Παρασκευή, 3 Μαΐου 2019

Βήματα | Έλλη Πράντζου



Δεν είχα ιδέα πάλι απόψε πού θα με έβγαζαν τα βήματά μου. Βήματα άλλοτε μικρά και κοφτά σαν να θέλουν από κάτι να ξεφύγουν, άλλοτε αργά και παραδομένα σ' εκείνες τις σκέψεις που τεχνηέντως σε προτρέπουν να γράψεις τους πάντες και τα πάντα εκεί όπου δεν πιάνει μελάνι. Ένα πράγμα ήξερα με σχετική σιγουριά -αν υπάρχει κάτι τέτοιο. Ότι κάθε μέρα όλο και περισσότερο πλησίαζα σε έναν εαυτό που πότε με φόβιζε, πότε με πείσμωνε μα πάντα με γοήτευε σαν το σκοτάδι.

Κι η μουσική στ' αυτιά μου άγγιζε τη διαπασών. Κι ήταν σαν να ούρλιαζε το μέσα μου με κάθε βήμα, πόσο λυτρωτικό είναι αυτό, έστω και πλασματικά;

Συνήθως ανηφορικές είναι η βόλτες μου. Ανεβαίνω κι ανεβαίνω κι ανεβαίνω όσο πιο πάνω από τον κόσμο μπορώ, όσο πιο μέσα στη νύχτα αντέχω, όσο πιο ψηλά φτάνει η ανάσα μου κι όσο πιο μακριά με πάνε τα μάτια μου. Στα δεξιά μου ένας τοίχος μου μίλησε σε μια γλώσσα που πια καταλαβαίνω καλύτερα απ' όλες. "Εγώ με τους ανθρώπους τέλειωσα", έγραφε πάνω στους μισοπεσμένους σοβάδες του. Κούνησα το κεφάλι κι ένα μειδίαμα επιβεβαίωσης και σαρκασμού έκανε την εμφάνισή του σαν να ήθελα να επιβραβεύσω τον τοίχο που τελικά ήταν πιο μέσα στο μυαλό μου από οποιονδήποτε ζωντανό οργανισμό εκείνη τη στιγμή.

Μετά σκέφτηκα ότι κάποιος στόλισε αυτόν τον τοίχο με τις δικές του σκέψεις κι άρχισα ν' αναρωτιέμαι γι' άλλη μια φορά πόσο ταυτιζόμαστε με αγνώστους που αν γνωρίζαμε ίσως να μην ταιριάζαμε εν τέλει καθόλου ή το αντίστροφο. Τέλος πάντων, πολύπλοκες κι όμορφες οι ανθρώπινες σχέσεις αλλά εξίσου fucked up από κάθε άποψη αν σε ενδιαφέρουν περισσότερο απ' όσο μπορείς ν' αντέξεις.

Και καθώς ανέβαινα αναπολούσα πρόσωπα, εικόνες, αισθήσεις, λόγια, ιδέες, αποχωρισμούς, χωρισμούς και σμιξίματα. Αναπόλησα εσένα, εμένα, εμάς, εκείνο το αναγνωριστικό βράδυ που μοιραστήκαμε, κάτι ενστικτώδεις κινήσεις που μας έφερναν πιο κοντά όταν το μυαλό εγκλώβιζε τις πραγματικές μας επιθυμίες, τις ασυγκράτητες προθέσεις μας που δεν έλεγαν να σκάσουν πριν μας δώσουν στεγνά και τις δυο τη μία μπροστά στα μάτια της άλλης. Πολύ καλά έκαναν αν με ρωτάς. Κι η αναπόληση με έφερε ξανά στο σήμερα.

Θυμήθηκα έναν άλλον τοίχο. "Μόνος", έγραφε πάνω του. Κάποιος. Κι ήθελα τόσο να βγω μια σαρκαστική φωτογραφία, δήλωση της τραγικής ειρωνείας μου, εκεί, δίπλα σε αυτήν την τόσο μεστή και περιεκτική όσο και τρομακτικά άδεια λέξη. Μα ποτέ δε συμφώνησες να με φωτογραφίσεις εκεί. "Αφού δεν είσαι μόνη", μου έλεγες μισοεκνευρισμένη-μισοστενοχωρημένη. Ίσως να μην κατάλαβες ότι πάντα ένιωθα μόνη και με τους άλλους όμως μαζί σου σκέφτομαι καμιά φορά μήπως θα ήταν για σένα καλύτερο αν ήμουν όντως μόνη. Καλά, φτάνει τόσο. Κινδυνεύω να μπω στα χωράφια της κλάψας και θα με έπιαναν τα γέλια σε μια τέτοια περίπτωση.

Άρχισα να μετράω βήματα. Γαμάτο είναι να εκφράζεις τα συναισθήματά σου, ακόμη πιο γαμάτο να μπορείς να τα βιώνεις στα άκρα, αλλά το πιο γαμάτο όλων είναι, όταν μαζί με όλα τα παραπάνω, μπορείς τελικά εσύ να τα κάνεις ό,τι γουστάρεις κι όχι εκείνα εσένα. Αμέτρητα βήματα πια. Βήματα συμβολικά, μεταμορφωμένα σε χρόνια, σε κυνηγητά, σε λαχτάρες, σε κόπους, σε απογοητεύσεις, σε συναισθήματα. Πού με έβγαλα(ν) στο σήμερα; Ποια ήμουν τώρα που παραμιλούσα ανηφορίζοντας, τι είχα κάνει ως τώρα ακριβώς, τι ήθελα να καταφέρω και πώς η αλληλεπίδρασή μου με τους άλλους επηρέασε την αλληλεπίδρασή μου με τον εαυτό μου; Κάπου εκεί πάντα φόντο εσύ, να θέλω τόσο να διαφέρεις αλλά να γαμιέμαι που δε νιώθω ότι διαφέρω όπως θα "έπρεπε" εγώ για σένα.

Βήμα κι ανάσα και πάμε πάλι. Διαφέρω τόσο πολύ που καταλήγω κλισέ. Διαφέρω τόσο που δεν μπορεί κανείς να με αντέξει κοντά του κι ας μη θέλει να φύγει μακριά. Διαφέρω τόσο που με πονάω απίστευτα ενώ με γουστάρω την ίδια στιγμή. Διαφέρω τόσο που θέλω να φάω τα σωθικά μου να δω τι γεύση έχουν, τέλος πάντων, πριν παραδεχτώ ότι ίσως το παρατράβηξα κι ας μη μου βγαίνει να το πω τελικά αυτό.

Αμέτρητα βήματα πια. Δε με νοιάζει πόσα είναι, να μη σε νοιάζει πού θα βγουν. Πάντα κοίταγα να αποφύγω κι όλα εκείνα που ταιριάζουν εκτός από τον προορισμό μου. Λες γι' αυτό να άργησα; Επειδή χόρευα -που λέει και το τραγούδι- όσο οι άλλοι απλώς περπατούσαν; Ποιος ξέρει και ποιος σκοτίζεται; Άλλο ένα βήμα...
μαζί σου;



Φωτογραφία: Έλλη Πράντζου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου