Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Γη | Ανδρέας Παπάζογλου



Μα εσύ με τρως σαν μαύρη, στέρφα γη
που κάποια δύναμη υστερική την καταράστηκε
μονάχη ό,τι γεννά να καίει

Και ως το τέλος των αθώων ημερών
και των γλυκών θαυμάτων
Αθάνατη, εκείνη να πεθαίνει ζωντανή

Είμαι μια ρίζα μες τα σπλάχνα σου
και καίω να γεννηθώ, μόνο μία φορα να μεγαλώσω
Να σε δω

Κι ίσως την ώρα που θα νιώσω πως κουράστηκα
-πως σ' άγγιξα κι όσο μπορουσα λάτρεψα
την αγκαλιά και την ματιά σου τη χωμάτινη -
Να γείρω τότε

Κι ο κόσμος γύρω να κοιτά, όπως πάντα κοιτούσε
Να μιλά, να περπατά και να ιδρώνει
ενώ από πάνω κι από κάτω σου θα πλέω για πάντα πια 
Θα βρέχει τότε και θα βρέχω
Πάνω και κάτω σου θα βρέχω 
μέχρι να ξημερώσει να με πίνεις

Και η αγάπη θ' ανατέλλει απ' τα πλακάκια της τουαλέτας
Κι απ' τα κελιά των ήσυχων και ηλιόλουστων θανάτων
οι ισοβίτες θα μετρούν τη θάλασσα με αίμα
Μάτια και ζωή διαμάντια, τότε
Να γείρω, τότε
Αθώα, αλλοπαρμένη αναλαμπή 
στις ξεσκισμένες πλάτες ενός πλανήτη
που θα μπορούσα ν' αγαπήσω, τότε

Μα εσύ με τρως σα μαύρη, στέρφα γη
Με γδέρνεις, με πονάς
Τι άθλια, τι μίζερη κατάρα σε βαραίνει
Τόσα χρώματα και μυρωδιές να εγκυμονείς
- κι εσύ μόνο να καις
Τυφλή, χαμένη, υστερική
Σαν άδικα καμμένη
Κάποτε αγαπημένη
Στέρφα γη



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου