλα τα φιλιά απ' τις κιτρινισμένες σελίδες των βιβλίων που πάλιωσαν
νοτισμένα από ιδρώτα και υγρασία
στολισμένα απ' τις χαμηλές φωνές που έρχονται απ' το βάθος της πόλης.

Τα φώτα των δρόμων δεν άγγιζαν το δωμάτιο
και μόνο κάποτε το φεγγάρι άνοιγε ένα μικρό ασημένιο πέρασμα
μέσα απ' τα παράθυρα
ίσα για να τονίσει και να σμαλτώσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της.

Στο φως αυτό, ακούγονταν οι μικροί ερωτικοί λυγμοί κι ανασασμοί.
Εκείνη έχει τώρα το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω 
και τα μαλλιά της,
όπως ένας καταρράκτης αστεριών που έλουσε το δωμάτιο
με την αργυροπρόβλητη λάμψη του.

Τα χέρια του, γλιστράνε στα πλευρά της με δύναμη,
έτσι που γλιστράει ο δυνατός ακατάβλητος ποταμός 
στις λείες
από το ρεύμα πέτρες.

Τα μάτια τους, κατασκότεινα, 
ένα με το θερμό πυρωμένο ημίφως
και τα δάχτυλά τους τεντώνονται
σαν κάθε στιγμή βυθίζονται ολοένα μέσα στη χαρά τους.

Τα μάτια σου, λέει, είναι η ασπίδα του ουρανού γερμένη απάνω μας,
για να μη δούμε ποτέ μας οι θνητοί μέσα στα μυστικά του.

Συνωμοτούν οι τοίχοι, φωνάζουν τα έπιπλα, ψιθυρίζουν οι δρόμοι,
όλοι οι κατατρεγμένοι βρίσκουν την καταφυγή μέσα στα μάτια της.
Τα μάτια της, που σαν ένα τοπίο σκληρό κι αφιλόξενο,
κρατά την γλυκύτητά του για εκείνους μόνο που θα το καταβάλλουν.

                                                                                                                     2.

Η τρικυμία κράτησε βλέπεις πολύ και την τρίτη μέρα εκείνη σαν γύρισε πλευρό,
του κρατούσε σφιχτά το χέρι μέσα στα δικά της. 
Ακουμπούσαν τόσα χέρια πάνω στο σώμα της, σαν ένα πολύτιμο παλιό κλειδί
για ένα σεντούκι στα βάθη της ψυχής της.

Κλείδωσε μέσα στα πνευμόνια του τη μυρωδιά των μαλλιών της
σφαλισμένη και πολύτιμη ανάσα...

Σε κάθε άγγιγμά της ξυπνούσε κι ένιωθε τον εαυτό του τιμωρημένο,
έχοντας ως ποινή την αιώνια καταδίκη της ζωής, πως πρέπει να την αγαπήσει όπως όλοι.
Ήθελε άλλα μεγέθη, δεν την χωρούσαν τα λόγια του,
έτσι την κράτησε σφιχτά στα χέρια του και την σήκωσε ψηλά
- για να τη χαρίσει στ' αστέρια.

Ύστερ' αποκοιμήθηκε. Εκείνη κράτησε το πόδι της πλάι στο δικό του
για ν' αποκτήσει τα βήματά του, ν' αποκτήσει όσα βήματα 
δεν είχαν κάνει μέχρι τότε μαζί.

Το πιάνο απ' την απέναντι γωνία έσερνε κάπως τις μελωδίες του το επόμενο πρωί.
Σαν είχε αφεθεί στα μάτια του, κέρδιζε τον χρόνο σε κάθε μάχη,
κάθε μία νότα ήταν ένας πύργος που καιόμενος έπεφτε, απ' το φρούριο της Αιωνιότητας.
Όλες οι πύλες ήταν ανοιχτές και κάθε νύχτα
σαν ένα αλώνι αποσκιωμένο οι σκέψεις, έμειναν να μαρτυρούν την ανεπίστρεπτη γαλήνη,
όπως ομολογούν μία ενοχή που δεν έχει σάρκα,
αλλά η σκέψη της και μόνο, σε ριγεί.



Quite Continental:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου