Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Μια νύχτα νομίζω πως τρελάθηκα. | Τζένιφερ Ντέρλεθ

Ατσάλινο μπαούλο.
                 
Κλείδωσα την τελευταία νύχτα σε ένα ατσάλινο μπαούλο.
Πετάω το κλειδί, φαντάζομαι πόσο θλιβερές βραδιές θα ζήσουν οι άνθρωποι του μπαούλου και γελάω υστερικά.
H τραγική κοινωνία μόλις απέκτησε ακόμη μια θλιβερή ανώνυμη ιστορία.
Ανόητη γυναίκα, ανώριμη κοπέλα. Τους καταριέμαι και γελάω υστερικά.
Οι σκιές οι μαύρες να τους κυνηγάνε καθημερινά.
Είναι ήδη καταραμένοι, μια ακόμα κατάρα δε θα τους βλάψει, δε θα τους πειράξει.
Οι άνθρωποι οι παντοτινά κλεισμένοι στο μπαούλο μου έχουν μάθει να κουβαλάνε ομπρέλες καθημερινά
για να φυλάσσονται από τις μαύρες μπόρες. Έχουν κάνει βιβλία τους τις ασπρόμαυρες μου φωτογραφίες και κοιμούνται με αυτές.
Έχουν κάνει όπλα τους τις αναμνήσεις και φρούρια τα άδεια κουτάκια με τα σοκολατάκια που θυμίζουν εσένα κι εσένα.
Άγνωστο σε μένα για το πόσο έτοιμοι είναι, οι άνθρωποι του μπαούλου με τις μπόρες θέλουν να δραπετεύσουν από το ατσάλινο κουτί.
Οι άνθρωποι με τις μπόρες θέλουν να βγουν και να με κεράσουν γλυκό θάνατο σε ραγισμένο ποτήρι με κόκκινο κρασί.
Εγώ σκύβω στοργικά πάνω από το μπαούλο και τους κρυφακούω να βασανίζονται, να επιβιώνουν τις μέρες τους, να συνομωτούν εναντίον μου και γελάω υστερικά.
Θα αναρωτιέστε πως μπόρεσα και έβγαλα απ' τη μήτρα μου μια τέτοια φετιχίστρια θεά;
Γέννησα δεκαεννιά τέτοιες, μια γέννα για ένα έτος της ζωής μου, όλες κατοικούμε στο βασιλικό μου διαμέρισμα.
Όλες λεπτεπίλεπτες με καθώς πρέπει τρόπους, ελαφρώς αθάνατες και καλοθρεμμένες. Κατοικούμε στο βασιλικό μου διαμέρισμα.
Οι δεκαεννιά θεές μαστιγώνουν με μανία και αίμα τους άνθρωπους με τις μπόρες. Ήθελαν λέει να το σκάσουν απ' το κουτί που τους έβαλα τότε.
Η μητέρα τους τις χαζεύει από το σαλόνι πίνοντας ένα ποτήρι κονιάκ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου