Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Απόπειρα #2 | Tζίμι Μοντόγια

Πλαγιάζω στην μεριά μου. Όπως όταν ήσουν εδώ, σαν από συνήθεια. Ανάβω το φως που μου πήρες δώρο, μα κάνει σκοτάδι. Το φως που μου πήρες δώρο λίγες ημέρες πριν με στείλεις στο σκοτεινό κατήφορο.

Η πλευρά του κρεβατιού που ξάπλωνες είναι ελεύθερη σαν να περιμένει κάτι, ενώ εγώ περιορίζομαι στο δικό μου μέρος. Είναι ελεύθερη για να μπεις να πλαγιάσεις πλάι μου μετά τα αλκοολικά σου ξενύχτια. Τότε που με έπαιρνες τηλέφωνο και με ρωτούσες εάν κοιμάμαι. «Όχι» σου έλεγα. Ψέματα. Πάντα κοιμάμαι και πάντα κοιμόμουν. Και όταν ξυπνούσα ήμουν ήδη στην άκρη ενός γκρεμού.

Προχθές όταν έκλεισα το φως το κομοδίνο σου έκανε ένα θόρυβο, σαν να μου υπενθύμιζε  για την απουσία σου, ότι το μόνο, το οποίο έχει μείνει στο δωμάτιο είναι τα λιγοστά σου πράγματα εντός του και υγρές αναμνήσεις. Το παράθυρο ανοιχτό μπάζει υγρασία ή είναι τα δάκρυα  αυτά που με νοτίζουν και κρυώνω;

Το σπίτι μου όπως και η ψυχή μου χωράει πολλά. Την απουσία σου μόνο δε χωράει, τα βουβά τα πρωινά χωρίς αγκαλιά.

Ακόμα κρατάς τα κλειδιά σαν να λες: «εγώ θα ξαναμπώ σπίτι σου». Ακόμα κρατάω την πλευρά σου ανέγγιχτη σαν να λέω: « θα γυρίσει να ξαποστάσει, κάπου στον Κεραμικό θα πίνει». Έχω αραδιάσει τα βιβλία μου, σαν να θέλω να την κρατήσω ζεστή. Ίσως απόψε ακούσω τα κλειδιά να ξεκλειδώνουν τη πόρτα.

Ίσως τα πίνεις κάπου έξω

Εγώ σε περιμένω, από συνήθεια μωρέ

Που ξέρω, ίσως αγαπηθούμε κάποτε με αυτή τη συνήθεια

Αντίο, το νου σου εκεί έξω.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου