Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2020

Σελιδοδείκτης | Θεσσαλονίκη | Αλέξανδρος ΄Ισσαρης, από τη συλλογή ΄Εξι Περίπατοι | Μαρίνα Καρτελιά

 

 Eπιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά.

 

 

Μπεχ-Τσινάρ, (ο κήπος των Πριγκήπων) όπου θεμελιώθηκε το Μουσείο Ολοκαυτώματος (Wikipedia)
               

 

 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 

 


Η αίσθουσα του ΄Ολυμπος Νάουσα (thessnews)

 Του Αλέξανδρου ΄Ισσαρη.



Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΙΜΙΣΚΗΣ (925-976 μ.Χ.) γεννήθηκε και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη. Υπήρξε αυτοκράτορας του Βυζαντίου επί επτά χρόνια (από το 969 ως το 976). Η οδός Τσιμισκή, που φέρει το όνομά του, άρχισε να κατασκευάζεται μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και παραδόθηκε το 1921. ΄Εχει μήκος 1,30 χιλιόμετρα και πλάτος από 30 ως 35 μέτρα. Τα διατηρητέα κτίρια που βρίσκονται κατά μήκος της οδού είναι ως επί το πλείστον εκλεκτιστικά. Σε ορισμένα διακρίνουμε επιρροές της Αρ Ντεκό και σε ελάχιστα υπάρχουν μοντερνιστικά στοιχεία. Στην οδό Αριστοτέλους ξεχωρίζουν οι νεοβυζαντινές όψεις που σχεδίασε ο Γάλλος πολεοδόμος Ερνέστ Εμπράρ (1875-1933). ΄Ολα τα κτίρια χτίστηκαν κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

     Στη Θεσσαλονίκη έζησα δεκαέξι χρόνια: από το 1962 ως το 1978. Αυτά ήταν και τα πιο ευτυχισμένα της ζωής μου, γιατί τότε αναπτύχθηκαν οι μεγάλες φιλίες, άνθησαν και παρήκμασαν οι μεγάλοι έρωτες, τότε γράφτηκαν τα πρώτα ποιήματα, εκδόθηκαν οι πρώτες μεταφράσεις, απονεμήθηκαν τα πρώτα βραβεία, παρουσιάστηκαν οι πρώτες εκθέσεις. Εκείνη την περίοδο γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους, που επηρέασαν τη σκέψη, την τέχνη και την προσωπικότητά μου.

    ΄Οσο ζούσα στη Θεσσαλονίκη, έκανα συχνά περιπάτους στην Πάνω Πόλη, στο λιμάνι, στον ΄Ομιλο Φίλων Θαλάσσης, στο Μπεχ Τσινάρ, στο Σέιχ Σου, αλλά κυρίως στην οδό Ιωάννη Τσιμισκή. Αυτός ήταν ο αγαπημένος μου δρόμος, η οδός που διέσχισα αμέτρητες φορές. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος που να είναι φορτωμένος με τόσα γεγονότα, τόσες αναμνήσεις και τόσα χρώματα, φωτεινά, σκοτεινά, θλιβερά, πένθιμα, ερωτικά, μουντά. Αυτόν τον περίπατο θα ήθελα να περιγράψω εδώ, για να θυμηθώ και να θυμίσω την Τσιμισκή όπως ήταν πριν από το σεισμό του 1978. 

    Από την οδό Διαλέττη, όπου έμενα, έφτανα στη γωνία Τσιμισκή και Βασιλίσσης Σοφίας - τώρα λέγεται Εθνικής Αντίστασης - και έμπαινα στο βιβλιοπωλείο του Πανίτογλου, που είχε μόνο γερμανικά βιβλία. Ξεφύλλιζα τις νέες εκδόσεις, τα γερμανικά περιοδικά και άνοιγα συζητήσεις με τον βιβλιοπώλη και τον υπάλληλό του. Τότε δεν υπήρχε το ίνερνετ και τις απορίες μου τις έλυνα ψάχνοντας στα λεξικά και στις εγκυκλοπαίδειες που έβρισκα εκεί. Αυτή ήταν η πρώτη στάση του μεγάλου περιπάτου που κατέληγε στο βιβλοπωλείο των αδελφών Μόλχο.

    Βαδίζοντας στο αριστερό πεζοδρόμιο της οδού Τσιμισκή, έφτανα στο Κεφίρ, που συνδέεται με πολλές αναμνήσεις από την εποχή που εκεί δίπλα είχα ανοίξει με δυο συναδέλφους αρχιτεκτονικό γραφείο, το οποίο έκλεισε σ΄έναν χρόνο, γιατί είχε μεταβληθεί σε τόπο συνάντησης ποιητών και καλλιτεχνών κάθε είδους, που τραγουδούσαν, έπιναν ή διάβαζαν κείμενά τους.

     Σ΄αυτό το αριστερό πεζοδρόμιο υπήρχε πάντα η πιθανότητα να συναντήσω τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Δημήτρη Μαρωνίτη, τον Γιώργο Ιωάννου, τον Πάνο Θασίτη, τον Αλέξη Ασλάνογλου ή τον Ανέστη Ευαγγέλου. ΄Ηταν η χρυσή εποχή της Θεσσαλονίκης, γιατί όλοι αυτοί οι αξιόλογοι άνθρωποι ζούσαν και δημιουργούσαν σ΄εκείνη την πολιτεία, χρωματίζοντάς την με την έντονη παρουσία και με τα βιβλία τους. Τώρα, όποτε πηγαίνω στη Θεσσαλονίκη και διασχίζω την Τσιμισκή, μελαγχολώ, γιατί δεν συναντώ ούτε ένα γνώριμο πρόσωπο.

    Η επόμενη στάση γινόταν υποχρεωτικά στη Βιβλιοθήκη, το βιβλιοπωλείο του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Γιάννη Πάνου. Εκεί συναντούσες αριστερούς διανοούμενους και διάσημους καλλιτέχνες που έχουν πεθάνει από καιρό. Τότε όλοι εμείς ζούσαμε μέσα σ΄ένα τεράστιο ψέμα, γιατί πιστεύαμε ότι θα αλλάζαμε τον κόσμο. Εγώ είχα πάντοτε επιφυλάξεις για τον σοσιαλιστικό παράδεισο, αλλά δεν τολμούσα να τις εκφράσω, γιατί θα με έλεγαν αντιδραστικό. Πάντως τον Αναγνωστάκη τον συμπαθούσα γιατί είχε αίσθηση του χιούμορ, αλλά θύμωνα όταν λογόκρινε τα βιβλία που αγόραζα, λέγοντας "Αυτά δεν είναι του επιπέδου σου". Στη Βιβλιοθήκη γνώρισα και τον Γιώργο Χειμωνά, με τον οποίο γίναμε στενοί φίλοι, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Τίτο Πατρίκιο και τον Στρατή Τσίρκα. Εκείνη την εποχή είχα ενθουσιαστεί τόσο πολύ με τις Ακυβέρνητες πολιτείες, που θυσίασα το χοιρόδερμα του πτυχίου μου για να δέσω τους τρεις τόμους της τριλογίας του.

    Λίγα μέτρα πιο κάτω ήταν ο θρυλικός Γκιγκιλίνης, ένα τεράστιο καφενείο που έγραψε ιστορία στα χρόνια της έντονης πολιτικοποίησης. Ο Γκιγκιλίνης ήταν πάντα γεμάτος με νεαρούς που χειρονομούσαν, μιλούσαν δυνατά, χαχάνιζαν δυνατά και τσακωνόνουτσαν ασταμάτητα. Σε μια γωνιά καθόταν συνήθως ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Νιόνιος, που στην αρχή δεν τον παίρναμε στα σοβαρά. ΄Οταν όμως κυκλοφόρησε το Φορτηγό, αλλάξαμε γνώμη, αλλά εκείνος εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη για να μεγαλουργήσει στην Αθήνα.

    ΄Οταν έβγαινα για βόλτα στην Τσιμισκή και ξεσπούσε άξαφνα μπόρα, χωνόμουνα στου Φλόκα, όπου ήμουν σίγουρος ότι θα συναντούσα τον Τάκη Κανελλόπουλο. ΄Οταν έκελισε ο Φλόκας, ήμουν απαρηγόρητος. Δεν πίστευα ότι ο Φλόκας, το ΄Ολυμπος-Νάουσα και το Μεντιερανέ θα έκλειναν ποτέ. ΄Ηταν ιστορικοί χώροι και έπρεπε να κριθούν διατηρητέοι. Σε λίγο έφτανα στην γκαλερί Κοχλίας, η οποία υπήρξε για μεγάλο διάστημα το μεγάλο στέκι των εικαστικών καλλιτεχνών και των φιλότεχνων, που είχαν συνδεθεί φιλικά με τον Κώστα Λαχά. Είχα πάρει μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις που ειχαν παρουσιαστεί στον Κοχλία.

    ΄Οταν έφτανα στην οδό Αριστοτέλους, έστριβα αριστερά και έμπαινα στο Stereodisc, το μγαζί απ΄όπου αγόραζα κι εγώ δίσκους και εξακολουθεί να υφίσταται στην ίδια θέση. Ακριβώς απέναντι βρισκόταν το Ζήτα Μί, όπου κυριαρχούσε η προσωπικότητα και το γούστο της Μίνας Ζάννα. ΄Ολοι οι άνθρωποι των γραμμάτων που ζούσαν τότε στη Θεσσαλονίκη αγόραζαν υφάσματα, πίνακες, φωτιστικά και καλαίσθητα αντικείμενα από αυτό το κατάστημα, από το οποίο αγόρασα και εγώ όλα τα βινύλια που έχω ακόμη στο σπίτι μου.

    Στο Ζήτα Μι έκανα το 1973 και την πρώτη μου ατομική έκθεση ζωγραφικής, στην γκαλερί που λειτουργούσε στο υπόγειο. Στα εγκαίνια είχα πάει μισή ώρα νωρίτερα και έμεινα άφωνος όταν κατεβηβαίνοντας τη σκάλα αντίκρισα τον Πεντζίκη να κάθεται στα σκαλοπάτια με την αδερφή του, την Ζωή Καρέλλη. Περίμεναν να ανοίξει η πόρτα για να είναι οι πρώτοι που θα έμπαιναν μέσα! Δυστυχώς, το Ζήτα Μι δεν υπάρχει πια και η Μίνα πέθανε πριν από τέσσερα χρόνια.

   Εκατό μέτρα πιο κάτω, βρισκόταν το επιβλητικό Κεντρικό Ταχυδρομείο της Θεσσαλονίκης, που επισκεπτόμουν τακτικότατα, γιατί τότε έγραφα πολυσέλιδες επιστολές, τις οποίες έστελνα ακόμη και σε ανθρώπους που έμεναν στην ίδια πόλη μ΄εμένα. Αν προχωρώντας παρακάτω συναντούσα κάποιον γνωστό που πήγαινε στα γραφεία της Διαγωνίου, τον ακολουθούσα, γιατί διασκέδαζα πάντα με τις κακίες που αράδιαζε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο οποίος ισχυριζόταν πως είχε την πιο μικροσκοπή γκαλερί της πόλης. "Σαν ασανσέρ είναι", έλεγε σε όλους...

    Το βιβλιοπωλείο των αδελφών Μόλχο ήταν το πιο ευρωπαϊκό βιβλιοπωλείο της Θεσσαλονίκης. Εκεί τελείωνε ο περίπατος - σ΄αυτό το μαγαζί που έχει κλείσει εδώ και χρόνια. Εκεί έδινα τα μεσημεριάτικα ραντεβού μου, που κατέληγαν στην παραλία, στου Στρατή ή στο ΄Ολυμπος-Νάουσα. Τώρα που θυμήθηκα τα παλιά, σκέφτομαι πως οι περισσότεροι φίλοι μου έχουν πεθάνει. Αλλά και η ψυχή της παλιάς Θεσσαλονίκης έχει πεθάνει κι αυτή. Εκείνο που εξακολουθεί να υπάρχει μού είναι ξένο.


΄Εξι Περίπατοι / Προσκέφαλο με Φύλλα Λεμονιάς

Αλέξανδρος ΄Ισσαρης

Εκδόσεις Κίχλη 

 

 

Βιβλιοπωλείο Μόλχο (Φωτ.parallaximag)

  

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου