Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Όταν ο Iggy Pop και ο Καβάφης συναντήθηκαν στα Εξάρχεια | Jordanka Mrsuljia


Η Αθήνα είναι μια πόλη η οποία δέχεται ξένους, τους αφήνει να κυλήσουν στις φλέβες της και να τρέφουν το τεράστιο σώμα της. Ξένοι έχουμε γίνει όλοι πια, ανεξαρτήτως έθνους, ταυτότητας, πατρίδας… Είναι πολλοί εκείνοι χωρίς πατρίδα, που έφτασαν να τη βρουν σε παράξενες γωνιές της Αθήνας.

Τέτοιος είναι και ο Οροφέρνης.
Ένας σύγχρονος Οροφέρνης περιπλανιέται στους δρόμους της Αθήνας.
Άσκοπη περιπλάνηση, η οποία πάντα όμως φέρνει καινούρια πράγματα. Τα βήματά του αποτυπώνονται στο χάρτη της πόλης, μα κυρίως διασταυρώνονται σε γειτονιές όπου ο ίδιος δημιουργεί χάρτες και μονοπάτια που ορίζουν τις μέρες και τις νύχτες του.
Οροφέρνης Aριαράθου.
Παιδί τον έδιωξαν απ’ την Καππαδοκία,
απ’ το μεγάλο πατρικό παλάτι,
και τον εστείλανε να μεγαλώσει
στην Ιωνία, και να ξεχασθεί στους ξένους .
Ύστερα από Καππαδοκία, Ιωνία, ποίηση και ιστορία πώς στο καλό βρέθηκε στην Αθήνα; Και όμως…

Καθημερινά κατεβαίνει από Αλεξάνδρας για να ξεχασθεί στους ξένους, περνάει την Ιπποκράτους και στρίβει στο δρόμο Καλλιδρομίου, όπου χάνεται σε βιβλιοπωλεία, καφενεία, χαζεύει μαγαζιά, χωρίς να ψάχνει κάτι ιδιαίτερο. Είναι ξένος που συναναστρέφεται ξένους, που πάντα παραμένει στους τρόπους του και στην λαλιά του Έλλην. Αυτό είναι μέρος του παιχνιδιού το οποίο ο Οροφέρνης το βρίσκει διασκεδαστικό, διότι από τη στιγμή που η ελληνική γλώσσα έχει μπει στους πόρους του και εγκαταστάθηκε σαν μητρική, μπορούσε εύκολα να μπαινοβγαίνει από μία ταυτότητα στην άλλη, χωρίς κανείς να καταλάβει πως είναι ένα όμορφο πλουσιόπαιδο που γυρίζει τους δρόμους αναζητώντας καινούρια ερεθίσματα.

«Καλημέρα σε όλη την κομπανία», χαιρέτησε χαρούμενα μια παχουλή τον κρεοπώλη και τον νεαρό με γένια που πουλάει κάτι περίεργα προϊόντα γαϊδούρας στο μαγαζάκι του. Χαμογέλασε ο Οροφέρνης, έγνεψε κι εκείνος αντί για καλημέρα. Με το που έφτασε στα γνωστά σκαλάκια των Εξαρχείων έστριψε κάτω προς Θεμιστοκλέους, όπου σε οδό μέθης θυμόταν εφήμερες στιγμές ηδονής  που είχε νιώσει ύστερα από  ποτό, φαγητό και συνάντηση με πρόσωπα αινιγματικά σε ένα κρυμμένο κήπο.

A εξαίσιες της Ιωνίας νύχτες, τις ζούσε στην Αθήνα τώρα, όπου βρέθηκε εντελώς τυχαία. Ήταν ολομόναχος, μα γνώριζε ανθρώπους φωτεινούς, σκοτεινούς, διαφορετικούς… Πίνανε μαζί ρακόμελα στην Εμμανουήλ Μπενάκη, εκεί σε ένα κρητικό μεζεδοπωλείο που βγάζει καρεκλάκια στο δρόμο και μαζεύει παρέες ως αργά τη νύχτα. Όταν έτυχε να περάσει πρώτη φορά από εκεί, ηχούσαν τα αυτιά του από τα γέλια, τσουγκρίσματα ποτηριών και από κάποιες μελωδίες που του άρεσαν, μύριζε καπνό και παντού ήταν βρώμικα, αλλά ο Οροφέρνης μπορούσε να το νιώσει, να το βιώσει. Υπήρχε κάτι εκεί που του κίνησε το ενδιαφέρον.

Ένα βράδυ σε τουαλέτα μεζεδοπωλείου έπιασε κουβέντα περί φύλου και βρέθηκε στη διαμάχη μεταξύ βιολογικής και κοινωνικής υπόστασής του, μόνο και μόνο επειδή μαζεύτηκε ουρά μπροστά στην πόρτα τουαλέτας η οποία ήταν μία και προοριζόταν για όλους, ανεξάρτητα φύλου και οποιασδήποτε πεποίθησης. Κάτι τέτοια απρόβλεπτα περιστατικά συνεχώς του τύχαιναν στα στενά των Εξαρχείων και αυτό τον διασκέδαζε αφάνταστα (πιο πολύ από την πολυτέλεια στο παλάτι της Καππαδοκίας, θα το πω με σιγουριά).

Καθίσαμε μια μέρα στην πλατεία, ρουφούσαμε τον καφέ μας και τα λέγαμε. Εκείνος έστριβε τσιγάρα.

Από το διπλανό στενό στ’ αυτί μου μπήκε ο Iggy Pop και το “Passenger”.
«Όλο κάτι περιπλανήσεις, ταξίδια, βαλίτσες… Πόσο πια θα αντέξεις Οροφέρνη;», τον ρώτησα.
Απάντηση καμία. «Μου αρέσει να φλερτάρω με αυτή την πόλη», είπε και σηκώθηκε βιαστικά.
Συνέχισε κάπου προς Ομόνοια, έχω καιρό να τον δω.

Photography: Vedran Pilipovic




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου