Κυριακή, 2 Αυγούστου 2020

Σταμάτης Παρασκευάς | Ερωτικό παραμύθι



Την ιστορία αυτή την ψιθυρίζουν τα βράδια οι ερωτευμένοι. Και λένε πως, πολλές φορές δεν την ψιθυρίζουν οι ίδιοι, μα την τραγουδάει η νύχτα όπως ξαπλώνει πάνω στα σώματά τους. Και λένε πως, αν κάποιος κρυφακούσει την ώρα εκείνη χάνει την ακοή του για λίγο.

Ένα βράδυ, λοιπόν, ήταν ριγμένα δυο κορμιά, ένας άντρας και μια γυναίκα, σαν πανωφόρι στους ώμους του κυνηγού και σαν το χιόνι απλωμένο στις μακρινές βουνοκορφές.

Κι η νύχτα -ή ο άντρας- είχε ξεκινήσει την ιστορία. Η κοπέλα είχε τυλιχτεί γύρω του, ρίζα βυθισμένη μες στο χώμα ενός δέντρου πανύψηλου. Με τα δάχτυλά της χάιδευε τους πνεύμονές του και γαργαλούσε το συκώτι του. Κι η γυναίκα ήταν ολάκερη κερασιά.

Μα το πρωί σαν ήρθε το φως, η γυναίκα που 'χε ξαναγίνει άνθρωπος από κερασιά, μα όσα της έλεγε ο άντρας της πως εκείνη είχε γίνει -η κερασιά και το χάδι μες στα σπλάχνα του- εκείνη ορκιζόταν ξανά και ξανά πως η ίδια τα είχε ονειρευτεί και δει για τον αγαπητικό της: ότι εκείνος είχε ριζώσει στα σπλάχνα της και άνθιζε και λύγιζε στον νυχτερινό αγέρα.

Και λένε, πως το όνειρο μπλέκεται με τον ξύπνιο, όπως δυο εραστές κι όπως η ρίζα με το χώμα και η φυλλωσιά της κερασιάς με τα αστέρια. Και λένε πως κάθε πρωί έβγαζαν ο ένας από τα μαλλιά του άλλου κεράσια άγουρα και από τα χείλια τους φιλιά και από τα πόδια τους τινάζανε το χώμα.

Κι ο άντρας έλεγε με ήρεμη, βαθειά, βαριά φωνή την ιστορία. Και το στέρνο της κοπέλας άνθιζε σαν κερασιά τον χειμώνα. Και τα χείλη της έσκασαν σαν μπουμπούκι. Κι ήρθε μια άνοιξε και έπνιξε το δωμάτιο μες στο χειμώνα.

Κι ο άντρας συνέχιζε. Ώσπου ρίζωσαν τα δάχτυλα της γυναίκας βαθειά μες στην κοιλιά του και τα πόδια της έγιναν μια άβυσσος στα τριχωτά γυμνά του πόδια. Και η κερασιά μεγάλωνε και τα μπουμπούκια πλήθαιναν κι η βροχή έξω μες στου χειμώνα την καρδιά φούντωνε.

Και η αγάπη μες στου άντρα την καρδιά φούντωνε. Ώσπου η κερασιά χτύπησε στο ταβάνι κι ο άντρας έγινε το ρίζωμα της κερασιάς.

Και κάπως έτσι τελειώνει το παραμύθι: το πρωί έβγαζαν ο ένας από τα μαλλιά του άλλου αστέρια άγουρα κι αυτό συνέχιζε όσο νύχτωνε και κάθε που ξημέρωνε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου