Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

To μάθημα | Mαρία Φραντζεσκάκη

Το κουδούνι χτύπησε παρατεταμένα. Σ'εκείνο το σπίτι πολλές φορές το κουδούνι χτυπούσε παρατεταμένα. Όλοι ήταν τόσο πολυάσχολοι.  Και το τηλέφωνο, δε σταματούσε ποτέ. Ίσως γι'αυτό και η Μαρίνα όσο και αν αγαπούσε εκείνες τις ώρες απύθμενης ησυχίας όπως μετά τα μεσάνυχτα που άνοιγε εκείνος ο ξεχωριστός κόσμος με τις μουσικές και με τα βιβλία, ήξερε να είναι παρούσα εξίσου και στις απαιτήσεις της μέρας. Mαθήματα, για να μπορέσει να πετύχει την επιθυμία της να μπει στην ιατρική, παράλληλα χορός  για να φεύγει το μυαλό της.Η ιατρική ήταν το πάθος της. Έλεγε από παιδί μάλιστα ότι θα ήθελε να φύγει με τους γιατρούς κάποιων μκο στο εξωτερικό, σαν άλλη γιατρός χωρίς σύνορα.



-Εγώ μαμά θέλω να πάω στην Αφρική.
-Να πας καρδούλα μου.
-Θέλω να σώσω τον κόσμο.
-Να τον κάνεις μια μεγάλη αγκαλιά και ίσως σωθεί.

Κανείς ποτέ δεν της είπε όχι. Από παιδί ακόμα. Κανείς. Γι'αυτό μάλλον και έγινε τόσο ανεξάρτητη. Γι'αυτό και τόσο αγύριστο κεφάλι.

-Μαρίνα, ήρθε ο καινούργιος καθηγητής σου για τα μαθηματικά. Πρόλαβες να ετοιμαστείς;
-Ναι, Σόνια,  άνοιξε του και πες του να έρθει στο γραφείο.

Η Σόνια πήγε να ανοίξει την πόρτα. Την είχαν χρόνια στο σπίτι σχεδόν από κοριτσόπουλο. Είχε έρθει στην Αθήνα έφηβη από τη Ρόδο όταν έμεινε ορφανή. Ο πατέρας της χάθηκε ένα βράδυ που πήγε για ψάρεμα με την βάρκα. H μητέρα της μεγαλώνοντας κουραζόταν εύκολα, βαριά γυναίκα. Δεν είχε επιλογή, άφησε το νησί και ήρθε στην Αθήνα να δουλέψει. Δεν σπούδασε, δεν παντρεύτηκε. Θαρρείς πως έχει για παιδιά της τα μέλη της οικογένειας. Καλός άνθρωπος και τίμιος η Σόνια. Κουρασμένο πρόσωπο από όλα όσα έζησε. Μα το χαμόγελό της ζεστό και δοτικό.

-Καλησπέρα σας, Ελάτε περάστε. Η Μαρίνα σας περιμένει στο γραφείο.
- Ευχαριστώ

Τον καθοδήγησε. Ανέβηκαν την επιβλητική ξύλινη σκάλα. Το βήμα του κάπως αμήχανο. Πάντα σε κάθε πρώτο μάθημα.

-Καλησπέρα, είμαι η Μαρίνα, σε εμένα θα κάνεις μάθημα.
- Δημήτρης, χάρηκα.
- Έλα στο γραφείο, θέλεις να σου φτιάξει καφέ η Σόνια;
- Όχι όχι ευχαριστώ είμαι εντάξει.
-Σίγουρα;
-Σίγουρα.
-Έλα να καθίσουμε.
-Μου είπαν οι γονείς σου ότι δυσκολεύεσαι κυρίως στην Άλγεβρα.
-Ναι έτσι, είναι, αλήθεια δε μου αρέσουν καθόλου τα μαθηματικά.
-Χμμ, άρα το στοίχημα είναι να σου αλλάξω γνώμη και να γίνεις πραγματικά πολύ καλή.
-Δύσκολο το έργο που έχεις αναλάβει, δε νομίζω να τα καταφέρεις.

Έβγαλε τα τετράδια της, κάθισε δίπλα του. Το πρώτο μάθημα πάντα είναι το δυσκολότερο γιατί εκτός από το να βολιδοσκοπήσει κανείς το επίπεδο γνώσεων του μαθητή πρέπει να αντιληφθεί και την ψυχολογία του για να δει πως θα τον προσεγγίσει για να αγαπήσει το μάθημα. Γιατί αν δεν αγαπήσεις κάτι, αν δεν το οικειοποιηθείς με κάποιον τρόπο είναι αρκετά δύσκολο να το κάνεις αρκετά καλά.

-Λοιπόν, βλέπω εδώ τα τετράδια σου, νομίζω πρέπει να πιάσουμε την ύλη από την αρχή και να κάνουμε εντατικά μαθήματα.
-Ωραία, οπότε προτείνεις να κάνουμε μάθημα τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα;
-Ναι, θα ήταν πολύ χρήσιμο.
-Ωραία λοιπόν!

Αφού ξεκίνησαν να βλέπουν από την αρχή την ύλη και αφού ήδη είχε περάσει μια ώρα τους διέκοψε ένα τηλεφώνημα.

-Παρακαλώ.
-Σας έχουμε καλέσει από την μεταφορική εταρία Speedy, το δέμα με τα βιβλία που είχατε παραγγείλει έχει φτάσει.
-Ξέρετε, τώρα βρίσκομαι σε μάθημα όμως, αύριο... τι ώρα μπορώ να περάσω να το παραλάβω;
- Είμαστε ανοιχτά από τις 9 το πρωί εώς τις 18:00.
-Ωραία, σας ευχαριστώ.

-Συγνώμη για την διακοπή.
-Όχι μην ανησυχείς, καταλαβαίνω... Φαντάζομαι πόσα βιβλία θα έχεις σπίτι σου... Σίγουρα όλα για μαθηματικά!

Αυτός ο ενικός ήταν αρκετός για να μπορέσει να πάρει τα κουρασμένα από τους αριθμούς μάτια του και να τα σηκώσει για να την προσέξει.

Η Μαρίνα, ήταν ένα κορίτσι στις παρυφές της ενηλικίωσης , μια ανάσα πριν γίνει γυναίκα. Είχε μια ανεμελιά , μια υποψία ότι θα έμενε πάντα νεαρή στην όψη, στην καρδιά και στον χαρακτήρα. Δεν ήταν εξαιρετικά ψηλή, ήταν μελαχρινή με πλούσια μαλλιά ,μάτια καστανά σαν μικρά σπουργίτια και γλυκά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο. Ήταν έξυπνη. Αλλά λίγο ανοργάνωτη σχεδόν στα πάντα, εκτός από όσα αγαπούσε υπερβολικά.

Αφού έλυσαν κάποιες ασκήσεις, ήρθε η ώρα να φύγει.

-Λοιπόν, θα τα πούμε αύριο.Να έχεις διαβάσει όσα είπαμε.
-Εντάξει.

Του άνοιξε την πόρτα και τον χαιρέτησε. Πρέπει να ήταν από τις λίγες φορές που είχε αποφασίσει να μην πάει αμαχητί η προσπάθεια με τα μαθηματικά. Εκείνη ήταν παιδί των λέξεων και όχι των αριθμών. Ήθελε να διαβάσει διεθνές δίκαιο και να συνεισφέρει με τις γνώσεις της στην βελτίωση αυτού του κόσμου. Ουτοπίστρια σε ανησυχιτικό βαθμό, μα μόνο έτσι έγινε καλύτερος ο κόσμος. Δεν την συγκινούσαν οι επιχειρήσεις ή τα οικονομικά, αλλά ήξερε πόσο σημαντικά ήταν και εκείνα στον ρου αυτού του πλανήτη. Ήξερε πως η ζωή είναι ρεαλιστική, ακόμα και αν εκείνη είχε άλλο προσανατολισμό σαν άνθρωπος.

Ίσως έτσι να συμβαίνει με όλους όσους δεν έχουν βιοποριστικά προβλήματα. Έχουν την πολυτέλεια να έχουν πιο ιδεαλιστικές απόψεις. Άλλωστε και ο Μαρξ, αν δεν ήταν οικονομικά ασφαλής πως θα μπορούσε να αναπτύξει τις θεωρίες του;

Την επόμενη μέρα ο Δημήτρης, ήρθε δέκα λεπτά νωρίτερα. Η Σόνια είχε ένα πολύ άσχημο κρυολόγημα και παρά το γεγονός ότι τους φρόντιζε τόσα χρόνια δίχως σταματημό, ο κύριος Χριστοφόρου της είπε να ξεκουραστεί 4 μέρες και να μην κάνει καθόλου δουλειές στο σπίτι. Άλλωστε όλοι έλειπαν πολλές ώρες. Εκτός από τη μικρή, που τα απογεύματα διάβαζε.

-Επ, δέκα λεπτά νωρίτερα σήμερα! (κοίταξε το ρολόι της)
-Πάντα έρχομαι λίγο νωρίτερα σε όλα τα μαθήματα! Θέλω να είμαι συνεπής.

Εκείνη πάντα μιλούσε σαν να της ανήκε ο κόσμος. Ήταν πραγματικό ταλέντο αυτό, το να κάνει ακόμα και τον πιο δυσπρόσιτο να αισθάνεται οικειότητα. Ακόμα και αν γνωρίζονταν πρώτη φορά. Εκείνος, ήταν αρκετά αγχωμένος. Ήταν αρκετά έμπειρος, είχε διαβάσει πολύ, είχε περάσει πρώτος στο Πανεπιστήμιο και όπως όλα τα παιδιά των μεσαίων προς χαμηλών κοινωνικά στρωμάτων είχε παλέψει αρκετά για να σπουδάσει και να καταφέρει κάτι καλύτερο από τους γονείς του. Τα χέρια του είχαν ιδρώσει, γιατί ήταν η πρώτη φορά που αναλάμβανε να διδάξει την κόρη κάποιου τόσο ευκατάστατου άνδρα. Έπρεπε να είναι ο καλύτερος, να κατορθώσει τα ακατόρθωτα ακόμα και αν η μικρή δεν τα έπαιρνε. Η αμοιβή ήταν πολύ καλή για να μην ανταποκριθεί στις προσδοκίες των γονιών της. Ευτυχώς η Μαρίνα, δεν ήταν κακομαθημένη όπως τα περισσότερα πλουσιοκόριτσα.

-Η Σόνια είναι άρρωστη! Να σου φτιάξω καφέ ή κάποιο τσάι;
- Όχι Μαρίνα, σ'ευχαριστώ, έλα να ξεκινήσουμε.
- Λοιπόν έχεις μία ακόμα ευκαιρία, καφέ ή τσάι;
-Ένα μαύρο τσάι με λίγο μέλι.
-Πάω να φέρω το τσάι μαζί με τον καφέ μου.
-Θες να καθίσεις λίγο στο σαλόνι και να ανέβουμε μαζί;
-Εντάξει.

Όση ώρα έφτιαχνε τον καφέ  και το τσάι του καθηγητή της, του έριχνε κλεφτές ματιές. Η Μαρίνα είχε την πεποίθηση ότι πολλές φορές το physique ενός ανθρώπου μας λέει πράγματα και για τον χαρακτήρα του.

Ο Δημήτρης ήταν γεροδεμένος. Είχε δυνατά χέρια, ήταν ψηλός  με σκούρα μαλλιά και μελί μάτια. Κάποιες μέρες φορούσες γυαλιά, κάποιες όχι.Είχε δει αρκετά, ήταν πεισματάρης πολύ και εκπληκτικά έξυπνος. Πρόσφατα μάλιστα, κάποια μεγάλη εταιρία του πρότεινε να εργαστεί στο οικονομικό τμήμα της. Τα μάτια του είχαν μια σπιρτάδα και είχε μάθει - παρά το γεγονός ότι κάποτε υπήρξε θερμοκέφαλος- να είναι πλέον αρκετά υπομονετικός.

-Λοιπόν έλα να ξεκινήσουμε!
-'Ελυσα τις εξισώσεις αλλά δεν ξέρω αν είναι σωστές.
-Για να τις δω!
-Οι δύο είναι σωστές, αλλά όχι η τελευταία.

Της εξήγησε όσα έπρεπε. Τα μαθήματα συνεχίστηκαν για καιρό. Η Μαρίνα βελτιωνόταν όλο και περισσότερο. Ίσως ήταν η χημεία που είχαν μεταξύ τους, ίσως το γεγονός ότι δεν είχε βρει πριν τον Δημήτρη κάποιον να της εμφυσήσει τον ενθουσιασμό για τα μαθηματικά. Σε κάποιο μάθημα μάλιστα μέσα στην οικειότητα που είχαν αναπτύξει εκείνη του είπε "Μαθηματικέ πολύ σε πάω, γιατί δε με πιέζεις."

Ο Δημήτρης άρχισε με τον καιρό να νιώθει κάπως ανεξήγητα. Περνούσαν πολλές ώρες μαζί, εκείνη ήταν πραγματικά σαν μικρό παιδί, εντελώς έξω καρδιά και εκείνος κάπου άρχισε να αγχώνεται για το πως πρέπει να το διαχειριστεί. Ο τρόπος που του μιλούσε εκείνη, ήταν γοητευτικός. Είχε έναν ανεξήγητο μαγνητισμό .

Αλλά και εκείνη τον εκτιμούσε. Ο Δημήτρης είχε κρατήσει τις αποστάσεις του. Δεν της έδειξε ενδιαφέρον πολύ εύκολα. Ούτε ξεπέρασε ποτέ τα όρια. Της άρεσε πολύ που ήταν μετρημένος απέναντί της. Είχε αντιληφθεί καλά το παιχνίδι των δύο φύλων και της άρεσε ο σεβασμός που της έδειχνε. Το γεγονός ότι δεν τον ένοιαζε η καταγωγή ή τα υπάρχοντα του πατέρα της αλλά μονάχα το μυαλό της.

Ένα πρωινό ο Δημήτρης έλαβε ένα τηλεφώνημα από τον πατέρα της Μαρίνας.

-Καλησπέρα, είμαι ο Δάνης Χριστοφόρου, ο πατέρας της Μαρίνας.
-Καλησπέρα σας.
-Πήρα πραγματικά να σε ρωτήσω με απορία, πως την έκανες να αγαπήσει τα μαθηματικά. Ήμουν με τον μαθηματικό που έχουν στο σχολείο και μου είπε τα καλύτερα για τις επιδόσεις της.
-Αλήθεια;
-Ναι παιδί μου, γι'αυτό και θέλω να λάβεις ένα "δώρο" .
-Τι εννοείτε;
-Κάποια εξτρά χρήματα.
-Όχι, δεν χρειάζεται σας ευχαριστώ. Απλά τη δουλειά μου έκανα.
- Σε παρακαλώ, δε δέχομαι κουβέντα! Τα αξίζεις.
-Καλύτερα όχι, σας παρακαλώ.
-Ωραία, όμως θα έρθεις για φαγητό απόψε το βράδυ.
-Νομίζω πως αυτό μπορώ να το δεχτώ .
-Σε περιμένουμε στις 21:00.

Ο Δημήτρης απεχθανόταν την φιλοσοφία κάποιων πολύ ευκατάστατων ανθρώπων που θεωρούν ότι αγοράζουν τα πάντα με τα χρήματά τους. Γι'αυτό και δεν ήθελε να δεχτεί το "δώρο" του κυρίου Χριστοφόρου. Αλλά ένα δείπνο, εντάξει δεν θα ήταν τόσο επιλήψιμο. Στις 21:00 ήταν και πάλι έξω από την πόρτα του επιβλητικού σπιτιού με τη μεγάλη αυλή και τον σεκιούριτι που έλεγχε τα πάντα σαν να είχε πιει ωστόσο το αμίλητο νερό.

-Άνοιξε Σόνια ήρθε.
-Χαίρετε.
-Καλώς τον! Έλα πέρασε..
-Ευχαριστώ! (Και με μία κίνηση έβγαλε το παλτό του)΄.
-Έλα έλα να κάτσουμε. Λοιπόν εσύ είσαι πολύ μικρός, σχεδόν νεαρός! Νόμιζα ότι θα ήσουν αρκετά μεγαλύτερος για να βγάλεις άκρη με το μαϊμουδάκι μας.
- Μα τι λες βρε αγάπη μου στον άνθρωπο, η Μαρίνα πια είναι σχεδόν γυναίκα.
- Ναι αλλά ακόμα είναι ένα τρελό παιδί.
-Μην αγχώνεστε δεν παρεξηγώ. Αλήθεια η Μαρίνα;
-Πάνω είναι, έρχεται.

Λίγο μετά την είδε να κατεβαίνει από την ξυλόγλυπτη σκάλα και για μια στιγμή σάστισε. Φορούσε ένα μαύρο στενό φόρεμα, είχε πιάσει τα μαλλιά της πίσω και είχε τονίσει τα μάτια της που σε μαγνήτιζαν σα να είχαν περάσει από χίλια σκοτάδια. Κίρκη κανονική θα την έλεγες και εκείνος, Οδυσσέας στα δίχτυα της.

-Μα παιδί μου, που είσαι έχει έρθει εδώ και πόση ώρα ο κύριος καθηγητής σου!
-Ετοιμαζόμουν μαμά.
-Τι λέτε να περάσουμε στο τραπέζι;
-Όπως θέλετε.

Τους σερβίρισε η Σόνια. Το φαγητό ήταν νόστιμο και "μαμαδίσιο". Του είχε λείψει καθώς οι γονείς του βρίσκονταν στην επαρχία. Όλο το βράδυ δε μπόρεσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Ήξερε ότι αυτό ήταν λάθος, αλλά δεν μπορούσε να το ελέγξει.

-Λοιπόν να ξέρεις έχω διαβάσει τα πάντα για αύριο, έχω βάλει στόχο να σας βγάζω ασπροπρόσωπους και εσένα και τους γονείς μου !
- "Αυτό έλειπε να μην είχες διαβάσει" της είπε γελώντας.

Ο κύριος Χριστοφόρου ύψωσε το ποτήρι του και είπε "Ας πιούμε στην πρόοδο της Μαρίνας και στην υγειά του Δημήτρη φυσικά"!

Ο ταλαντούχος μαθηματικός από τη μία ένιωθε άβολα από την άλλη ήταν ευχαριστημένος που είχε την εκτίμηση ενός τόσο επιφανούς άνδρα.

Συζήτησαν για πολλά, για τους Pink Floyd που είναι η αγαπημένη του μπάντα και για εκείνο το σόλο στο Comfortably numb που είναι το αγαπημένο του, για τους γονείς του στο νησί, για τον Μπερτολούτσι και καθώς εκείνος ανοιγόταν και μιλούσε για διαφορετικά πράγματα πέραν των εξισώσεων , η Μαρίνα ενθουσιαζόταν όλο και περισσότερο. Παράλληλα ο Δάνης, σκεφτόταν πως αν όντως ο Δημήτρης είναι τόσο "διάνοια" όσο φαίνεται θα έπρεπε να τον λάβει σοβαρά υπόψη για να τον φέρει στο οικονομικό τμήμα της δικής του επιχείρησης.

[Συνεχίζεται....]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου