Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Συνέντευξη | Dr. Λουκάς Κονανδρέας | Συγγραφέας του βιβλίου "Καλύτερα Σκοτωμένη, Παρά Χωρισμένη"


Συνέντευξη: Χάρις Γεωργίου 

Συζητήσαμε με τον Dr. Λουκά Κονανδρέα, συγγραφέα του βιβλίου "Καλύτερα σκοτωμένη, παρά χωρισμένη", το οποίο και μελετήσαμε και του θέσαμε τις ερωτήσεις μας. Ζητήματα τιμής που ξεπηδούν από άλλες δεκαετίες στη χώρα μας, αλλά σε κάποιες άλλες χώρες είναι ακόμα επικαιρότητα. Ενδοοικογενειακή βία. Μία ιστορία από το παρελθόν που μιλά για το παρόν και μία συνέντευξη που αξίζει να διαβάσετε.

1. Αρχικά, θα ήθελα να σταθώ στο γεγονός ότι είστε απόφοιτος ελληνικού πανεπιστημίου, ωστόσο, ζείτε και δραστηριοποιείστε στο εξωτερικό. Θα μπορούσε κανείς να πει, πως είστε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα brain drain της εποχής σας. Θεωρείτε πως η μετανάστευση ήταν εξίσου διαδεδομένο φαινόμενο τότε; Πώς εκτιμάτε την κατάσταση σήμερα και εν όψει της έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ; Επιπλέον, θα θέλατε ίσως να μοιραστείτε κάποια από τα πράγματα που συναντήσατε φτάνοντας στην Αμερική ως μετανάστης; 

Η μετανάστευση των Ιατρών στην Αμερική ήταν μεγαλύτερη τότε. Από τους απόφοιτους της Ιατρικής Αθηνών και την τάξη μου πάνω από 25 έφυγαν για την Αμερική. Πιστεύω ότι περίπου οι μισοί επέστρεψαν. Σήμερα η μετανάστευση αυτή θα ήταν σίγουρα  εξίσου ή και περισσότερο διαδεδομένη,  αν οι εξετάσεις που χρειάζονται για να μπορέσει κάποιος να έλθει ήταν πιο εύκολες. Επιπλέον, επειδή ο ίδιος έφυγα με εφόδια από την Ελλάδα και με προορισμό μια χώρα που δίνει κατά γενική ομολογία στους μετανάστες τις περισσότερες ευκαιρίες από οποιαδήποτε άλλη, μου δόθηκε ένα δυσανάλογο με τους περισσότερους αβαντάζ και η  γνώμη μου μπορεί να έχει στοιχεία  υποκειμενισμού. Ήξερα αρκετά Αγγλικά για να μπορώ από την πρώτη στιγμή να επικοινωνώ. Και είχα και οικονομίες που ήταν αρκετές μέχρι την στιγμή που άρχισα να πληρώνομαι από τη δουλειά μου. Και πήγα πρώτα στο Τορόντο του Καναδά όπου είχα πολλούς συγγενείς και της ηλικίας μου μάλιστα. Με λίγα λόγια αν ήταν να αναφερθώ με μια λέξη για την κατάστασή μου φθάνοντας στην Αμερική θα ήταν: «Αισιοδοξία».
Αν και σέβομαι την έρευνα που έγινε από την ΕΛΣΤΑΤ  θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να καταμετρηθούν και αυτά που θα φέρουν όταν επιστρέφουν αυτοί που έφυγαν.  Πιστεύω, επίσης, ότι η έρευνα αυτή της ΕΛΣΤΑΤ θα έπρεπε να λάβει υπ’ όψιν εκτός από χρήματα  και άλλα θέματα. Ένα από αυτά:  Η ανάγκη της τωρινής μετανάστευσης από την Ελλάδα ήλθε επειδή η οικονομία έφτασε εκεί που έφτασε. Αν και τα αίτια της κατάστασης της οικονομίας είναι πολλά δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί που δεν αναγνωρίζουν ότι ένα πολύ σπουδαίο ήταν η νοοτροπία του λαού, η οποία είχε διαπλαστεί μεν από παλαιά από κατακτητές μας άλλα και την οποία συνέχισε να υποθάλπει ο μεγαλύτερος εργοδότης: Το Ελληνικό κράτος. Το αποτέλεσμα;  Οι εργάτες  ούτε ενδιαφέρον  είχαν για παραγωγικότητα άλλα ούτε και κανείς τους δίδασκε ή τους πίεζε να αλλάξουν.
Φοβούμαι ότι αν το 2008-10 κάποια δύναμη πλήρωνε  όσα χρωστούσε η πατρίδα και η κοινωνία και το κράτος παρέμειναν όπως ήταν, θα ήταν θέμα χρόνου μέχρι να ξαναφτάσουμε στο ίδιο σημείο φτώχειας.

2. Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο, ο οποίος σκέφτεται να εγκαταλείψει τη χώρα;

Αν είχαν δουλειά οι νέοι θα έλεγα να παραμείνουν στην Ελλάδα, άλλα από ό,τι ξέρω πάνω από 50% είναι άνεργοι για σχεδόν 8 χρονιά. Επιπλέον, το «εκτός» σήμερα σημαίνει κυρίως Ευρώπη. Δηλαδή δυο ώρες αεροπορικώς. Μπορούν, λοιπόν, να κάνουν διακοπές στην ηλιόλουστη Ελλάδα. Ακόμη και κάποια Σαββατοκύριακα μπορούν να έρχονται, αν βελτιωθούν τα οικονομικά. Εκτός από τη δουλειά σε μια άλλη χώρα, θα έχουν παράλληλα την ευκαιρία να μάθουν καλά μια ξένη γλώσσα, μια νέα κουλτούρα. Και πάντα να έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους ότι κάποια στιγμή, ίσως επιστρέψουν στην Ελλάδα για να ξεκινήσουν μια δική τους δουλειά, με Ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Φυσικά, όταν θα φτάσει η ώρα της συνταξιοδότησης, εννοείται ότι μπορούν να πάλι να επιστρέψουν στην Ελλάδα. 
Σκέπτομαι επίσης σε συνάρτηση με το θέμα της τωρινής μετανάστευσης από την Ελλάδα, την τύχη των προηγουμένων μεγάλων μεταναστευτικών εξόδων του 1900-1915 και 1950-60 προς τις ΗΠΑ.  Ναι σκληρή δουλειά, ξενιτιά, διακρίσεις κτλ, αλλά η Ελληνοαμερικανική κοινότητα ανθεί εδώ. Και έχει που ανθεί πριν ακόμη από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο
Τέλος αν  ήταν να δώσω κάποια συμβουλή  σ’ ένα νέο που σκέπτεται να εγκαταλείψει τη χώρα θα έλεγα: Ετοιμάσου για αλλαγές. Μάθε τη γλώσσα της χώρας που θα πας όσο καλύτερα μπορείς πριν φύγεις. Φύγε σαν οικογένεια, όχι μόνος. Συναναστρέψου έως ένα βαθμό με το Ελληνικό στοιχείο που υπάρχει εκεί που πας άλλα μην κλείνεσαι σ’ αυτό. Δες πώς ζουν και εκείνοι εκεί και χωρίς να χάσεις την ταυτότητά σου, διάλεξε με σοβαρότητα τα καλά που βλέπεις. Μετέφερε αυτά τα καλά στην Ελλάδα κάθε φορά που την επισκέπτεσαι ή όταν γυρίσεις μόνιμα. Και φρόντισε όταν θα έλθει εκείνη η ώρα της επιστροφής να έχεις και οικονομίες, κάτι καλό για τον εαυτό σου αλλά και για τη χώρα που άφησες για να ξενιτευτείς. Και πάντα να έχεις στο νου: Είσαι πιο έξυπνος από ό,τι σου λένε και σε έχουν κανει να νομίζεις. Πιο έξυπνος και από τους άλλους γύρω σου. Μην φοβάσαι.  

3. Ας περάσουμε, στο βιβλίο σας. «Καλύτερα σκοτωμένη, παρά χωρισμένη», το οποίο απεικονίζει
γλαφυρά τη θέση της γυναίκας την προπολεμική περίοδο, η οποία ωστόσο, τυγχάνει να είναι ακόμα πραγματικότητα σε αρκετά μέρη του κόσμου. Θεωρείτε πως η «Παναγιώτα» θα μπορούσε ίσως να αποτελέσει τη «θυσία», η οποία θα μπορούσε να υποκινήσει ενδεχομένως μία επανάσταση;

Θα προτιμούσα σαν τίτλο «Καλύτερα Χωρισμένη Παρά Σκοτωμένη» και την λέξη «παράδειγμα» αντί για επανάσταση. Η λέξη «επανάσταση» έχει άλλη δυναμική και ίσως θα ήταν χρήσιμη σε άλλες περιπτώσεις, αλλά εδώ μπορεί  και να παρασύρει. Η κοινωνία σήμερα με τα μίντια μπορεί να μεταβιβάζει το «παράδειγμα» σχεδόν εξίσου δυναμικά. Ο λόγος είναι ότι έχω δει στη ζωή μου χωρισμούς σχεδόν «επειδή είναι της μόδας» για κάτι που θα μπορούσε εύκολα να λυθεί από κάποιο ζευγάρι χωρίς να φτάσουν στον χωρισμό τα κακά του οποίου είναι γνωστά ειδικότερα όταν υπάρχουν παιδιά. 

4. Στη συνέχεια του βιβλίου βλέπουμε την ανοχή στην ενδοοικογενειακή βία. Το ζήτημα αυτό αποτελεί ακόμα και σήμερα ένα από τα φλέγοντα θέματα, τα οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν οι γυναίκες. Παρότι οι λόγοι ενδέχεται να ποικίλουν και να διαφέρουν σε σχέση με την ηρωίδα του μυθιστορήματος την Παναγιώτα, πολλές γυναίκες ακόμα και σήμερα σιωπούν απέναντι σε αυτό το φαινόμενο. Αρχικά, έχοντας κάνει σχετική μελέτη και έχοντας παρακολουθήσει αρκετές ταινίες επί του θέματος, πιστεύω πως είναι πολλά τα προβλήματα, τα οποία ανακύπτουν στην αντιμετώπιση μίας τέτοιας κατάστασης. Ποια είναι η συμβουλή που θα δίνατε ως ιατρός και πώς πιστεύετε ότι θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μία γυναίκα αυτό το φαινόμενο; 

 Πάρα πολύ σπουδαίο πρόβλημα αφού οι τελευταίες στατιστικές κάνουν λόγο για αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας, με κύριο θύμα τη γυναίκα. Αν και η αύξηση αυτή είναι ίσως πλασματική, αφού οι υπηρεσίες καταγράφουν πλέον δια νόμου στα περισσότερα μέρη τέτοια περιστατικά, είναι ωστόσο ανησυχητική. Για την αντιμετώπιση τώρα:
Μια γυναίκα πρέπει να είναι σίγουρη για το ποιον παντρεύεται και να αντισταθεί στην περίπτωση που κάποιος την πιέσει. Με το ζόρι παντρειά δεν γίνεται. Να μην βιαστεί στην απόφαση του γάμου. Πολλές φορές παίρνει καιρό για να γίνει αντιληπτό με ποιον έχεις να κάνεις. Να προσέχει αν ακούει πολλά και μεγάλα κολακευτικά λόγια. Να μπορεί να αναγνωρίζει τα σημάδια του πλέι μπόι. Να παρακολουθεί την συμπεριφορά του φίλου της και το πώς εκείνος την μεταχειρίζεται, αλλά και το πώς μεταχειρίζεται τους άλλους γύρω του. Αν την υποτιμά με λόγια ή έργα. Αν δεν παραδέχεται ποτέ ότι έκανε λάθος. Αν θυμώνει εύκολα και φωνάζει ή επιτίθεται στο κόσμο. Αν λέει πολλά ψέματα. Τότε σίγουρα δεν πρέπει να τον παντρευτεί.  Επίσης,  να έχει τη δουλειά της, ώστε να μην αισθανθεί- αν προκύψει κάτι- απροστάτευτη. 
Τώρα, αν είναι ήδη παντρεμένη: Να αναγνωρίζει επακριβώς τι είναι όχι μόνο φυσική, αλλά και ψυχολογική και σεξουαλική κακοποίηση και να λαμβάνει τα μέτρα της. Υπάρχει σε σεβαστό ποσοστό η αντίληψη ότι «αφού δεν σε δέρνει  ο άνδρας σου όλα είναι εντάξει». Αλλά πολλές γυναίκες δεν ξέρουν ότι η ψυχολογική κακοποίηση φέρνει πολύ ευκολότερα την φυσική, καθώς αδυνατίζει την αξιοπρέπεια και την αντίσταση της γυναίκας. Να ξέρει πότε να πει «Αρκετά». Να μην τα κρατά μέσα της, όπως έκανε η Παναγιώτα που δυο εβδομάδες πριν την δολοφονήσουν είπε σε μια συγχωριανή της «Έχω πολλά βάσανα και δεν έχω κανέναν να τα πω». Ενώ είχε.  Να μιλά στους δικούς της και σε καλούς φίλους και να ζητά βοήθεια. Οι γιατροί, οι κοινωνικές κρατικές προστατευτικές υπηρεσίες και ο νόμος πρέπει να είναι άγρυπνοι και να αξιολογούν ακόμη και την απλή υποψία. Οι συγκεκριμένες υπηρεσίες προστατεύουν όχι μόνο τις γυναίκες, αλλά και τα παιδιά τους. Πολλές φορές η γυναίκα υπομένει για το χατίρι των παιδιών και δεν είναι ικανή να δει το «Αρκετά». Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα πρέπει να διαδίδουν διαρκώς και να εκπαιδεύουν με τον τρόπο τους τις γυναίκες και την κοινωνία γενικότερα. Τέλος, αν η κατάσταση φτάσει στα άκρα να γίνει μέρος του 25% των Ελληνίδων (στις ΗΠΑ είναι 50%, στην Πορτογαλία και Ουγγαρία 68%)και να πει «Καλύτερα Χωρισμένη Πάρα Σκοτωμένη».
  
5. Ποιοι λόγοι σας ώθησαν στην συγγραφή αυτού του πονήματος; Ορμώμενη από τις ευχαριστίες που αναφέρονται στην εισαγωγή του βιβλίου σας, θα θέλατε να μας πείτε δύο λόγια για τη συμβολή της συζύγου σας;

Η Τζόρτζια που έφυγε σαν μετανάστης και αυτή στα οκτώ της από τα Βορδόνια της Λακωνίας και που έγινε Doctor Ψυχολογίας με ώθησε να γράψω την ιστορία, αφού έξυπνα αρνήθηκε να την γράψει η ίδια με το αιτιολογικό, ότι η μνήμη ήταν δίκη μου και όχι δίκη της και ότι άλλη προσέγγιση θα γίνει από εμένα, αφού θα όπως μου έλεγε χαρακτηριστικά θα «γράφω με την καρδιά» και άλλη από εκείνη ή οποιοδήποτε συγγραφέα που δεν θα έχει τον συναισθηματικό παράγοντα.
Με βοήθησε πολύ στις δυσκολίες της συγγραφής ειδικά στην αρχή. Διάβαζε καθημερινά τις 5-6 σελίδες που είχα γράψει και επικροτούσε ή διαφωνούσε. Η ίδια δεν πίστευε, όπως και εγώ, ότι το βιβλίο είχε δυνατότητες βραβείων και τέτοιων κριτικών, αλλά το ότι θα υπήρχε μια ιστορία οικογενειακή, αληθινή, που θα αναφερόταν στην Παναγιώτα και τον πατέρα μου Θανάση. Για τους απογόνους μας αυτό θα ήταν αρκετό.
Ήταν επίσης πολύ σπουδαίο ότι η Τζόρτζια υπήρξε  ασυμβίβαστη και στο πλάι μου στο  να ειπωθεί η ιστορία απόλυτα ειλικρινά, όταν σε κάποιο σημείο δεχόμουν πίεση από μέλη της δικής  μου οικογένειας να μείνουν μερικά πράγματα που τα θεωρούσαν ευαίσθητα εκτός βιβλίου.
Διαφωνήσαμε πολλές φορές στο τέλος όταν από τις γραμμένες 700 σελίδες έπρεπε πολλά να φύγουν. Άλλα δεν θεωρούσε σπουδαία εκείνη και άλλα εγώ. Τότε χρειάστηκε ειδικός κριτικός συγγραφέας σύμβουλος.
Την παρούσα στιγμή η γυναίκα μου είναι πολύ ευτυχής με την έκδοση και επιτυχία του βιβλίου.

6. Πώς νιώσατε όταν ολοκληρώθηκε η συγκέντρωση αυτών των στοιχείων; Και κυρίως ποιες οι δυσκολίες που αντιμετωπίσατε; Υπήρξαν άνθρωποι, οι οποίοι ήταν πρόθυμοι να μιλήσουν; 

Τα πρακτικά τα βρήκα επειδή ή τυχερός ήμουν ή ανταμείφτηκε η επίμονη μου. Κάμποσα από τα άτομα που πλησίασα ή δεν ήθελαν να μιλήσουν ή είχαν θολωμένη μνήμη που αν δεν το αντιλαμβανόμουν και δεν το διασταύρωνα με άλλες πιο βάσιμες πληροφορίες θα προέκυπτε πρόβλημα αξιοπιστίας της όλης ιστορίας. Χρειαζόμουν μερικές φορές να κάνω στην αρχή της συνέντευξης μια γρήγορη αξιολόγηση της διανοητικής κατάστασης του συνομιλητή,  οι περισσότεροι των οποίων ήταν πάνω από 70,  για να καταλάβω τι βάση να δώσω στις πληροφορίες που μου έδινε. Μερικοί που ανήκαν τότε στην αντίθετη πλευρά έλεγαν ότι «έχουν περάσει τόσα χρόνια που να τα θυμάμαι»  ή «Δεν τα αφήνουμε αυτά τώρα τα παλαιά; Τι τα αναμοχλεύεις;».
Σε μερικές περιπτώσεις απάντησα πιο πολλές ερωτήσεις σαν Γιατρός από όσες απαντήσεις πήρα στις ερωτήσεις μου. Αλλά σε γενικές γραμμές ήταν μεγάλη και σπουδαία εμπειρία. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα ρυτιδωμένα μέτωπα που συνοφρυώνονταν, καθώς γερασμένα μυαλά προσπαθούσαν να συλλάβουν φευγαλέες αναμνήσεις…

7. Πώς αισθάνεστε που πέρα από την εκπλήρωση του στόχου της συγκέντρωσης και της καταγραφής μίας τόσο σημαντικής ιστορίας, έχετε λάβει αυτές τις δύο σημαντικές διακρίσεις; Πώς νιώσατε όταν αυτές ήρθαν;

Ο William Greenleaf που με βοήθησε στο τέλος της συγγραφής με παρότρυνε να στείλω το βιβλίο σε διαγωνισμό βιβλίων και μάλιστα στο Nonfiction Authors Association που έχει πάνω από 11 000 συγγραφείς. Όταν μετά από μήνες έλαβα ένα e-mail ότι το βιβλίο είχε επιλεγεί για βραβείο δεν το πίστευα και χρειάστηκε να τους τηλεφωνήσω να δω αν κάποιος μου έκανε πλάκα! Από τότε το βιβλίο μου έχει κερδίσει αλλά επτά βραβεία. Αυτό με κάνει περήφανο, αλλά όχι επηρμένο…

8 . Τέλος,  θα ήθελα να σας ζητήσω ως επιστήμονας που έφυγε από την Ελλάδα και δη από την ελληνική ύπαιθρο με προορισμό μία νέα ήπειρο, αλλά και ως συγγραφέας να μοιραστείτε κάποια εμπειρία, η οποία έχει εντυπωθεί στη μνήμη σας.

 Η εμπειρία που μου ζητάτε να μοιραστώ μαζί σας ήταν η συνειδητοποίηση της δύναμης της εμπειρίας που ήλθε στη ζωή μου το 1953-1955. Και γεννήθηκε  μέσα από το παράδειγμα του πατέρα μου στην υπόθεση της Παναγιώτας. Και την κουβαλώ μαζί μου από τότε. Συνεχίζει με την ίδια ένταση. 
Εδώ είναι: Ανεξάρτητα από που ξεκινάει ο καθένας, αν διαθέτει ένα συνδυασμό από θάρρος, θέληση, εργατικότητα, τιμιότητα και  ορθολογισμό δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Όπου και να πάει.  Ό,τι και να κάνει. Ό,τι δυσκολίες και να αντιμετωπίσει.   





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου