Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Σοκάκι | Σταμάτης Παρασκευάς

Κατεβαίναμε στο λιθόστρωτο σοκάκι
καταπώς μια πέτρα βουλιάζει στο νερό
και μια ψιχάλα γκρεμίζεται στο κενό
και ο Ορφέας κατέρχεται στον Άδη
και μύριζαν τα λουλούδια,
που το όνομά τους μάς διέφευγε,
κι η νύχτα έπεφτε
σαν να έπεσε στο μπλε διάλυμα του ουρανού
ποσότητα μαύρου και διαχεόταν στο σώμα του
κι η μυρωδιά γινόταν όλο κι εντονότερο
-που σημαίνει πως πλησιάζαμε κοντά στα λουλούδια
που μοσχοβολούσαν και που τ' όνομά τους μάς διέφευγε-
κι όπως κατεβαίναμε σκόνταψες στο ίσωμα
και μπήκε ένα πετραδάκι στο καλοκαιρινό παπούτσι σου,
όπως κατρακυλά η πέτρα του Σίσυφου
και σου 'πα τότε για την ιστορία του λεγάμενου
και μου ζήτησες να μη σου τα λέω αυτά πια,
γιατί τ' όνομα αυτό θα σου διέφευγε όταν θα χρειαζόταν
ν' ανακαλέσεις στη μνήμη σου την ιστορία, όταν
πια δε θα μ' έχεις και δε θα σ' έχω
και δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί να είναι τόσο έντονη η αίσθηση
της φθοράς και του τέλους σε καθετί όμορφο
και μ' απάντησες: "μα για να 'ναι πιο έντονη η στιγμή"
κι όλο αυτό το επιτακτικό έμοιαζε τόσο ξένο στο στόμα σου και
στην εντύπωση που μου άφηνες κάθε στιγμή
και τότε σε προσφώνησα με τ' όνομά σου
-έτσι-
και μ' αποκρίθηκες "πες μου" με μιαν ανέφελη απλότητα
και σου 'πα πως απλώς σε φώναξα για να μη σκέφτομαι
αυτό που σκεφτόμουν
καθώς κατεβαίναμε στο λιθόστρωτο σοκάκι
-ήταν αλήθεια λίγα τα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν όλα αυτά.

Σταθήκαμε σ' ένα πεζούλι, για να βγάλεις το πετραδάκι,
σου ζήτησα έντονα να σου βγάλω εγώ το παπούτσι και
να καθαρίσω το πετραδάκι σου, όπως ο Χριστός έπλυνε τα πόδια
των μαθητών του σε μια πράξη συμβολική
-αυτό, πλάκα πλάκα, το σκέφτηκα αργότερα, όταν είχαμε πια χωρίσει για το βράδυ
κι είχαμε γυρίσει σπίτια μας-
και με άφησες κι εγώ απαλά έβγαλα το παπούτσι σου,
το γύρισα ανάποδα
κι η μοσχοβολιά από τα λουλούδια ήταν ακόμη εντονότερη, που
σημαίνει πως ήμασταν ακόμη πιο κοντά στην εστία των ανθών τους,
και έπεσε το πετραδάκι και σκούπισα το πόδι σου,
ξανάβαλα το παπούτσι σου, έδεσε τα κορδονάκια τα σχεδόν διακοσμητικά
και φίλησα το γόνατό σου, όπως η μάνα όταν χτυπούσαμε
σε μια πράξη συμβολική
-αυτό, πλάκα πλάκα, το σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή, πριν χωρίσουμε για το βράδθ
έχοντας γυρίσει σπίτια μας.

Ο σύγχρονος κόσμος είναι λιγάκι χειρότερος από τον μυθολογικό,
όσο σκληρός κι αν είναι ο επίλογος του μύθου, όπως του Ορφέα,
που έχασε την Ευρυδίκη ανεβαίνοντας απ' τον Άδη ή του Σίσυφου
που αιώνια ανέβαζε την πέτρα που κατρακυλούσε.
Το τραγούδι του Ορφέα μαλάκωνε ως και τις πέτρες
και πόσο ευκολότερο θα 'ταν το ταξίδι του Σίσυφου πάνω κάτω στο βουνό
με μια πέτρα ελαφρύτερη,
σου είπα,
χαμογέλασες ανάμεσα στα φρύδια σου κι αυτό είναι μια εικόνα
που δε μπόρεσα να εξηγήσω σε κανέναν,
πώς γίνεται να χαμογελάς έξω απ' τα χείλη, λίγο πιο κάτω από το μέτωπο
κι ο ουρανός είχε μαυρίσει ολότελα
κι είχαμε κι εμείς γίνει πιο σκοτεινοί
κι η μυρωδιά γινόταν ξανά ολοένα και λιγότερο έντονη
και ποιος ξέρει,
αν τη συνηθίζαμε και δε μας έσκαγε στη μύτη η έντονη μοσχοβολιά
ή αν απομακρυνόμασταν από την εστία της.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου