Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2019

O Flâneur των λαϊκών προαστίων | Κώστας Παντιώρας

Image

Γεια σου Περαία αθάνατε
της εργατιάς κολόνα
Πασαλιμάνι, Κοκκινιά
Καμίνια, Δραπετσώνα

Μιχάλης Γενίτσαρης

Ήταν ένας flaneur των λαϊκών προαστίων και της εργατιάς. Περιπατητής, σουλατσαδόρος, ξάπλας και αργόσχολος. Κάθε μέρα πηδούσε στο «πράσινο» 843 γραμμή Πειραιάς-Πέραμα κι άρχιζε η βόλτα. Καθόταν πάντα μπροστά, όρθιος δίπλα στον οδηγό. Τόσα χρόνια οι οδηγοί τον είχαν μάθει, τον συμπαθούσαν, ήταν για αυτούς μια κάποια συντροφιά. Μπροστά του το πελώριο παρ-μπριζ σαν οθόνη σινεμά να τρέχουν πάνω της οι πιο ωραίες εικόνες. Κάθε φορά κατέβαινε και σ’ άλλη στάση, απεχθανόταν τη ρουτίνα. Έτσι είχε φτιάξει στο μυαλό του ένα περίεργο πρόγραμμα, έναν κώδικα, ώστε να εναλλάσσει τις στάσεις. Απ’ την αφετηρία στο τέλος, από το τέλος στην αφετηρία, ανά δυο στάσεις … σωστά μαθηματικά!

Ανατράφηκε στα χωμάτινα γήπεδα. Άρης Αμφιάλης, ΑΠΟ Κερατσίνι, τοπικά ντέρμπυ. Καθόταν στα τσιμέντα, εισέπνεε το χώμα. Νεότερος όταν έπαιζε λέρωνε στη λάσπη φανέλες, κάλτσες και σώβρακα. Χόρευε Edwin Starr στο «Αμερικάνικο» και Σωτηρία Μπέλλου στη μπακαλοταβέρνα το «Ειδικόν». Σε ένα καφενείο στη Λεωφόρο Σαλαμίνος δοκίμασε πρώτη φορά την τύχη του στη μπαρμπουτιέρα.

Γύριζε με τα πόδια από το Ικόνιο. Έβλεπε συνέχεια μια πουτάνα στο πεζοδρόμιο απέναντι από τον πελώριο «Σκλαβενίτη». Η πουτάνα τη δουλειά της ο Σκλαβενίτης τη δικιά του. Όλα εμπόρευμα. Τράβαγε για την Ιχθυόσκαλα. Στεκόταν στο μνημείο για τη μάχη της Ηλεκτρικής. Σκεφτόταν για λίγο. Έπειτα έτρωγε με τα χέρια γαρίδες στο λιμανάκι. Τα δάχτυλα πορτοκαλί και κίτρινα. Γαρίδες και νικοτίνη.

Στην Τρούμπα δεν πατούσε ποτέ. Δεν του άρεσαν οι μύθοι. Ήξερε πως από καιρό φυτοζωούν κάποια μπαρ με πολύχρωμα φώτα. Κάποιες μεσόκοπες Φιλιππινέζες, αντράκια από τον Άγιο Δομίνικο. Με σουβλάκια στου «Καράμπαμπα» ξεγελούσε την πείνα του. Με την τρέλα του δεν τα κατάφερνε το ίδιο.

Μια μέρα στο ΙΚΑ στην Αγιά Σοφιά ένας τρελός του φίλησε τα χέρια. Του άρεσαν οι τρελοί. Όχι όπως τους προσεγγίζουν οι γκομενίτσες που διαβάζουν τον Λακάν. Δεν ενδιαφερόταν να βρει το βάθος και το νόημα στην ψύχωση. Έβλεπε την παράνοια στην επιφάνειά της. Καλλιτεχνικά. Εδώ είναι χωριό και κάθε χωριό έχει τους τρελούς του. Ήξερε το παγκάκι που πέθανε ο τρελο-Γρηγόρης και τις μπασκέτες που έβαζε τρίποντα με το σαλεμένο του κεφάλι ο Διαμαντής.

Στα μεζεδοπωλεία συναντούσε γνωστούς. Είπαμε χωριό. Δυο αξιωματικοί του στρατού. Ο ένας ήθελε να σπουδάσει ψυχολογία. Ο άλλος έφτιαχνε σκουλαρίκια. «Πουτάνα επαγγελματική αποκατάσταση μας παίρνεις τα καλύτερα παιδιά!» έλεγε. Στο λεωφορείο της επιστροφής έπεφτε πάνω σε πιτσιρικάδες, αδερφούς φίλων του. Ένας του λέει μια μέρα «Δουλεύω σε ένα φούρνο. Τώρα θα παίξω σε ριάλιτι σήριαλ. Εκατόν πενήντα ευρώ το γύρισμα. Αλλά θέλω να μπω στην Αστυνομία.» Εκείνος σκέφτηκε πως σε τούτα τα μέρη τα όνειρα βάζουν χαμηλό ταβάνι.

Διάβαζε τα πάντα. Στις καφετέριες του Πειραιά, πάνω στο τραπέζι δίπλα-δίπλα το «Τεφλόν» και το «Ciao». Από τη μια άσημες ποιήτριες της Γαλλόφωνης Αφρικής από την άλλη διάσημες καλοντυμένες ξανθιές. Σε κάθε χώρα, σε κάθε φυλή, κάθε γυναίκα αξίζει τον έρωτα για τη ζωή και τον έρωτα σκέτο. Έπειτα άνοιγε το λάπτοπ, διάβαζε με τις ώρες. «Τι διαβάζετε αν επιτρέπεται;» ρώτησε ένας κύριος.

«Ποίηση».

«Μπα! Γράφουν οι ποιητές σε αυτά τα μαραφέτια;».

«Γράφουν. Ο μεγαλύτερος ποιητής του καιρού μας ζει στη Σαλαμίνα και γράφει εδώ μέσα.».

«Μακάρι! Η Κούλουρη έχει να δει σπουδαίο ποιητή από τον Σικελιανό! Εσείς με τι ασχολείστε αν επιτρέπεται;»

«Ο Ρόμπερτ Φροστ έλεγε πως ο κόσμος είναι γεμάτος πρόθυμους ανθρώπους : Μερικοί είναι πρόθυμοι να δουλέψουν, οι υπόλοιποι είναι πρόθυμοι να τους αφήσουν. Εγώ μάλλον ανήκω στη δεύτερη κατηγορία.»

«Καταλαβαίνω.»

«Εμένα δουλειά μου είναι να ξεχνάω. Πρέπει να ξεχνάω για να μπορώ να συνεχίζω. Υπάρχει μια μπάντα οι Celtic Frost που τραγουδούν για το χάδι στη λήθη. Μου αρέσει ο Φροστ, μου αρέσουν οι Frost. Μου αρέσει κάθε παγωνιά. Μόνο τους ανθρώπους no frost δεν μπορώ. Κάθε σχέση πρέπει να παγώσει για να αναθερμανθεί.»

«Καταλαβαίνω …»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου