Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2021

#Pause_about_rape| Το φαινόμενο της σεξουαλικής παρενόχλησης | Άτζυ Παντζαρτζίδη, Αναστασία Ερνεάνου


Τις τελευταίες ημέρες, η λέξη «βία» μονοπωλεί τις ειδήσεις της καθημερινότητας. Τι σημαίνει όμως βία; Πρόκειται για το φαινόμενο κατά το οποίο ένα άτομο ή μια ομάδα ανθρώπων προσπαθούν να επιβληθούν με ποικίλους καταναγκαστικούς τρόπους ασκώντας πίεση τόσο σε σωματικό όσο και ψυχοπνευματικό, οικονομικό, κοινωνικό ή άλλο επίπεδο.

Τι συμβαίνει όμως, όταν η βία ασκείται σε κάποιο πρόσωπο εξαιτίας του βιολογικού ή κοινωνικού του φύλου;

Σε αυτή την περίπτωση η συζήτηση μεταφέρεται στο πεδίο της έμφυλης βίας, ένα φαινόμενο το οποίο ανά δεκαετίες αλλάζει μορφή, αλλά ποτέ-μέχρι σήμερα- δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως. Επιγραμματικά θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στο παλιό έθιμο της προίκας, την επιλογή του ερωτικού συντρόφου από τον πατέρα ή το μεγάλο αδερφό έως και την άσκηση βίας, την εκμετάλλευση των γυναικών -και εν γένει των θηλυκοτήτων- σε οικογενειακό, προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο έως και την ακραία μορφή της έμφυλης βίας, τη γυναικοκτονία, η οποία μάλιστα, δεν αναγνωρίζεται ακόμα καθολικά ως αδίκημα από τη νομική επιστήμη, η οποία διατυπώνει επιφυλάξεις ως προς την «ασφάλεια δικαίου» που μπορεί να υπηρετηθεί μέσω της νομικής θεμελίωσης του στηριζόμενου σε σεξιστικές και αυτού του είδους στερεοτυπικές αντιλήψεις, εγκλήματος. Αντιθέτως, επεκτείνεται σε κάθε υπόσταση της καθημερινότητας, περιορίζοντας τα σώματα και την έκφραση κάθε θηλυκότητας και στοχεύοντας να επιβληθεί σε αυτές με οποιονδήποτε τρόπο.

Τα φαινόμενα αυτά, αλλά και όσα ακόμα υποκρύπτονται, βρίσκουν τις απαρχές τους και πυροδοτούνται μέχρι σήμερα από την ίδια τη δόμηση της κοινωνίας στη βάση της κυριαρχίας της αρρενωπότητας, την επιβράβευση της τοξικότητας της τελευταίας, και την υποβάθμιση και περιθωριοποίηση κάθε στοιχείου το οποίο φαίνεται, πως δε συμβαδίζει με αυτό το μοντέλο της ετεροκανονικότητας και της πατριαρχίας. Ο σεξισμός που κατά ένα τρόπο ανακυκλώνεται βάσει αυτού του τρόπου ζωής και θεμελίωσης της ίδιας της κοινωνίας, δεν συναντάται-όπως υποστηρίζεται από την πλειοψηφία- μόνο στα ακραία περιστατικά άσκησης βίας, δηλαδή στη βαριά σωματική κακοποίηση και φτάνοντας μέχρι και τη γυναικοκτονία (η οποία δεν αναγνωρίζεται ακόμα καθολικά ως αδίκημα από τη νομική επιστήμη, η οποία διατυπώνει επιφυλάξεις ως προς την ασφάλεια δικαίου που μπορεί να υπηρετηθεί μέσω της νομικής θεμελίωσης του στηριζόμενου σε σεξιστικές και αυτού του είδους στερεοτυπικές αντιλήψεις, εγκλήματος). Αντιθέτως, επεκτείνεται σε κάθε υπόσταση της καθημερινότητας, περιορίζοντας τα σώματα και την έκφραση κάθε θηλυκότητας και στοχεύοντας να επιβληθεί σε αυτές με οποιονδήποτε τρόπο.


Ο σεξισμός εκδηλώνεται καθημερινά, από το οικογενειακό τραπέζι, στο δρόμο, το σχολείο, το Πανεπιστήμιο, την εργασία. Ένας από τους χαρακτηριστικότερους τρόπους εκδήλωσής του είναι η σεξουαλική παρενόχληση, φαινόμενο που μαστίζει την ελληνική πραγματικότητα, όπως φάνηκε από τη δήλωση της Ολυμπιονίκη, Σοφίας Μπεκατώρου, η οποία κατήγγειλε τον βιασμό της από παράγοντα της Ομοσπονδίας πριν από κάποια χρόνια (μια πράξη που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερο θάρρος και εκφράζει επακριβώς τις δυσχέρειες και το ψυχισμό των θυμάτων που υφίστανται κάθε είδους έμφυλη βία και κακοποίηση), την καταγγελία αθλήτριας που ομοίως βίωσε το βιασμό από τα 11 της χρόνια από προπονητή (ο οποίος επικαλείται κατά τρόπο απεχθή, τη συναίνεση τόσο της ίδιας όσο και της μητέρας της), αλλά και τις εκατοντάδες περιπτώσεις παρενόχλησης από καθηγητές στο Πανεπιστήμιο χώρο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης .

Η πυροδότηση αυτών των καταγγελιών αποτελεί ευκαιρία προκειμένου να δοθεί ορατότητα στη συστημική βία στην οποία υπόκεινται οι θηλυκότητες μέσω των τόσο συχνών και μαζικών περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης.

Εδώ συναντώνται οι ενστάσεις πολλών υποστηρικτών -άμεσων ή έμμεσων- της τοξικής αρρενωπότητας, η οποία απηχεί απόψεις και αντιλήψεις που ενισχύουν την ενοχοποίηση του θύματος και την κουλτούρα του βιασμού: .- «Γιατί δε μίλησε νωρίτερα;», -«Είχα τη συναίνεση της, δεν είμαι βιαστής », -«Εγώ αγαπάω και σέβομαι τις γυναίκες, αλλά και αυτή πήγαινε γυρεύοντας ».

Από τη ρητορική αυτή αναφύεται πλήθος ζητημάτων. Πότε ένα πρόσωπο υφίσταται σεξουαλική παρενόχληση; Ποια είναι η βαθύτερη αιτία που ένα θύμα σιωπά είτε για όλη του τη ζωή είτε για πολλά χρόνια; Ποιες δυσχέρειες συναντά ως προς την εξασφάλιση της ουσιαστικής προστασίας του;

Ως σεξουαλική παρενόχληση νοούνται οι ανεπιθύμητες και δυσάρεστες σεξουαλικές κρούσεις, αιτήματα για σεξουαλικές χάρες ή άλλη λεκτική ή σωματική επαφή η οποία στοχεύει στην ερωτική προσέγγιση του θύματος και δημιουργεί ένα εχθρικό ή προσβλητικό περιβάλλον. Σημαντικότερο εδώ είναι το στοιχείο του “ανεπιθύμητου” της προσέγγισης. Συγκεκριμένα, ο νόμος κάνει λόγο για τη σεξουαλική παρενόχληση ως μορφή διάκρισης λόγω φύλου στο χώρο της εργασίας στο αρθ. 2 του ν.3896/2010, ορίζοντας αυτήν ως “οποιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης λεκτικής, μη λεκτικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα, με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως με την δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος”. Πέραν αυτού, παρόλο που δεν την κατονομάζει ως σεξουαλική παρενόχληση, ο νομοθέτης την ποινικοποιεί ως «προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας» στο άρθρο 337 ΠΚ. Το εν λόγω άρθρο αφορά τις “ ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις” (παρ. 1), θέτοντας ως διακεκριμένη μορφή του αδικήματος την περίπτωση τέλεσής του στα πλαίσια εργασίας (παρ. 5). Πέραν αυτού, το άρθρο 353 ΠΚ εισάγει μια άλλη μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης ως ξεχωριστό αδίκημα, με το όνομα “προσβολή της γενετήσιας ευπρέπειας”. Πρόκειται ιδίως για περιπτώσεις επίμονης επίδειξης του θύτη των γεννητικών οργάνων του στο θύμα.

Για να διευκρινιστεί το νόημα των παραπάνω νομικών διατάξεων, και να εξακριβωθεί αν και υπό ποιες περιστάσεις υφίσταται σεξουαλική παρενόχληση, αξίζει να εξετάσουμε το προστατευόμενο από αυτές έννομο αγαθό. Μιλάμε εδώ για τη «γενετήσια αξιοπρέπεια», με άλλα λόγια, για την ελευθερία αυτοδιάθεσης του σώματος του θύματος, αλλά και της σεξουαλικής αυτοδιάθεσής του, η οποία του δίνει το δικαίωμα να επιλέξει την επαφή που θα έχει με τα υπόλοιπα άτομα και την ελευθερία αποφυγής σεξουαλικών πράξεων και αποφυγής της συμμετοχής σε γενετήσιες πράξεις τρίτων. Κάθε πράξη που θέτει σε κίνδυνο το παραπάνω έννομο αγαθό αποτελεί σεξουαλική παρενόχληση, και κατά συνέπεια πράξη παράνομη και κολάσιμη.

Είναι γεγονός πως η πλειοψηφία των πράξεων σεξουαλικής παρενόχλησης μένουν στην αφάνεια, καθώς τα περισσότερα θύματα όχι απλά δεν προβαίνουν σε καταγγελίες των ενεργειών αυτών, αλλά αντίθετα τις αποκρύβουν ακόμη και από τον περίγυρό τους, εξαιτίας του έντονου ψυχικού τραύματος το οποίο προτιμούν να εσωτερικεύσουν λόγω του σοκ, του φόβου ή των ιδιαίτερων συνθηκών του εκάστοτε περιστατικού. Πολλές φορές, η ιδιότητα του δράστη, η τυχόν θέση εξουσίας που κατέχει, ή η επαγγελματική σύνδεσή του με το θύμα, οδηγούν στο δισταγμό και στην αποσιώπηση του αδικήματος. Το θύμα, φοβούμενο την κατακραυγή, τον ερχομό σε σφοδρή αντιπαράθεση, τη δημόσια επαναθυματοποίησή του ή ακόμη και τα αντίποινα από τον θύτη, υποχωρεί και σιωπά. Πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί πως ούτε η καταγγελία και η δημοσιοποίηση ούτε και η αποσιώπηση εκ μέρους του θύματος αποτελούν «λάθος» αντιδράσεις, καθώς δεν υπάρχει «λάθος» τρόπος αντιμετώπισης ενός τόσο τραυματικού γεγονότος. Φυσικά, ούτε η αποκάλυψη του περιστατικού μετά από πολλά χρόνια αποτελεί «λάθος» κίνηση, καθώς δεν υπάρχει κάποιος καθολικός κανόνας αναφορικά με το πότε ένα θύμα θα βρει το θάρρος και τη δύναμη να δημοσιοποιήσει μια τόσο αποτρόπαια πράξη, ενώ μπορεί μεν να έχει παραγραφεί πλέον το ποινικό αδίκημα, παρόλα αυτά τα σημάδια του μένουν ανεξίτηλα στην ψυχοσύνθεση των θυμάτων. Επιπλέον, η δημόσια επίκριση του θύτη μπορεί να είναι αρκετή ως «τιμωρία», ενώ η μαζική υποστήριξη του θύματος μπορεί να προβεί πολύ ευεργετική για την ψυχολογία του, χωρίς ωστόσο αυτό να περιστέλλει την αξία και τη σημασία της απονομής δικαιοσύνης από το νομικό σύστημα.

Ένα ακόμη γεγονός που αναχαιτίζει τις προσπάθειες των θυμάτων να αναζητήσουν την οδό της δικαιοσύνης είναι η απροθυμία των ελληνικών αρχών και οι δυσκολίες της νομικής υπεράσπισής τους. Η έγκληση που πρέπει να υποβάλει το θύμα συχνά το φέρνει στη θέση να πρέπει να συναντήσει την απροθυμία των αρχών ή τη δυσπιστία τους απέναντι στα καταγγελθέντα περιστατικά. Πέραν τούτου, το κόστος της δικαστικής οδού συχνά αποθαρρύνει τα θύματα από νομικές ενέργειες, ενώ ακόμη και σε υποθέσεις που έχουν φτάσει στο ακροατήριο, το θύμα μπορεί να έρθει αντιμέτωπο με λειτουργούς της Δικαιοσύνης προκατειλημμένους, με απαρχαιωμένες αντιλήψεις σχετικά με την έννοια της συναίνεσης ή με απόψεις που επιρρίπτουν μέρος ή ακόμη και το σύνολο της ευθύνης στο ίδιο αντί του θύτη.

Ένα ακόμη γεγονός που αναχαιτίζει τις προσπάθειες των θυμάτων να αναζητήσουν την οδό της δικαιοσύνης είναι η απροθυμία των ελληνικών αρχών και οι δυσκολίες της νομικής υπεράσπισής τους. Η έγκληση που πρέπει να υποβάλει το θύμα συχνά το φέρνει στη θέση να πρέπει να συναντήσει την απροθυμία των αρχών ή τη δυσπιστία τους απέναντι στα καταγγελθέντα περιστατικά. Πέραν τούτου, το κόστος της δικαστικής οδού συχνά αποθαρρύνει τα θύματα από νομικές ενέργειες, ενώ ακόμη και σε υποθέσεις που έχουν φτάσει στο ακροατήριο, το θύμα μπορεί να έρθει αντιμέτωπο με λειτουργούς της Δικαιοσύνης προκατειλημμένους, με απαρχαιωμένες αντιλήψεις σχετικά με την έννοια της συναίνεσης ή με απόψεις που επιρρίπτουν μέρος ή ακόμη και το σύνολο της ευθύνης στο ίδιο αντί του θύτη.

Οι ίδιες οι στερεοτυπικές αντιλήψεις που στοχοποιούν κάθε θύμα, ασκούν άλλωστε άμεση επιρροή και στη διαμόρφωση του Δικαίου. Η νομική κατοχύρωση της προστασίας κάθε ατόμου αποτελεί μεν το πρώτο βήμα ως προς την εξασφάλιση της ισότητας και την ασφάλεια μέσα στο κοινωνικό σύνολο, αλλά όχι και το μοναδικό για την πλήρωση αυτών των στόχων. Οι αποδεικτικές δυσχέρειες κατά τη δικαστική διαδικασία, η έλλειψη των απαραίτητων νομικών και οικονομικών διευκολύνσεων ,αλλά και η έλλειψη των αναγκαίων οργάνων και δομών για την προστασία των θυμάτων, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση των ελληνικών πανεπιστημίων, αποτελούν πρόσθετα εμπόδια στην ενθάρρυνση των θυμάτων, καθώς και στην εναργέστερη απονομή της δικαιοσύνης.

Κανείς δε δικαιούται να κατηγορήσει το θύμα που σιώπησε και αναγκάστηκε να διαχειριστεί κάθε βίωμα που το χαράκωσε εκτός από σωματικά, συναισθηματικά και ψυχικά, όταν η ίδια η κοινωνία και η δικαιοσύνη δε συμβάλλει ως προς την αντίθετη κατεύθυνση, ενώ ο περίγυρός του θα το κατηγορήσει γιατί «ήθελε και τα έπαθε » και «δεν πρόσεχε αρκετά ».

Η ορατότητα που δίνεται στο πρόβλημα τον τελευταίο καιρό ίσως - και ευχόμαστε- να δυναμιτίσει κάθε απαραίτητη ενέργεια προς την επίλυση αυτού του προβλήματος ούτως ώστε κάθε άτομο να αισθάνεται ασφαλές και ελεύθερο να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί μέσα στο σύγχρονο κράτος δικαίου, όπως αυτό θα έπρεπε να είναι δομημένο. . Όσο υποθάλπονται περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης, τα οποία, παρότι είναι γνωστά τοις πάσι, αγνοούνται από τα άτομα σε θέσεις που μπορούν να βοηθήσουν, όσο ελλείπει το ασφαλές νομικό και θεσμικό πλαίσιο για την προστασία και την ενθάρρυνση των ατόμων που έχουν υποστεί αυτού του είδους κακοποιητική συμπεριφορά, η πρακτική της σιωπής και ο φόβος τους θα ενισχύεται. Είναι καιρός για ριζικές και σημαντικές αλλαγές.




Άτζυ Παντζαρτζίδη, Δικηγόρος, 
Αντιπρόεδρος της ΦΥΛ.ΙΣ ΑΠΘ 

Αναστασία Ερνεάνου,

Προπτυχιακή Φοιτήτρια Νομικής ΑΠΘ ,

Γενική Γραμματέας της ΦΥΛ.ΙΣ. ΑΠΘ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου