Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

Καημός | Χριστόφορος Τριάντης

Γι’ αυτό λοιπόν, ήταν μια διαφορετική γυναίκα,  το καταλάβαινες απ’ τον τρόπο που σε αγκάλιαζε. Εκεί μες στην αγκαλιά της ένιωθες σαν να ‘βγαζε τον καημό της. Η αγαπητική της προσήλωση  ξεπερνούσε τη διαδικασία  της ερωτικής στιγμής και γινόταν ιστορία, δίχως επαναλήψεις και καθάρσεις. Δεν ήταν ένα φανερό γεγονός, ήταν μια μυστική πραγματικότητα. Η  αλήθεια τής καρδιάς της, σού δινόταν ακέρια, μυστηριακή θυσία, βγαλμένη απ’ τα άδυτα της ψυχής και του σώματος.

Μα εσύ φοβόσουν κάτι τέτοια αγκαλιάσματα, γιατί ήταν  σαν να σου λέγανε να βγάλεις κι εσύ την αλήθειά σου, τον δικό σου καημό,  να ενωθείς μαζί της,  να ξεχάσεις τον εαυτό σου,  να χάσεις την ελευθερία σου. Και είχες κι εσύ τον καημό σου, αλλά  είναι που υπολόγιζες τις δυνατότητες των καταστάσεων:  πού μπορούσες να φτάσεις γεωμετρικά και αριθμητικά,  πόσα μπορούσες να κερδίσεις και τι να χάσεις στο παζάρι των απολογισμών και των κοινοτοπιών.

Και απ’ την άλλη, πόσο θα κρατούσε όλο αυτό; Αργά ή γρήγορα θα τελείωνε (οριστικά και αμετάκλητα). Χάρη στην εκλογίκευση (των πάντων) υπολόγισα  ότι ήθελε να γίνουμε κάτι σαν συνένοχοι, να μοιραστούμε  τη φυλακή που θα τιτλοφορούνταν : «χαμένες ψευδαισθήσεις». Κι εκεί μέσα να ζούμε με σιωπηλές συμφωνίες και σακατεμένα σύμφωνα.  Όμως, οι στοχαστικές αυτές επισημάνσεις ήταν μια εγωιστική προσέγγιση που έσβησε τον πόθο. Τελικά από όλη αυτήν την ιστορία δεν έμεινε παρά η πικρή δήλωση: ότι  άξιζε να της «δώσω» τον καημό μου, να γεμίσω τις ηλίθιες μέρες και νύχτες μου, με αληθινά φιλιά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου