Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

Σερενάτα | Ανδρέας Παπάζογλου

Περάσαν τις προάλλες κάποια άτομα, νεαρά μέχρι αηδίας άτομα, γελώντας και φωνάζοντας λες και δεν υπήρχε αύριο, κάτω απ' το διαμέρισμα της. Στον δρόμο, προφανώς, για κάποιο μπαρ ή ουζάδικο έσπρωχναν παιχνιδιάρικα το ένα το άλλο, ανταλλάσοντας πειράγματα, αθώα μπινελίκια κι αγκαλιές. Έτοιμα για κάτι έντονο, κάτι φρέσκο, κάτι ίσως μυθικό που το δίχως άλλο θα τα πλησίαζε άφοβα και απόλυτα, όσο άφοβα και απόλυτα πλησίαζαν το ένα το άλλο ενώ γελώντας και φωνάζοντας λες και δεν υπήρχε αύριο, διαμήνυαν το τέλος μίας ακόμη σχολικής χρονιάς και την αρχή των πάντων. 

 Και δεν θα έδινε την παραμικρή σημασία αν δεν είχε μόλις αποκοιμηθεί μετά από μια αφόρητα εξουθενωτική μέρα μπροστά στην τηλεόραση. Όμως ξύπνησε. Ή μάλλον, αυτά τα κωλόπαιδα της χάλασαν τον ύπνο. Αυτά τα γαμημένα, ανίδεα κωλόπαιδα που μόνο να χαχανίζουν και να πηδιούνται ξέρουν, είχαν χαλάσει τον πολύτιμο, δικό της ύπνο. Ορμώμενη εκ του καλοστρωμένου κρεβατιού της τράβηξε με δύναμη τα πατζούρια, και σχεδόν κρεμάστηκε απ' το παράθυρο, τόσο που πήγε να πέσει. Το μεγάλο και πεσμένο εδώ και χρόνια στήθος της πιέστηκε στο βρώμικο περβάζι, τα σχεδόν  μαύρα μαλλιά της, λυτά, κρέμονταν σαν καταδίκες για μισό τουλάχιστον μέτρο στην άπνοια του Ιουνίου.

 "Σκάστε!"- η φωνή της, υγρή, βραχνιασμένη μα μυστηριωδώς στεντόρεια έσκισε το σαββατόβραδο. Δυο περιστέρια που κούρνιαζαν στην κεραμοσκεπή από πάνω της πέταξαν με τέτοια ταχύτητα μακριά της, που σχεδόν ντράπηκε. Σχεδόν. Τα παιδιά έπαψαν. Εκείνη, απο την άλλη, είχε μόλις αρχίσει. Σήκωσαν τα μάτια τους και την έψαξαν. Την εντόπισαν στο παράθυρο του δεύτερου ορόφου της πολυκατοικίας που είχαν μόλις προσπεράσει - μια μαύρη, χοντρή σκιά που έμοιαζε να χύνεται αργά από το ημιφωτισμένο παράθυρο της, κάτω στον πεζόδρομο. Βρίζοντας μάνες, πατέρες και θεούς, στάλες σάλιου εκτοξεύονταν απ' τα χείλη της προς το νυχτερινό ουρανό. Από τα γύρω κτίρια ένιωθε να πληθαίνουν τα βλέμματα των ανυποψίαστων και φιλήσυχων γειτόνων της, καθώς ένας-ένας, διστακτικά στην αρχή μα ύστερα απροκάλυπτα, έβγαιναν στα μπαλκόνια τους για να πάρουν μάτι. Κανείς δεν είπε το παραμικρό. Σαν από σιωπηλή κατανόηση, ίσως και από οίκτο, κανείς δεν είπε τίποτα. Μόνο κοιτούσαν. Τα λόγια της είχαν αρχίσει να μην βγάζουν νόημα - ξεκινούσαν σαν κατάρες ή απειλές μα κατέληγαν άναρθρες κραυγές, οι φλέβες στον λαιμό της κόντευαν να σκίσουν το δέρμα που τις καλύπτει, μα δεν μπορούσε να σταματήσει. Σαν λυσσασμένο ζώο έχυνε την χολή της απ' το μικρό της παράθυρο, στην παρέα στον δρόμο, στο τετράγωνο, στην γειτονιά της, σ' ολόκληρο τον γαμημένο τον πλανήτη - ο κόσμος κοιτούσε, τα περιστέρια κοιτούσαν και τα καημένα τα παιδιά κοιτούσαν κι αυτά σαστισμένα, 2 ορόφους ψηλότερα, την περίεργη αυτή γυναίκα που ούρλιαζε, ακατάληπτα πια, προς το μέρος τους.

 Κάποτε σταμάτησε - περισσότερο επειδή κόντεψε να πνιγεί με το ίδιο της το σάλιο, 
παρά γιατί το ήθελε. Απέμεινε έτσι, κρεμασμένη στο περβάζι, κάπως καταβεβλημένη να καρφώνει με το βλέμμα της τα επτά αγόρια και κορίτσια που σιωπηλά τώρα (μα σίγουρα όχι για πολύ), της γυρνούσαν ένα-ένα την πλάτη και συνέχιζαν την θρυλική τους ιστορία. Η δική της ιστορία είχε τελειώσει. Τραβήχτηκε απρόθυμα απ' το παράθυρο και σφάλισε ξανά τα πατζούρια.

  Καθώς ξάπλωνε ξανά στο καλοστρωμένο της κρεβάτι, εντελώς αναπάντεχα και με θράσος πρωτόγνωρο, κάποιες άλλες φωνές την ενόχλησαν, μες το κεφάλι της αυτή τη φορά. Μέσα απ' τα σκοτεινότερα συρτάρια του μυαλού της ξεχύθηκαν τραγούδια, κάτι τραγούδια που άκουσε και αγάπησε παλιά, πολύ παλιά, κάτι βόλτες σε πλατείες και σε δρόμους πιτσιλισμένους με ηλιοβασίλεμα κάτω απο φυλλωσιές δέντρων που φάνταζαν αθάνατα, κάτι φωνές, γλυκές φωνές, και η δική της η φωνή ακόμα -  γλυκιά ακόμα κι εκείνη, παλιά, πολύ παλιά - κάτι σαν έρωτας ή παγωτό βανίλια, ιδρώτας στα χείλη της και η ευωδιά ενός κόσμου νεογνού, κάποια Άνοιξη, κάτι καλό, κάτι παλιό, κάτι...

 Χασμουρήθηκε.

Γράπωσε το τηλεκοντρόλ απο το κομοδίνο της και το κατέβασε βιαστικά ανάμεσα στα πόδια της. Ήταν καλό τηλεκοντρόλ - μακρύ, παχύ και τα κουμπάκια του ήταν όσο πρέπει εξογκωμένα και σκληρά. Μαλακίστηκε κλαίγοντας γοερά για κάνα δίλεπτο.

Έχυσε. 

Αποκοιμήθηκε.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου