Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2020

Αναδημοσίευση |Κώστας Αρκουδέας | Οι χθόνιοι θεοί της πόλης (από το βιβλίο «Η πόλη με τα χίλια πρόσωπα", 1987) | Μαρίνα Καρτελιά

Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά.





πίνακας: Richard Diebenkorn




Οι χθόνιοι θεοί της πόλης
(απόσπασμα από το βιβλίο «Η πόλη με τα χίλια πρόσωπα", 1987)




 Τα μεσάνυχτα του Νοέμβρη είναι μια ώρα που δύσκολα βρίσκεται κανείς μακριά από το κρεβάτι του. Κι όμως, την ώρα τούτη στη μέση της Στουρνάρη είχαν συγκεντρωθεί εξαγριωμένα πλήθη έτοιμα για μάχη. Πλάι σε μισοκαμένα αυτοκίνητα, μαθητές και φοιτητές είχαν τοποθετήσει πολυτεχνικά θρανία, πίνακες διδασκαλίας και πανεπιστημιακές έδρες, σχηματίζοντας οδοφράγματα. Τα πρόσωπά τους ήταν κρυμμένα πίσω από παλαιστινιακές μαντίλες και τα μάτια τους ήταν πασαλειμμένα με βαζελίνη για τα δακρυγόνα.

Απέναντί τους είχαν παραταχτεί διμοιρίες των ΜΑΤ, οπλισμένες σαν αστακοί, και παρακολουθούσαν κάθε τους κίνηση πίσω γυαλιστερά λευκά κράνη. Κάποιοι, στην άλλη πλευρά του πεζόδρομου της Στουρνάρη, είχαν αρχίσει να πετούν πέτρες στους στασιαστές. Ήταν μια τυχαία σύμπραξη από δυσαρεστημένους καταστηματάρχες, περαστικούς, σαματατζήδες και τραμπούκους που κράδαιναν αλυσίδες.
«Υποταγή, ρεεε! Αυτό ζητάνε. Υποταγή», τους απάντησε κάποιος ανεβασμένος πάνω σε φοριαμό, κρατώντας στο χέρι του μια ασπίδα με το έμβλημα του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου. «Ε, δε θα την έχουν!»
Η φυσιογνωμία του ήταν γνωστή σε όλους και η φωνή του πάντα βραχνή: ο Μάρκος ο Λεοντόκαρδος.
«Βία στη βία της εξουσίας. Ψωμί, παιδεία, ελευθερία», τον ακολούθησαν οι διαδηλωτές.
Τα συνθήματα έπεφταν βροχή. Μαζί τους φώναζαν, σηκώνοντας ψηλά τη γροθιά τους, οι συμπαραστάτες των διαδηλωτών, όλοι αυτοί οι κοντορεβυθούληδες που είχαν καταλάβει το χώρο του Πολυτεχνείου. Στριμωγμένοι πίσω από τα κάγκελα, κοίταζαν με θαυμασμό, σαν μικρούς θεούς, τους μαχητές της πρώτης γραμμής.
Από την πλαϊνή πόρτα του Πολυτεχνείου περνούσαν μέσα φρικιά, επαναστατημένοι αστοί και περιθωριακοί ηγετίσκοι κουβαλώντας καφάσια με βενζίνη και άδεια μπουκάλια για τις μολότοφ. Το τοπίο θύμιζε Φάουστ, πνιγμένο στην κάπνα, τον ιδρώτα και την υγρασία. Οι διαδηλωτές είχαν απανθρακώσει ξύλα και κλαδιά δέντρων για να εξουδετερώσουν τα καπνογόνα που είχαν πετάξει οι δυνάμεις καταστολής. Οι βιτρίνες των γύρω καταστημάτων και τα παράθυρα των σπιτιών είχαν σπάσει. Η άσφαλτος είχε φουσκώσει σ’ ένα σημείο λες κι εγκυμονούσε. Μια σειρήνα ασθενοφόρου ούρλιαζε μεταφέροντας τραυματίες στα εφημερεύοντα νοσοκομεία.
Δύο κατηφείς μεσήλικες είχαν λουφάξει στην άκρη και παρακολουθούσαν τη σκηνή κουνώντας στωικά το κεφάλι τους.
«Αυτά θα μας φέρουν οι νέοι;» αναρωτιούνταν.
Ένας φαλακρός τριαντάρης με βλοσυρό βλέμμα άδραξε την ευκαιρία εξαπολύοντας μια γερή δόση συμπυκνωμένης χολής.
«Κοίτα τους αλήτες, τους βρομιάρηδες», σφύριξε. «Κοίτα τους πώς είναι».
Κάποιος δίπλα του κάγχασε:
«Και πώς θα ’θελες να ’ναι; Να βάλουν τα καλά τους για να πολεμήσουν τους μπάτσους;»
Ένας αναρχικός, ο Βαγγελάκης ο πολέμαρχος, έριξε προς το μέρος των αστυνομικών μια μολότοφ. Εκείνοι κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και κινήθηκαν σιωπηρά εναντίον του. Ένα όχημα της Πυροσβεστικής άρχισε να ρίχνει νερό με τη μάνικα. Ο Βαγγελάκης οπισθοχώρησε πίσω από τις γραμμές των διαδηλωτών. Τους αστυνομικούς υποδέχτηκε ένα άγριο σφυροκόπημα από πέτρες, ξύλα, ρόπαλα και ακόντια μακριά σαν μακεδονική σάρισα. Ωστόσο, εκείνοι συνέχισαν να προελαύνουν. Έφτασαν στις γραμμές των διαδηλωτών, έριξαν κάτω τα οδοφράγματα και συγκρούστηκαν μαζί τους. Χτυπούσαν χωρίς διάκριση, ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, τυφλά, ακόμα και τα γυμνά δέντρα.
Οι διαδηλωτές υποχώρησαν μέσα στο Πολυτεχνείο, ενώ κάμποσοι από αυτούς κατέφυγαν για προστασία στην πλευρά των θεατών. Κάποιοι βρέθηκαν κατά λάθος ανάμεσα στις συμμορίες των τραμπούκων, που ήταν οπλισμένοι με σιδηρολοστούς. Έπεσαν πάνω στα ανυποψίαστα θύματά τους σαν πεινασμένα αρπακτικά και πιτσιλιές αίματος έβαψαν τον πεζόδρομο.
Η πρώτη επίθεση στο Πολυτεχνείο ανακόπηκε με πέτρες, σιδερόβεργες, δυναμιτάκια, πυροσβεστήρες, εργαστηριακά όργανα και μια μπάλα του μπάσκετ. Στα μεγάφωνα η φωνή της Μαρίας Φαραντούρη έλεγε πως για κάποιον μες στον κόσμο είναι αργά, όταν έγινε η δεύτερη επίθεση, πιο άγρια αυτή τη φορά. Η ατμόσφαιρα πλημμύρισε από το αρρωστιάρικο χρώμα του πανικού.
Κάποια στιγμή φάνηκε ένα φορείο. Πάνω στην ασπίδα του, με τσακισμένο κορμί σφάδαζε ο Μάρκος ο Λεοντόκαρδος. Είχε φάει ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι και παραλίγο να χάσει το μάτι του. Εκτός αυτού είχε εγκαύματα στο πρόσωπο και κατάγματα στο δεξί του χέρι. Κανένας ωστόσο δεν ανησυχούσε γι’ αυτόν. Δεν αρκούσε να τον σκοτώσεις μια φορά. Δεν τον έπιαναν ούτε οι σφαίρες ούτε οι αποκεφαλισμοί. Ήταν σαν τον Μωυσή∙ θα ζούσε χιλιάδες χρόνια και δεν θα πέθαινε ποτέ.





Οι χθόνιοι θεοί της πόλης
(απόσπασμα από το βιβλίο «Η πόλη με τα χίλια πρόσωπα", 1987)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου