Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2019

Και Σ' Άνοιξα | Νικόλας Α. Πολυκανδριώτης

Και σ` άνοιξα Και μ` άνοιξες. Κ` η σκόνη σκόρπισε στον Χώρο. Κ` η σκόνη σκόρπισε στον Χρόνο. Και σε ξεφύλλισα και με ξεφύλλισες και το αεράκι των σελίδων μας φύσηξε μακριά τον σκονισμένο Χώρο τον σκονισμένο Χρόνο. Και σε διάβασα και με διάβασες και γέμισες ποιήματα τις άσπρες μου σελίδες. Και τις τσαλακωμένες προσπάθησες να ισιώσεις, επιτέλους είπες, επιτέλους είπα: «Βρήκα εκείνον που θα με αποστηθίσει» Και σ` απήγγειλα και μ` απήγγειλες. Κ` ήμασταν δυο ζωγραφιές που αντάλλαζαν τα χρώματα τους. Δυο τραγούδια που αντάλλαζαν τις μουσικές τους. Κι ήταν ένα το πεντάγραμμο κι ήταν ένας ο καμβάς! Κ` ύστερα συνηθίσαμε. Κι η συνήθεια μας έγινε σελιδοδείκτης. Και η συνήθεια μας έγινε πινέλο. Κι η συνήθεια μας έγινε μετρονόμος. Κι απλώς οι λέξεις έρχονταν κι απλώς οι λέξεις έφευγαν, κι οι νότες γύριζαν κενές. Και σ` άδειασα και μ` άδειασες από νοήματα Και τον υπόλοιπο καιρό Σκίζαμε ο ένας τον άλλον Κόβαμε ο ένας τον άλλον. Καίγαμε ο ένας τον άλλον. Και κάθε νύχτα κοιμόμασταν με μια γη στάχτη ανάμεσα μας. Με ένα νησί που όλο ματαιώνεται τη στιγμή που το προσεγγίζεις, να μας πλακώνει σαν σεντόνι. Και ν` αφήνει τον βυθό μας βυθισμένο. Και βούλιαξα. Και βούλιαξες. Και σ` αγκάλιασα και μ` αγκάλιασες. Και σε βούλιαξα και με βούλιαξες, πιο πολύ . Και πνιγήκαμε στη συνήθεια και το επόμενο πρωί ξεράσαμε συνήθεια ο ένας πάνω στον άλλον. Κι επιχείρησα να σε συρράψω Κι επιχείρησες να με συρράψεις, αλλά δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μας ήταν πια ταυτότητα οι πληγές κι οι ζωές μας γέμισαν με ναυάγια μιας ζωής που δε ζήσαμε ποτέ! Και σ` έκλεισα Και μ` έκλεισες. Και ξεθωριάσαμε και μου` πες ότι: Οπότε σ` απήγγειλα παραφωνούσα. Και σου` πα ότι: Όποτε μ` απήγγειλες Βιαζόσουν. Και κάποτε που δοκιμάσαμε να ξεφυλλίσουμε από την αρχή ο ένας τον άλλον η σκόνη επέστρεψε πιο βαριά. Κ` ηβρε Χρόνο δίχως έλεος κι έλεος δίχως Χώρο να αποστηθίζουν τη σιωπή μας. Και των ουρλιαχτών τα απομεινάρια!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου