Τρίτη, 26 Μαΐου 2020

Και το κωλόχαρτο τελειώνει | Θεοχάρης Παπαδόπουλος



Βρισκόμαστε όλα μαζεμένα σε ένα φιλόξενο σπίτι. Εδώ έχουμε όλο τον καιρό να χαζέψουμε, να συζητήσουμε και να φιλοσοφήσουμε. Ένα είναι το θεμελιώδες ερώτημα, που μας βασάνιζε πάντα: Υπάρχει ζωή μετά τα σκουπίδια; Δεν το ήξερε κανένα. Όλα ήμασταν προορισμένα για να φτάσουμε κάποια στιγμή εκεί, αλλά κανένα δεν είχε ξαναπάει. Δεν ξέραμε τι θα συναντήσουμε. Είχαμε άπειρες ώρες να το αναλύσουμε. Άπειρες; Όχι, ακριβώς, αλλά σίγουρα πολλές.

Είμαστε ένα πακέτο με δέκα ρολά χαρτιά υγείας. Κανονικά θα έπρεπε να ήμασταν οχτώ, αλλά τα δύο είναι δώρο. Πολλοί μας αποκαλούν κωλόχαρτα και σπανιότερα σκατόχαρτα. Όπως και να το πεις, κάνουμε την χειρότερη δουλειά. Μαζεύουμε όλες τις βρωμιές των ανθρώπων. Πολλές φορές δεν χρησιμοποιούμαστε για εκείνο, που έχουμε φτιαχτεί, έτσι σε πολλά από μας έχει τύχει να χρησιμοποιηθούμε ως μυξομάντιλα. Μερικά τυχερά από εμάς καθαρίζουν υπολείμματα από νόστιμα φαγητά. Κανονικά αυτό είναι προνόμιο του χαρτιού κουζίνας και των χαρτοπετσετών, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν ότι έχουν πιο πρόχειρο ή ό,τι είναι πιο φτηνό.

Όπως όλα τα χαρτιά υγείας, έτσι κι εμείς βρεθήκαμε κάποια στιγμή σε ένα μαγαζί. Από το μέγεθός του και την ποικιλία των προϊόντων του, καταλάβαμε ότι ήταν ένα μεγάλο σουπερμάρκετ. Εκεί βρεθήκαμε παρέα με τα ξαδερφάκια μας, δηλαδή με διάφορα πακέτα χαρτιά υγείας διαφόρων μαρκών και ποικιλιών. Δηλαδή, ενώ εμείς είμαστε ολόλευκα, υπήρχαν χαρτιά υγείας με λουλουδάκια. Φαίνεται πως τα συγκεκριμένα ήταν προορισμένα για κώλους πολυτελείας.

Το σουπερμάρκετ ήταν τόσο γεμάτο με χαρτιά υγείας, που ήμασταν σίγουρα πως θα αργούσε η σειρά μας. Έτσι κι αλλιώς ήμασταν τόσο βαθιά χωμένα, που θα έπρεπε να πουληθούν αρκετά πακέτα πριν από μας. Όμως, η τύχη μας ήταν διαφορετική.

Ξαφνικά, άρχισε να έρχεται κόσμος και να αγοράζει με μανία χαρτιά υγείας. Τέσσερα-τέσσερα τα έπαιρναν τα πακέτα. Στην αρχή νομίζαμε ότι έγινε πόλεμος, όμως, όπως αργότερα πληροφορηθήκαμε από σκόρπιες κουβέντες των ανθρώπων, που έπαιζαν ξύλο για να μας αγοράσουν, ένας φονικός ιός είχε εμφανιστεί και σκότωνε αβέρτα. Οι άνθρωποι γέμιζαν τα σπίτια με μακαρόνια και χαρτιά υγείας. ΄

Όπως ήταν φυσικό, κάποια στιγμή, ήρθε και η σειρά του δικού μας πακέτου. Ένα στιβαρό χέρι μας άρπαξε και μας έβαλε σε ένα καρότσι, δίπλα στις φακές και στα ντολμαδάκια. Σε λίγο μας έριξαν από δίπλα και ένα κατεψυγμένο ψάρι σε φέτες και η μπόχα ήταν αφόρητη. Ευτυχώς, δεν μας έβαλαν σε σακούλα, οπότε βγήκαμε στον καθαρό αέρα και αναπνεύσαμε.

Στο δρόμο για το σπίτι, που μας προόριζαν, είδαμε ένα σύνθημα γραμμένο στον τοίχο: «Και το κωλόχαρτο τελειώνει, μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Το σύνθημα τελείωνε με ένα άλφα σε κύκλο. Υποθέσαμε ότι αυτό ήταν η υπογραφή εκείνου, που σκέφτηκε το σύνθημα και αναρωτιόμασταν, τι θέλει να πει ο ποιητής. Γιατί, ήταν σίγουρο ότι έλεγε για μας, αλλά, τι εννοούσε;

Τώρα βρισκόμαστε σε ένα σπίτι με άλλα είκοσι πακέτα με ρολά χαρτιών υγείας. Ξέρουμε ότι θα αργήσουμε να χρησιμοποιηθούμε. Έχουμε όλο το χρόνο να φιλοσοφήσουμε και να λύσουμε όλα τα θεμελιώδη ερωτήματα των χαρτιών υγείας. Άραγε, υπάρχει ζωή μετά τα σκουπίδια;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου