Τρίτη, 28 Αυγούστου 2018

Σατόρι στο Αιγαίο | Κώστας Παντιώρας

Έρημο νησί στην ερημιά μού μοιάζεις. Γύρω σου τόσο νερό και μέσα σου μονάχα ξέρα. Γεμάτο νησί. Τώρα μπίζνεσμεν σχίζουν τη χωματένια σάρκα σου, σκάβουν τα πέτρινα σωθικά σου. Βαράνε οι χτίστες με τις βαριές, μουγκρίζουν μηχανήματα. Τουρίστες σε ποδοπατούν, προσκυνητές και ναυαγοί φιλούν την ακτογραμμή σου. Έθνος καμαριέρων, αποικία airbnb, άσπροι σκλάβοι ξέξασπροι να κουβαλούν στο δίσκο τα ποτήρια.

Δάμασα το σώμα μου, σώμα καλογέρου. Ύπνος, δουλειά, φαί, δροσιά. Έστρωσα στο δέρμα μου χρυσόμαυρα στάχια. Οι τρίχες μου γίνηκαν κριθάρι. Τα πέλματά μου χάθηκαν, φύτρωσαν οπλές. Τα μαλλιά μου αγρίεψαν σαν τα σχοινιά που ‘χουν οι ψαράδες, μόλις τ’ αγγίζω σκληραίνουν οι παλάμες. Ξυπνάω στο λάλημα του πετεινού – κοιμάμαι στη σκουξιά του γκιώνη. Έκλεισα κι εγώ μέσα μου λιγάκι από Θεό.

Οι θαλασσινοί, δίχως μέσα και με μεγάλο κάματο, χτίζουν στα πιο απίθανα μέρη δεκάδες εκκλησίες κι αναρίθμητα ξωκλήσια γιατί τις ξάστερες νύχτες ξαπλώνουν στρωματσάδα  δίπλα στο Θεό. Τούτη η πίστη στα νησιά δυναμώνει και φουντώνει κι ανταριάζει τις καρδιές των ανθρώπων κάτω απ’ τ’ αερόπλοο σύγνεφο, πάνω στον οργισμένο αφρό ενός κύματος, στον αιώνιο ίσκιο μιας ελιάς και στην παρατήρηση της αθωότητας που ‘χουν τα σαμιαμίδια.

Στον ήλιο ορέγομαι τα κορίτσια που υπακούν στο παράγγελμα της Μελίνας Τανάγρη. Κάτω στην παραλία με περιμένεις, Γκρέις Σλικ, στο ολόσωμο μαγιό σου. Άσπροι λαγοί, τρελοί λαγοί, τρέχουν ανάμεσα στους κέδρους, ακολουθάμε τα ίχνη που αφήνουν στους αμμόλοφους. Τρέχουμε ξοπίσω τους όπως ένα παιδί κυνηγά κάθε τι πρωτόγνωρο. Παραβγαίνουμε στο κολύμπι όπως οι εραστές, με γέλια και τινάγματα νερών, χάδια και πατητές. Οι σημαδούρες είναι οι Ηράκλειες Στήλες του γνωστού κόσμου μας. Σκάβω την άμμο με τα ευτελή πλαστικά παιχνίδια μου. Αρπάζω το σύνθημα του Μάη και το διπλώνω, το κάμω αυγουστιάτικο:

Κάτω από την παραλία υπάρχει άσφαλτος.

Πιάνω το κεφάλι σου στοργικά, κάνω στην άκρη τα αλατισμένα μαλλιά σου. Ακουμπώ προσεκτικά το αφτί σου στο οδόστρωμα να αφουγκραστείς τους παγωμένους χειμώνες που μέλλονται να ‘ρθουν για εμάς τους δύο. Με αλχημεία έκανα το βότσαλο παγάκι.

Εγώ, ο τελευταίος ναυπηγοξυλουργός του αρχιπελάγους σε χτίζω πάνω μου, πρωραία μου γοργόνα. Πάνω στα στήθη σου λυσσομανά ο βοριάς. Δυο σώματα – ένα βαπόρι, ένας θαλάσσιος κένταυρος, μισό Εγώ – μισό Εσύ. Τραβάμε για τους λιμένες που ζήσαμε. Μέριχας, Καραβοστάσης, Κατάπολα και Πόθια.  Τις νύχτες με άγρια ηρεμία κι ήσυχη ταραχή σου ψέλνω στο κατάστρωμα…

Αιγαίο νυν και αεί

Αιγαίο βίρα κι Αιγαίο πρόσω

Αιγαίο ευθύς Αιγαίο αμέσως

Αιγαίο νυν και αεί και εις τους αιώνες των αιώνων Αιγαίο!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου