Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Mε αφορμή ένα ντοκιμαντέρ "αναζητήσαμε" τον Καζαντζάκη | Νινέτα Πλυτά



Από μικρή μου άρεσε πολύ το διάβασμα. Διάβαζα τα πάντα: βιβλία, εφημερίδες,  περιοδικά. Ακόμα και το επόμενο κείμενο στο βιβλίο των αγγλικών. Κι όμως, όταν άρχισα να διαβάσω ‘’κλασσική’’ ελληνική λογοτεχνία, απέρριψα έναν συγγραφέα. Τον Καζαντζάκη.


Κάποτε στο σχολείο κάναμε ένα απόσπασμα του Καζαντζάκη απ’ τη σειρά Ταξιδεύοντας. (Να σημειωθεί ότι, μάλλον, ήταν στο μάθημα της Έκθεσης, δεν δινόταν δηλαδή έμφαση στον Καζαντζάκη ως λογοτέχνη, τον οποίο δε διδάχτηκα ποτέ στα σχολικά μου χρόνια. Το κείμενο λειτουργούσε βοηθητικά). Το κομμάτι που διάβασα μου άρεσε κι έτσι έπιασα ένα βιβλίο απ’ αυτή τη σειρά. Δεν θυμάμαι ακριβώς την εντύπωση που μου άφησε. Σίγουρα μου φάνηκε δύσκολο κι έτσι το σταμάτησα στις πρώτες σελίδες (παρόλο που δεν συνηθίζω να διακόπτω το διάβασμα ενός βιβλίου). Από τότε ο Καζαντζάκης κατέλαβε στο μυαλό μου τη θέση του δυσνόητου και άρα μη προτεινόμενου.

Έφτασα στο 4ο έτος της Φιλολογίας για να ξαναέρθω σε επαφή με τον Καζαντζάκη (πέρα απ’ την καθημερινή οπτική επαφή με την μπορντό σκληρόδετη έκδοση κάποιων βιβλίων του στη βιβλιοθήκη του σπιτιού μου, που παρέμενε τυπική και από απόσταση). Στα πλαίσια του μαθήματος της Λογοτεχνίας, παράλληλα με κάποια αποσπάσματα που διδαχτήκαμε, μάθαμε πληροφορίες για την πολυταξιδευμένη ζωή του και το εκτενέστατο αλλά και πολυμεταφρασμένο έργο του. Από τότε άρχισα να τον βλέπω με άλλο μάτι. Ξαφνικά τα κείμενα δεν μου μοιάζουν τόσο δυσνόητα και οι εκτενείς και συναισθηματικά φορτισμένες περιγραφές του έγιναν ευπρόσδεκτες. Όλα αυτά με οδήγησαν στον κινηματόγραφο ‘’Δαναό’’ όπου παίχτηκε για 4 παραστάσεις το ντοκιμαντέρ  <<Αναζητώντας τον Καζαντζάκη>>  (που αποτελεί και την αφορμή αυτού του κειμένου), το οποίο απλά μου επιβεβαίωσε ότι ο Καζαντζάκης είναι, χωρίς υπερβολές,  απ’ τα must της ελληνικής λογοτεχνίας (αν όχι της παγκόσμιας).

Στο 93 λεπτών ντοκιμαντέρ μίλησαν ακαδημαϊκοί, μεταφραστές, ηθοποιοί, ποιητές και άλλοι που γνώρισαν το συγγραφέα είτε αυτοπροσώπως είτε μέσα απ’ το έργο του ενώ ακούστηκαν και αποσπάσματα από τα έργα του με φόντο εικόνες απ’ τα μέρη που επισκέφτηκε και έζησε. Στο παρόν κείμενο θα εστιάσω στα στοιχεία που μ’ έκαναν να αλλάξω γνώμη τόσο απότομα και ριζικά για τον συγγραφέα αυτό.

Αρχικά, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τη μεγάλη απήχηση που είχε, και έχει, το έργο του παγκοσμίως και συνεπώς οδηγεί στην εύλογη απορία: γιατί οι Έλληνες τον αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα ενώ οι ξένοι τον εκτιμούν και με το παραπάνω; Τίτλοι όπως: Ασκητική, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Ο Τελευταίος Πειρασμός, Αναφορά στον Γκρέκο κ.ά. είναι γνωστοί ακόμη και σε μη αναγνώστες του. Ειδικά το έργο του Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά ( το οποίο μεταφράστηκε σε 50 γλώσσες), μέσα από την κινηματογραφική μεταφορά του Μιχάλη Κακογιάννη  συνέδεσε έντονα στη συνείδηση των ξένων τους Έλληνες με το συρτάκι και το λεγόμενο ‘’Χορό του Ζορμπά’’ (ίσως λανθασμένα κατά τη γνώμη των ομιλητών).

Ο Καζαντζάκης κατηγορήθηκε για έλλειψη ενότητας στη σκέψη του καθώς επηρεαζόταν από κάθε είδους θεωρία όπως το Μαρξισμό και το Βουδισμό. Οι ομιλητές αναγνωρίζουν ως λογική αυτή την κατηγορία αλλά δικαιολογούν τη στάση του συγγραφέα. Αγαπούσε πολύ τον άνθρωπο και ως στόχο του είχε μέσα απ’ το έργο του να βρει την ιδεολογία εκείνη που θα τον καθιστούσε υπεύθυνο της μοίρας του. Απώτερος στόχος δηλαδή αυτής της συνεχούς μετακίνησης, που αποτελούσε υπαρξιακή αγωνία και του ίδιου, ήταν η ανακάλυψη του τρόπου  που θα οδηγήσει στην ελευθερία του ανθρώπου, κάτι που δεν βρήκε σε μία μόνο θεωρία και τον οδήγησε στο να κατασκευάζει ένα ψηφιδωτό  από κομμάτια θεωριών που συνεχώς ανανεωνόταν.

Επιπλέον, μαθαίνουμε για τη φιλία του Καζαντζάκη με τον Άγγελο Σικελιανό η οποία προέκυψε από ένα κοινό τους όραμα: να ιδρύσουν μια νέα θρησκεία. Παρά την αμοιβαία έλξη τους οι δρόμοι τους χώρισαν γιατί, όπως είπε ο Σικελιανός, ο ίδιος σκεφτόταν με το συναίσθημα ενώ ο Καζαντζάκης με τη λογική. Μαθαίνουμε για την αγάπη του Καζαντζάκη για τη γλώσσα και την ευθύνη που είχε απέναντι στη γραφή του. Μάλιστα στο ντοκιμαντέρ αναφέρεται ένα περιστατικό όπου ο Καζαντζάκης έτρεχε αλλόφρων στο λιμάνι του Ηρακλείου και όταν ερωτήθηκε από περαστικό που τον αναγνώρισε αν του συμβαίνει κάτι, η απάντηση που έλαβε ήταν << Ψάχνω μια λέξη>>. Τέλος, αρκετός λόγος γίνεται για την κινηματογραφική μεταφορά του Τελευταίου Πειρασμού από τον Σκορτσέζε και τη στάση της Εκκλησίας απέναντι σ’ αυτήν (στην Ελλάδα σταμάτησε να παίζεται στους κινηματογράφους λόγω των διαμαρτυριών που προκλήθηκαν) ενώ τονίζεται ότι ο Καζαντζάκης δεν αφορίστηκε ποτέ (εν αντιθέσει με τη γενικότερη πεποίθηση) παρά το εχθρικό κλίμα εναντίον του. Μάλιστα η ιδέα του να παρουσιάσει το Χριστό πάνω στο Σταυρό να φαντάζεται πώς θα ήταν αν ζούσε μια φυσιολογική ανθρώπινη ζωή, θεωρήθηκε απ’ τους μελετητές μια έξυπνη ιδέα για να γίνει αντιληπτό στο αναγνωστικό κοινό το δίλημμα μεταξύ σάρκας και πνεύματος.

Τα παραπάνω, νομίζω, επαρκούν  για να ανατρέψουν την αρκετά διαδεδομένη άποψη ότι ο Καζαντζάκης ήταν ένας άθεος και δύστροπος συγγραφέας. Κάθε συγγραφέας έχει τη μοναδικότητά του τόσο ως προς το χαρακτήρα του όσο και προς τη γραφή του. Μόνο που ο Καζαντζάκης, λόγω της ποικιλομορφίας του έργου του, τόσο λόγω ιδεών όσο και όγκου παραγωγής, δημιουργεί πρόβλημα ακόμη και στους μελετητές της Λογοτεχνίας στο να τον κατατάξουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Αυτός είναι και ο λόγος που στην αρχική μου συμπερίληψή του στην κλασική ελληνική λογοτεχνία, ο όρος μπήκε σε εισαγωγικά.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το ντοκιμαντέρ: https://bit.ly/2KHPevf

(Το ντοκιμαντέρ αυτό αποτελεί ένα μέρος της συνολικής παραγωγής που προβλήθηκε σε 3 επεισόδια στο COSMOTE TV.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου