Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Ένας τελευταίος χορός | Τάσος Μαλεσιάδας

Χάρισέ μου ένα χορό ακόμα.
Τώρα που τα σύννεφα καλύπτουν λίγο το φεγγάρι,
κανείς δε θα σε δει να χορεύεις με εμένα
και κανείς δε θα μπορέσει να σου πει
πως προδίδεις ή δεν αγαπάς ή ξεχνάς,
μόνο θα σου πουν πως χορεύεις.
Όχι με εμένα, απλά με μια γυναίκα
-με μια μορφή καλύτερα.

Εδώ, δίπλα στη χιονισμένη προκυμαία,
με τα τελευταία σφυρίγματα των καϊκιών και τους ψαράδες
να φωνάζουν, να τρέχουν με σηκωμένους γιακάδες
ή κάποιοι πιο παλιοί απλά σιωπηλοί να κοιτάζουν την νύχτα -ίδια μουγγοί
ν' ατμίζουν τις φλόγες τους στο παγερό φύσημα του ανέμου,
έτσι κι εγώ νιώθω μια φλόγα να με γλείφει,
σαν λίγες γλώσσες μιας ατέρμονης φλόγας πάνω σ' ένα ξύλο
να καρτερώ για να ζητώ ένα χορό,
δικό σου χορό κι ας είναι άτσαλος και παιδικός.

Άπλωσε τα χέρια σου αργά πάνω στο δέρμα μου,
όπως συνήθιζες να κάνεις πριν κοιμηθώ,
όπως το απαλό σεντόνι τύλιγε το κορμί μου τις νύχτες
κι έτσι που η αγκαλιά σου τύλιγε όλη μου την αγάπη
βγάζοντας δυο λευκά φτερά που πετούσαν ως το ξημέρωμα
που άνοιγα τα μάτια μου και σε κοιτούσα.

- Ξεχνώ πολλές φορές πως ανήκεις πλέον αλλού
κι είναι εγωιστικό πολύ να σου ζητώ να χορέψουμε;
Μα ίσως φταίει το γεγονός πως μου λείπεις
και είναι λίγο ενοχλητικό το κρύο μακριά σου
και δε συνήθισα ακόμα να βλέπω την άδεια πλευρά του κρεβατιού,
ούτε τους δρόμους που περπατήσαμε αγκαλιά ερήμους -
Μόνο μη δαγκώνεις τα χείλη, σε παρακαλώ
και χάσουν τη τρυφεράδα και την απαλότητα που θυμάμαι
ή τα όμορφα λόγια βγούνε πλέον πιο τραχιά,
περνώντας μέσα απ' τις αυλακώσεις που ανοίγουν τα δόντια σου.
Και μη δαγκώνοντας τα χείλη κρατιέσαι να μη μου δώσεις
ένα τελευταίο δώρο,
τόσο ποθητό και πολύτιμο.

Χριστέ μου, πώς φυσάει!
Και πόσο όμορφο είναι το παλτό που φοράς,
ενώ το βλέμμα σου μένει παγωμένο κι άτεγκτο,
μόνο εγώ ξέρω πως είναι να λιώνει
και να σβήνει σαν κερί και να χάνεται,
σαν τις τελευταίες νότες ενός αγαπημένου τραγουδιού στο ραδιόφωνο
ή τον επιλογικό στίχο ενός ποιήματος, που δεν έμαθα τον τίτλο του.

Τα δάκρυα του ουρανού αγγίζουν τα μαλλιά μου,
αγγίζουν τη θάλασσα, ποτίζουν το χώμα.
Είναι η βροχή αγάπη μου ;
Ή μήπως εγώ που άλλα δάκρυα δεν έχω πια να δώσω
και φοβάμαι που στα εξομολογούμαι αυτά και στα λέω,
γιατί ξέρω πως δε σε συγκινούν
και πως σίγουρα σκέφτεσαι πώς να περάσει η ώρα,
για να σε συγκινήσει κάτι άλλο.

Και αναρωτιέμαι, αν σε συγκίνησα στ' αλήθεια
ή αν αξίζω αυτή σου τη σιωπή,
τα αδιάφορα βλέμματά σου που με πονούν,
τα βλοσυρά μάτια σου που με μαγνητίζουν
και οι λίγες αναθυμιάσεις απ' τα χνώτα σου,
σαν μυστηριακοί καπνοί που μ' αφοπλίζουν.

Πλέον, δε θα δεχτείς να μου ζεστάνεις
τα χέρια με ένα σου άγγιγμα.
Δε στο ζητώ, μα ξέρεις πόσο πολύ το θέλω
και βλέπεις πώς τρίβω τις παλάμες μου πάνω στις τσέπες του πανωφοριού μου
σαν να τρίβω το χώμα της γης που θα με σκεπάσει
ή όλα εκείνα τα χαρτιά που κρατώ φυλαγμένα.
Ποτέ δεν ρώτησες αν τα διαβάζω, αν τα 'χω σκίσει
ή απλά μένουν να κιτρινίζουν και να παλιώνουν
όπως οι αναμνήσεις που μου 'πες πως διαλύθηκαν
και πως με φάντασμα εγώ αγκαλιαζόμουν.

Ούτε θα μου διαβάσεις ξανά με τη φωνή σου,
όλους τους στίχους που έγραφες κοιτάζοντάς με
ή τους ποιητές που μας ανατρίχιαζαν
ή την καληνύχτα σου - αγάπη μου - που με έσερνε
σε μονοπάτια μυθικά, πρωτοφανέρωτα.

Και αμφιβάλλω - αλήθεια, ναι - αν η φωνή σου ήταν αληθινή
ή μέρος προσωπείου που 'χες για να με σαγηνεύσεις,
να σεληνοβατώ και να παραδίνομαι στα όνειρα
ξεχνώντας τα πρέπει, τα πώς ή τα γιατί.

Απλά σ' ονειρευόμουν αγάπη μου,
γιατί μέσα στο όνειρο δε φοβόμουν κανέναν,
έχοντας για ασπίδα μου και προσκέφαλό μου εσένα,
ένα φρουρό και στρατιώτη των χαρακωμάτων
με τις ιδέες και τα όνειρα και τις ελπίδες
που μόνο τα νιάτα και το μελάνι τις δικαιολογούν.

Μα ο κόσμος έξω είναι γέρικος και σκοτεινός
και λίγοι φάροι ειν' οι γραφίδες που μας σώνουν
μη συντριβούμε στις κακοτράχαλες πέτρες και τα όνειρα
που άλλος κανείς δεν τα μοιράστηκε μαζί μας.

Οι ώμοι σου ακόμη ακίνητοι ορίζουν το κορμί σου,
μα τα σφιγμένα χείλη σου σαν να'χουν μαλακώσει
μπροστά σ' αυτό το θέαμα το τόσο οδυνηρό.
Δεν έχεις ξαναδεί άλλη καμιά να κλαίει για σένα;
Ή μήπως όλα αυτά θαρρείς πως είν' τεχνάσματα που κάνω
για να μπορέσω να καρπωθώ τη ψυχή σου
και να σε πετάξω ύστερα,  σαν κάτι αχρείαστο,
πολύ δυστυχισμένο;

Και όμως γελάς σ' ένα σκυλί που μας κοιτάει πεινασμένο
και θυμάμαι ξανά πώς τα μάτια σου λάμπουν
- ας μην λάμπουν για μένα, μου αρκεί που τα ξαναβλέπω
να γυαλίζουν στην ομίχλη της νύχτας
και όχι από οργή ή από θλίψη καμωμένα,
μα με τρυφερότητα και αγάπη.

Ας χορέψουμε λίγα λεπτά, κάτω απ' τη συναστρία των αγγιγμάτων
δίπλα ακριβώς στον απαλό παφλασμό των κυμάτων
- α, τι παράξενο που θυμάμαι πως έλεγες τα μάτια μου θάλασσα
που όλο σε πνίγει, σε παρασέρνει
και σ' οδηγεί σε βυθούς δίχως σήμερα ή αύριο -
Χριστέ μου πώς βρέχει!
Και γιατί δεν μπαίνεις κάτω απ' την ομπρέλα και βρέχεσαι ;
Α ναι, το ξέχασα. Είναι η δική μου ομπρέλα
και το άγγιγμα της βροχής πάντα σ' άρεσε
και ποια είμαι εγώ που θα σου στερήσω
τη συναισθηματική έκρηξη του ουρανού να αγγίξει το κορμί σου ;

Το μεγάλο ρολόι δίπλα στον γκρεμισμένο όρμο
σου δείχνει την ώρα.

Δώδεκα παρά. Δώδεκα. Δώδεκα και κάτι...

Θα 'θελες τώρα να μοιράζεσαι τα φιλιά σου αγάπη μου,
που ζωγράφιζαν πάνω στον καμβά του κορμιού μου
χιλιάδες ιστορίες μιας εποχής που δεν υπήρξε
και την έφτιαξες για μένα. Μόνο.

Μη χάνεις την ώρα σου, είσαι βρεγμένος κι αμείλικτος.
Ξέρω πως θυμάσαι τα πάντα και έπρεπε να μου αρκεί.

-Γιατί δεν μου αρκεί; Γιατί σου μιλάω ακόμα;
Γιατί να θέλω να χορέψω μ' εσένα κάποια μουσική
που θα μοιραστείς μ' άλλη καρδιά; Γιατί μ' άλλη καρδιά; -

Το σκυλί προχώρησε χωρίς νάβρει φαγητό,
εδώ 'δε μόνο ξεραμένα απομεινάρια μισοφαγωμένων ονείρων
και λέξεων ή υποσχέσεων που πέσαν στο κενό.
Όσοι αφοσιώθηκαν στο τι δεν τέλειωσαν χθες
και το συνέχισαν την επομένη,
έμειναν να θυμούνται σαν πάντα
πώς έξυσαν τις πληγές τους ανοίγοντάς τες, όπως άνοιξα την ομπρέλα μου
σ' αυτή την λειψή βροχή που μόλις τελείωσε.

Έφυγαν και τα τελευταία καΐκια χαμένα στην νύχτα,
με λυχνάρι τ' αστέρια και ναυτίλους τα κύματα
και την μπόρα που έφυγε μόνη τους συντροφιά.
Μόνη συντροφιά, όπως οι λέξεις σου για μένα
που σιγά-σιγά εξαφανίζονται και χάνονται
μέσα στα σπλάχνα των παλιών αναμνήσεων.

Μην γυρνάς την πλάτη σου στη θάλασσα!
Μήτε σε εμένα, σε παρακαλώ.
Και μην ξεχνάς, τις λίγες στιγμές που μένεις μόνος σου
πως ούτε τότε είσαι μόνος, γιατί σε σκέφτομαι εγώ
που όσο θέλω να θάψω τις μαχαιριές σου,
τις δικαιολογώ και τις καλύπτω, έτσι ώστε να τις βλέπω μόνο εγώ
και να σε συμπονώ που μου τις έκανες.
Θα 'χες τους λόγους σου.

Ας μη χορέψουμε, ας μη σ' αγγίξω.
Μίλησέ μου λίγο για να ακούσω τη φωνή σου
και ας ξέρω πως κι εκείνη αλλού έχεις χαρισμένη,
δώσε μου έστω μια στιγμή τ' απομεινάρια της χροιάς σου
που για μένα ειν' η αγάπη σου
και ό,τι σε θυμίζει, ό,τι με πονάει, ό,τι αγαπάω ή αγάπησα ή μίσησα ή ερωτεύτηκα, τελοσπάντων!

Δώσε μου ό,τι έχεις,
έτσι ώστε μη φύγω με καρδιά κενή απ'αυτή την εξομολόγηση.

Και ας θυμάμαι μ' αγάπη τη φωνή σου,
νομίζοντας πως βγήκε για μένα μόνον έτσι
απ' τα έγκατα της ψυχής σου
και να καρτερώ τη στιγμή που κι εκείνη
θα 'ρθει αναλλοίωτη να με βρει
εκεί που θα την περιμένω.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου